Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Saturday, December 29, 2007

Της Αβάνας οι μουσικές

Αφιερωμένο στο Κυκλαμινάκι του Βουνού ή Κατερίνα Παπαθεοδώρου με μια αγκαλιά κυκλάμινα που ανακάλυψα εκεί στο πουθενά της Πλάγια ντελ Εστε στο σπίτι ενός Ελληνα και το φωτογράφισα ως δώρο Πρωτοχρονιάς για κείνη.





Κι όμως βρέθηκε ένα κυκλάμινο αναθισμένο στην καυτή Πλάγια ντελ Εστε, στον κήπο ενός Ελληνα και το φωτογράφισα για να το χαρίσω στο δικό μου Κυκλάμινο του Βουνού!




Η καλλονή αδελφή μου, η χίπυ Κωνσταντίνα μου



Εμείς οι δυό ανυποψίαστες πως θα χωρίζαμε μια μέρα.




Η ορχήστρα παίζει σάλσα




Χοροί και μουσικές σε πλατεία της Αβάννας



Πρωτοχρονιάτικο κομμάτι μετα μουσικής

Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Αντί επιμέτρου για το 2007 ή αντί προλόγου για το 2008 είπα να αφιερώσω ένα ακόμη απόσπασμα απο το υπο έκδοση βιβλίο μου με τίτλο «Ημερολόγιο Αβάνας». Είπα να κάνω ποδαρικό με ένα νέο δημιούργημα, επειδή θέλω να δηλώσω απόλυτη αισιοδοξία.

Περνώντας απο το ταμείο του πόνου και της άκαρπης νοσταλγίας, επιλέγω να επιστρατεύω μνήμες και συναισθήματα, κεφαλοποιώντας τα σε γραμμένα φιλιά, όπως γράφει ο ποιητής Γιάννης Ευσταθιάδης.

Καλή Χρονιά γεμάτη υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα! Καλή Χρονιά γεμάτη μπιτάτες μουσικές!



Της Αβάνας οι μουσικές


Ολες οι αναφορές στο σκληρό δίσκο της μνήμης μου για την Αβάνα σχετίζονται με τη μουσική, το χορό, τα αιώνια πάρτις, που ξεπετάγονται γιορταστικά απο τα ταπεινά ερειπωμένα σπίτια ή τις εργατικές πολυκατοικίες της μάζας καταμεσής του δρόμου, ολομεσήμερο με τον ήλιο να καίει τους ουρανούς.

Ξεκινάω την καθημερινότητά μου εδώ στην Αβάνα απο την αίθουσα του πρωινού, όπου μια τετραμελής ορχήστρα παίζει απαλή κουβάνικη μουσική. Ο βιολιστής επιτίθεται με σολαρίσματα ενίοτε, αλλά σιωπά όταν ο κιθαρίστας ανεβάζει τους τόνους εκβιάζοντας πιεστικά τις χορδές της κιθάρας του. Είμαι ευτυχής που ξυπνώ με μουσικές, που αναπνέω την ευεξία ανθρώπων ταυτισμένων με αναθρώσκοντα ρυθμό.

Ναί, η Αβάνα ζεί σε ένα ασύλληπτο μουσικό ρυθμό, που δεν διακόπτεται ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα. Οι άνθρωποι περπατούν και χορεύουν χωρίς νάναι ανάγκη να νιώσουν βυθισμένα στα τύμπανά τους τα αυτιστικά ipods της δυτικής καταναλωτικής νεύρωσης. Αρκεί μια νότα να ξεπεταχθεί απο κάπου και οι γοφοί των γυναικών κουνιούνται ενστικτώδικα στο ρυθμό, τα μάτια των ανδρών τρεμοπαίζουν . Είναι εκλπηκτική τούτη η αίσθηση της ταύτισης ενός λαού με τη μουσική.

Χώνομαι στο Μπάρ El Floridita , όπως έκανα πάντα όταν ταξίδευα εδώ με την Κωσνταντίνα. Είμαι μονάχη μου και δεν θα πάρω ούτε ντέικερι ούτε μοχίτο (εξωτικά κοκτέιλς με φρούτα και αλκοόλ), δεν θα πιώ Cuba Libra, αν και με κατατρώει η ανάγκη να κάνω κάτι σαν τον Χέμινγουαιη. Λες κι ερχόμενη εδώ θα μιμηθώ το ύφος του αμερικανού συγγραφέα, που πέρασε τις καλύτερες μέρες στην Κούβα γραφοντας τα μυθιστορήματα της μοναξιάς και της κατάθλιψής του.

Οχι, δεν είμαι παθιασμένη με τον Χεμινγουαίη, αλλά νιώθω την ανάγκη να μυριστώ την αύρα του μεγάλου άντρα, που πέρασε μέρες αίγλης αλλά και αποσύνθεσης στην προ του Κάστρο Αβάνα του διεθνούς τζέτ σέτ. Με πιάνει μια μελαγχολία. Η αδελφή μου δεν είναι εδώ να μου γεμίζει τα μυαλά με ιδέες και εικόνες για το λαμπρό παρελθόν της Αβάνας μας.

Παραγγέλνω ένα καφέ με λέτσε (γάλα) και τον πίνω αργόσυρτα και θλιμμένα , όπως ταιριάζει στην ψυχολογία της μοναχικότητάς μου. Παράξενο, αλλά απολαμβάνω τη μοναξιά σ΄αυτόν εδώ τον ευλογημένο τόπο.

Παρατηρώ τις φάτσες των τουριστών γύρω μου. Είναι όλοι μιάς κοπής, με βλέμμα βολεμένο και χαριστικό, με σκέψεις δοξαστικές για τις παλιές καλές μέρες της Αβάνας. Η ξεναγός μιλάει ακατάπαυστα για τον Χέμινγουαίη.

Πληρώνω βιαστικά το ποτό μου και απομακρύνομαι. Περπατώ ανάμεσα απο φτωχογειτονιές, όπου οι γέροι και οι γριές κάθονται έξω απο τις πόρτες τους λικνιζόμενοι στις κουνιστές μπαμπού πολυθρόνες τους. Μοιάζουν τόσο ανέμελοι, κι όμως ξέρω καλά πως αγωνιούν για το επιούσιο της μέρας. Αλλά αφήνονται στη νιρβάνα της μοιρολατρείας, καθώς τα κομμουνιστικά κουπόνια κάτι θα φέρουν στο τραπέζι τους κι απόψε.

Απο το ισόγειο ενός παλιού σπιτιού ξεπετιέται ηλεκτρικό φώς μέρα μεσημέρι. Κοιτάζω μέσα απο τα σιδερένια κάγκελα, που χρησιμεύουν για προστασία. Χώνω το κεφάλι μου ανάμεσά τους. Μια αφράτη λευκή ισπανίδα με φτηνά μπουκαλάκια πολύχρωμων βερνικιών (η ξαδερφη απο το Μαϊάμι τάχει στείλει) κάνει μανικιούρ και βάφει με ιεροτελεστία τα νύχια των χεριών μιας μαυρούλας.

-Μπορώ να δώ κι εγώ; Ρωτάω με όλη την τουριστική μου αφέλεια.

-Βέβαια, μπορείτε. Ελάτε μέσα να σας φιλέψουμε, μου λέει η μανικιουρίστρια καλωσυνάτα.

Είμαι καχύποπτη Ελληνίδα και με μια ευγενική δικαιολογία στέκομαι στα κάγκελα, παρατηρώ τη γυναικεία σκηνή, ζητώ συγγνώμη και αποχωρώ. Εχω πεισθεί πως εδώ σου λένε καλημέρα μόνο για τα πέσος.Τί κι αν η τροφαντή λευκή μέσα απο τα κάγκελα μου φάνηκε αθώα, εγώ φοβάμαι να ξανοιχτώ!

Κατηφορίζω προς την παραλία της Παλιάς Αβάνας. Σκαλώνω σε ένα υπαίθριο καφέ, όπου μια ορχήστρα παίζει μάμπο και σάλσα και όλους τους ρυθμούς της λατινοαμερικάνικης μουσικής. Σμίγω με ένα πλήθος ισπανών τουριστών, που λικνίζονται με πάθος και στροβιλίζονται στους ρυθμούς, που ξεσηκώνουν. Απο το διπλανό τραπέζι έρχεται ένας ξανθός νεαρός να μου ζητήσει να χορέψουμε. Δεν το σκέφτομαι δεύτερη φορά. Με εκπλήσσει που ξέρει να χορεύει μάμπο, αργεντίνικο τάνγκο και σάλσα. Πιάνουμε ψιλή κουβέντα και μαθαίνω πως είναι Βρετανός που κάνει διακοπές κάθε χρόνο στην Καραϊβική , γι αυτό είναι μαθημένος σε τούτους τους χορούς.

Κι εγώ πώς ξέρω να χορεύω; Μά, είμαι απο τη δυτική Ιόνια Λευκάδα, όπου πριν γίνω ντεμπυντάντ ώφειλα να χορεύω τάνγκο, και φόξ και σάλσα και απ όλα για να επιβιώσω στις λαμπρές χοροεσπερίδες της Φιλαρμονικής , υπό τους ήχους του σαξόφωνου του Καμινάρη ή του ακορντεόν του Μορίνα. Μέρες χαμένες για πάντα στη λησμονιά!

Η ώρα είναι 5μ.μ κιόλας. Ο ήλιος αρχίζει να γέρνει πίσω στην παραλιακή Μαλιακόν. Βιαζομαι να επιστρέψω στο ξενοδοχείο μου, όπου έχω δώσει ραντεβού με τη Χριστίνα για να περιηγηθούμε τη νυχτερινή ζωή της Αβάνας. Κάνω ένα δροσερό μπάνιο και ξαπλώνω για μια μίνι σιέστα.

Κατά τις 10 κατεβαίνω στο λόμπι. Πίνω ένα μοχίτο στο μπαράκι του ξενοδοχείου περιμένοντας τη νεαρή κοπέλα. Ενας κύριος μου γνέφει να μου το κεράσει. Οχι, ευχαριστώ, αρνούμαι ευγενικά.

Μου πιάνει κουβέντα. Είναι γάλλος και μάλιστα υψηλά ιστάμενος στο υπουργείο πολιτισμού της Γαλλίας. Βρίσκεται εδώ για δουλειές, ο τομέας του είναι οι πολιτιστικές ανταλλαγές με τη νοτιοαμερικάνικη ήπειρο. Τα γαλλικά του μυρίζουν βροχή. Είναι απο τη Μεριντιέν , μου λεέι γι αυτό αυτή η παράξενη προφορά. Το διαπιστώνω πως είναι βέρος Γάλλος, καθώς ακόμη και στην Κούβα φοράει το κλασικό Cartier ρολόι του.

Η Χριστίνα με παίρνει με το κόκκινο αυτοκινητάκι της και ανηφορίζουμε προς το Μιραμάρ όπου έχουμε κλείσει να πάμε στο
Casa de la Musica. Απόψε παίζει μια γνωστή κουβάνικη μπάντα, που αγαπάει πολύ η νεοαποκτηθείσα Ελληνίδα φίλη.

Η μουσική είναι ξεσηκωτική. Στην καρέκλα μου χορεύω νοερά με τα ζευγάρια που στροβιλίζονται στην πίστα. Εκστασιάζομαι, αλλά δεν βρίσκεται εδώ η Κωνσταντίνα για να χορέψουμε ανέμελα όπως τις παλιές μέρες. Πίνω μια άψητη μπύρα, που μου φέρνει αηδία με τη μυρωδιά της.

Στο διπλανό τραπέζι δυό νεαροί μουλάτοι μας κοιτάζουν επίμονα , εμάς τις μπονίτες με τα ξανθά μαλλιά και τη λευκή επιδερμίδα. Νιώθω μέρος μιας ταινίας που βλέπω να παίζεται διαρκώς εδώ στην Αβάνα των λάγνων βλεμμάτων. Είμαστε η εύκολη λεία για τους ντόπιους υποψήφιους εραστές, που αν μας πιάσουν κουβέντα, αμέσως θα μας ζητήσουν να τους κεράσουμε τα ποτά τους. Αυτή είναι νομοτέλεια στην κομμουνιστική Αβάνα των εφευρετικών κατοίκων της , που κυνηγούν με θρησκευτική προσήλωση το καυτό αντικείμενο του πόθου τους, λίγα ή πολλά διεθνή πέσος.

Αναπολώ τις νύχτες που περνούσαμε μαζί με την καλλονή αδελφή μου στην Αβάνα. Καθώς η ορχήστρα ανάβει την ατμόσφαιρα σκορπίζοντας ρυθμούς μπιτάτης σάλσα, αντιλαμβάνομαι πως η μουσική της Κούβας έχει περάσει με τον πιό δημιουργικό τρόπο στον 21ο αιώνα. Είναι η μόνη μουσική, που στο μιξάρισμά της με το μπίτ, δεν αλλοιώνεται αλλά ομορφαίνει περισσότερο. Θεέ μου, πόσο χαίρομαι που ανακαλύπτω τούτη την υπέροχη μουσική επιμειξία των Κουβάνων!

Αναχωρώντας απο το κλάμπ αργά μετά τα μεσάνυχτα λέω στην Χριστίνα απρόσμενα : «Δεν θα ξαναπατήσω στο Tropicana Club, γιατί αυτό το φτηνιάρικο καν-κάν με τα φτερά, τα πούπουλα και τις πούλιες στα φουστάνια των γυναικών με ενοχλεί αισθητικά εσχάτως.»

Τα καμπαρέ έχουν πεθάνει όχι μονάχα στο Παρίσι, αλλά και στην τουριστική πρωτεύουσα της Κούβας! Ζήτωσαν τα κλαμπάκια με τις μουσικές, τζάζ ή μπολερό έστω!



Μουσικές προτάσεις για τις νύχτες της Αβάνας

Απόλυτα ελεγμένες αλλά δανεικές απο το site του Monogram

Bar El Floridita
Για ντακίρι στο λίκνο του. Δοκιμάστε εκτός από το κλασικό, το Hemingwayμε το χυμό grapefruitκαι τη φράουλα.
Obispo 557

Bar Café de Paris
Αυτό που οι Κουβανοί εννοούν μπαρ. Το πνεύμα και το οινόπνευμα…

Bar La Bodegnita del Medio
Οι ιστορικοί αμφισβητούν αν ο Hemingway ήπιε mojito σε αυτό το bar. To mojtio πάντως, το φαγητό και το κέφι κυριαρχούν και θα σας αφήσουν πλήρως ικανοποιημένους…
Colle Empedrado No 206 Habana Vieza

Bar La Maison
Bar, αλλά και επιδείξεις μόδας από νέους Κουβανούς σχεδιαστές…
Calle 1be/7ma y 9na., Miramar

Bar Monserrate
Εδώ τα έπινε που και που ο Κάστρο πριν το 1954..
Τώρα μια καλή μπάντα, καλά φθηνά ποτά και Κουβανέζικη Κουζίνα
Monserrate a Obrapva

Bar Dos Hermanos
Το bar που άνοιξαν τα αδέλφια Luciano κάποτε.. Ο Lucky και ο άλλος…Το αγαπημένο του Federico Garcia Lorca το 1930
San Pedro No 304

Casa de la Musica Galliano
Αργά το βράδυ εμφανίζονται οι πιο γνωστές Κουβανέζικες μπάντες ..Νωρίς το απόγευμα για Κουβανέζικους χορούς.
Cha-Cha, Mambo, Rumba, Salsa

Club Macumba
Ακριβό στην είσοδο και στα ποτά αλλά το καλύτερο μακράν club της πόλης με πολλούς ντόπιους Κουβανούς κα Κουβανές και λιγότερους τουρίστες.
Calle 222 e/37 y Autopista, Repartola Coronella

Club Diablo Tu-Tun, Miramar
Για εισαγωγή στα Κουβανέζικα ήθη και έθιμα με το μαλακό.. Ας ληφθεί υπ’ όψιν ότι πηγαίνοντας στην Αμαλιάδα από την Αθήνα δεν κουβαλάς μαζί σου καρπούζι(ας μην
χάνουμε το χιούμορ μας)..

LA Zorra y el Cuervo Jazz Club
Το καλύτερο jazz club της Κούβας. 10 pesos είσοδος με ποτό.
Calle 23e/NyO Velado

Irakere Jazz Club
Για τους φίλους της Jazz.
Calle A e/3ra.y 5ta Miramar

El Gato Tuerto
Δίπλα στο Nacional για boleros και ολίγο χορό.
Colle O 17 y Calle 19 Velado

Dos Gardenias
Για boleros και μια βουτιά στο χρόνο. Must για γνωρίζοντες ολίγα περί μουσικής καθώς και για την κατηγορία των —ηντα.
Αν. 7 y Calle 26 Mindanao

Camparet Parisien
Ωραία κοστούμια, εντυπωσιακοί χορευτές και χορεύτριες, πολύ καλοί τραγουδιστές και μουσικοί.
Hotel National Calle 21 y O

Camparet Tropicana
Το παλαιότερο στην Κούβα.
Calle72e/41 y45

Turquino
Club και εστιατόριο με θέα που κόβει την ανάσα.
25ος Όροφος HotelTripHabanaLible, Calle23 Vedado

Thursday, December 20, 2007

Η Κάθυ που μισούσε τις Γιορτές

Της Ιουστίνης Φραγκούλη


Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία του 2007

Αφιερωμένη με αγάπη

Στο Μελινάκι που με εγκατέλειψε
Στην Εαρινή που δίνει τη μάχη της με γενναιότητα
Στο Δημοσθένη που είναι στα ξένα
Στo zero που έχει θέμα με τη μοναξιά
Στους γονείς μου εκεί στη μακρινή Λευκάδα
Σε όλους εμάς, που ξέρουμε πως η μοναξιά νικιέται μόνο απο την αληθινότητα των ανθρώπων, απο τη γνησιότητα των αισθημάτων.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους, γιατί θέλει αρετή και τόλμη να συμμετέχεις στη γιορτή των άλλων!


Η Κάθυ που μισούσε τις Γιορτές



Εξω το χιόνι είχε πέσει απο τη νύχτα πυκνό ακινητοποιώντας τις συγκοινωνίες. Η βοή του δρόμου πνιγόταν κάτω απο το παχύ λευκό επίστρωμα της φύσης. Τα δέντρα, οι κήποι, τα πεζοδρόμια είχαν καλυφθεί απο το πέπλο του χειμώνα. Η τύχη τόθελε παραμονή Χριστουγέννων να πάρει το τοπίο την αίγλη των καρτ-ποστάλ.Τα έλατα της πόλης με φορτωμένα τα κλαριά τους απ το χιόνι έδιναν την αίσθηση της εξοχής, καθώς οι στέγες των σπιτιών είχαν ασπρίσει χάνοντας το σχήμα τους μπροστά στον όγκο.

Η Κάθυ κοίταξε έξω απο το παράθυρό της με αφηρημάδα. Δεν της δημιουργούσε καμιά ευφορία τούτη η λευκή χιονιά. Αντίθετα της μαύριζε την ψυχή καθώς θα είχε να παλέψει με τα καιρικά φαινόμενα μέχρι να φτάσει στο εμπορικό κέντρο όπου δούλευε , ένα χιλιόμετρο απ’ το διαμέρισμά της. Θα μπορούσε- αν είχε την ηρεμία της ψυχής- να τηλεφωνήσει σήμερα στο κατάστημα ρούχων και να ακυρώσει την παρουσία της λόγω χιονόπτωσης.Η δικαιολογία θα ήταν εύσχημη. Θα μπορούσε να πιάσει το πινέλο της να ζωγραφίσει αυτή την απόλυτη εικόνα που απλωνόταν έξω απο το παράθυρό της καταμεσής του Μόντρεαλ.

Ομως η Κάθυ μισούσε αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα, μισούσε κάθε νιφάδα του χιονιού που ισοπέδωνε τα χρώματα της πόλης. Ενιωθε πραγματική απέχθεια για το κρύο , για τα χιόνια, για το χειμωνιάτικο τοπίο που θαρρείς βύθιζε σε απραξία ένα ολόκληρο οικοσύστημα και ακινητοποιούσε ένα πληθυσμό τριών εκατομμυρίων ανθρώπων. Επιπλέον, είχε καλλιεργήσει και μια τεράστια απόρριψη για τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές, που ερχόνταν απο τον Οκτώβριο με φιοριτούρες , λαμπιόνια και ζαχαρωτά. Το Μόντρεαλ φάνταζε απίστευτα ψέυτικο μέσα στους βαρείς στολισμούς του, με τα πολύχρωμα φώτα έξω απο τις μονοκατοικίες των αστών. Φάνταζε σχεδόν αστείο με τους Αγιοβασίληδες στα εμπορικά κέντρα να μοιράζουν ψεύτικα χαμόγελα και φρούδες υποσχέσεις στα παιδιά.

«Ενα κακοστημένο τσίρκο!» σκεφτόταν με περιφρόνηση κάθε φορά που πάταγε το πόδι της στο εμπορικό κέντρο. «Τόσο ψεύτικα όλα, κι όμως ο κόσμος βαυκαλίζεται με την αυταπάτη πως τα δώρα και τα στολίσματα θα φέρουν την ευτυχία φέτος!»

Η Κάθυ προοδευτικά με τα χρόνια είχε γίνει εχθρική με τα Χριστούγεννα. Ποτέ δεν είχε χαρεί τις Γιορτές τούτες σαν παιδάκι γιατί ο πατέρας της ήταν ψήστης σε εστιατόριο και ξενυχτούσε τις παραμονές. Η μάννα της ερχόταν ψόφια απο την κούραση του εργοστάσιου. Δεν είχε κουράγιο να φτιάχνει δέντρα κι αηδίες. Μετα βίας και μετά απο παρακαλετά είχε αγοράσει ένα πλαστικό δεντράκι που στόλιζε η Κάθυ με τον αδελφό της για να νιώσουν κάπως μέσα στο κλίμα. Ανήμερα Χριστούγεννα φτιάχνανε γκιουβέτσι, όταν όλοι οι άλλοι ψήναν γαλοπούλα. Οσο για μελομακάρονα και κουραμπιέδες, γνώρισε τη γεύση και τη μυρωδιά τους απο το φούρνο της γειτόνισσας.

Ετσι άρχισε να μισεί τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές. Γιατί δεν ήταν σαν τα άλλα παιδιά. Γιατί έμεναν σε διαμέρισμα και δεν είχαν έλατο να στολίσουν στην αυλή. Γιατί ο Santa Claus δεν ήταν δικός τους Αγιος να έρθει παραμονή Χριστούγεννα ν΄αφήσει δώρα κάτω απο το δεντράκι. Ούτε και χώραγαν άλλωστε.

Την τελευταία δεκαετία η οικογένειά της είχε διαλυθεί. Ο πατέρας είχε πεθάνει απο καρδιακό και η μάννα της τράβηξε για την Ελλάδα, να κουρνιάσει πλάι στ΄αδέρφια της. Δεν την χώρεσε ποτέ τούτος ο τόπος, μονολογούσε όλα τα χρόνια που θυμάται την ύπαρξή της η Κάθυ.Κι ο αδελφός της παντρεύτηκε κάπου στο Βανκούβερ. Μόνη της η Κάθυ πάλευε να ζωγραφίζει, να πουλάει τους πίνακές της τα καλοκαίρια στις υπαίθριες αγορές του Μόντρεαλ.

Φόρεσε το παλτό της, έδεσε το λαιμό με το πλεχτό κασκόλ της, έβαλε τις αδιάβροχες μπότες, τα χοντρά γάντια της και βγήκε στο δρόμο. Τα πόδια της βυθιζόνταν στην απαλότητα του χιονιού αλλά εκείνη περπατούσε με μανία πληγώνοντας τη λευκή επιφάνεια, εκδικούμενη θαρρείς αυτή την απόλυτη τελειότητα της φύσης. Ηθελε να βρεθεί σύντομα στο κατάστημα , να δουλέψει, να συναλλαγεί με κόσμο που ήταν στην ίδια μοίρα με κείνη. Επέλεγε στις Γιορτές να κάνει όλες τις υπερωρίες για να μη μένει μόνη στο σπίτι της, να μην έρχεται φατσα με την απόλυτη ξενοσύνη της απο την κουλτούρα του περιβάλλοντος χώρου.

Στο κατάστημα ήταν μόνο άλλη μια υπάλληλος. Αυτές οι δυό είχαν νικήσει το χιόνι. Ξαφνικά άκουσε το όνομά της;

-Κάθυ! Κάθυ!. Γύρισε και είδε την καλοβολεμένη συμμαθήτρια, κομψή και όμορφη με τσάντες γεμάτες ψώνια, με κουτιά πασπαλισμένα με χρυσόσκονη να εισβάλει στο μαγαζί.

-Χρύσα εσύ;Καιρούς και χρόνια έχω να σε δώ! Πώς απ΄τα μέρη μας με τέτοιο χιόνι; Μένεις κάπου στο δυτικό νησί, δεν είναι;

-Είπα να πάρω το τζίπ και να φύγω όσο πιό μακριά γίνεται. Τα παιδιά ήταν σε υστερία. Με ζάλισαν απο τη μέρα που τελείωσε το σχολείο. Τάφησα στη μάννα μου και τόσκασα. Τί ευτυχής σύμπτωση να σε βρώ εδώ.

-Δηλαδή δεν έχεις ψωνίσει ακόμη τα Χριστουγεννιάτικα δώρα σου παραμονή; Δεν σε πιστεύω εσένα την απόλυτα προγραμματισμένη.

-Ναί, έχεις δίκιο. Είχα ψωνίσει, αλλά ήθελα να βγω απο το σπίτι, να δραπετεύσω, να σταματήσω για λίγες ώρες να είμαι η μάννα, η νοικοκυρά, η δούλα κι η κυρά. Ηρθα για να βρεθώ λίγο μόνη μου, μακριά απο τη βουή της οικογενειακής ευτυχίας!

-Θα μπορούσα και να σε λυπηθώ που είσαι νέα, ωραία κι ευτυχής!

Γέλασαν και οι δυό με το σαρκασμό της Κάθυς. Η Χρύσα τη ρώτησε για τα δικά της κι έμαθε πως ζούσε πιά μόνη της σε ένα μικρό διαμέρισμα στην πόλη. Με το τέλος της αφήγησης άνοιξε τα χέρια και έβαλε στην αγκαλιά της τη παλιά συμμαθήτρια απο το ταπεινό Πάρκ Εξτένσιον.

-Απόψε δεν θα φύγω χωρίς εσένα για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Σου το δηλώνω πως θα περιμένω να κλείσει το μαγαζί , να σε πάρω εκεί στα δυτικά νε δείς τι τραβάνε οι ευτυχισμένες μαμάδες.

Η Κάθυ χαμογέλασε αμυδρά. Δηλαδή στ αλήθεια θα ζούσε και η ίδια παραμονή Χριστουγέννων το κλίμα της Αγιας Νύχτας; Δηλαδή απόψε- μετα απο μια δεκαετία-θα μοιραζόταν με μια οικογένεια τη Μεγάλη Γιορτή; Δεν θα τραβούσε μετά το μαγαζί ολοταχώς στο σπίτι να σκεπαστεί με την καρό μάλλινη κουβέρτα μέχρι τα αυτιά για να μη βλέπει και να μην ακούει τα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια; Δεν ηξερε αν μπορούσε ν’ αντέξει τέτοια ευτυχία!

Η Χρύσα απομακρύνθηκε για να τελειώσει τα ψώνια της με την υπόσχεση πως θα ξαναγύριζε να την πάρει μετά το κλείσιμο του Κέντρου στις 5 η ώρα.

Η Κάθυ ξαφνικά τρόμαξε απο τη χαρά της αλλά και απο τη γενναιοδωρία της παλιάς της φίλης. Ομως δεν άφησε να την προδώσει πάλι η δυσπιστία της. Αρχιζε κιόλας να της μυρίζει ευχάριστα το εμπορικό κέντρο με τα δεκάδες αρωματικά κεριά, που μέχρι πριν απο λίγο σκόρπιζαν το εφιαλτικό τους άρωμα στη μικρή μοναχική γυναίκα του Μόντρεαλ!

Monday, December 17, 2007

Το Χριστουγεννιάτικο πάρτυ για την Αλεφ (και λίγο για το Μόχα!)

Αυτό το πόστ είναι το Χριστουγεννιάτικο πάρτυ μου για την Αλεφ με το βελούδινο κόκκινο της χαράς.

Επειδή αγαπάει τα χιόνια. Επειδή είναι ρομαντική. Επειδή γράφει τα αγαπητικότερα κομμάτια για τη λογοτεχνία του κόσμου. Επειδή μας μαζεύει όλους και όλες κάτω απο τη στοργική φτερούγα της. Επειδή είναι η ΘΕΑ του λογοτεχνικού διαδικτύου. Επειδή είναι ακάματη γυναίκα των γραμμάτων. Επειδή ανοίγει το λογοτεχνικό οίκο Αγκυρα σε καινούρια ταλέντα (όπως το λατρεμένο Μόχα) . Επειδή τη διαλέγω για φίλη μου.

Χθές έπεσε χιόνι απαλό, μαλακό σαν το βαμβάκι. Ολη τη μέρα η πόλη μου βυθιζόταν ολοένα κάτω απο το λευκό πάπλωμα της φύσης. Κι εμείς το γιορτάσαμε στο βουνό.Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες μέσα και έξω απο το σπίτι μας μπροστά απο τη λίμνη. Εμβληματικές οι πεταλούδες στα παράθυρα μέσα απο τα χιόνια. Γιατί η Κωνσταντίνα μου θα απουσιάζει κι αυτά τα Χριστούγεννα!

Καλές Γιορτές

Ιουστίνη








Friday, December 14, 2007

Ημερολόγιο Αβάννας

Αυτό το πόστ είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στον πρώτο αναγνώστη του μπλόγκ μου καθηγητή Στέλιο Φραγκόπουλο, επειδή παρέλειψα να κάνω πάρτυ στη γιορτή του.
Το κείμενο είναι προδημοσίευση απο το υπό έκδοση βιβλίο μου με τίτλο "Ημερολόγιο Αβάννας".


Της Ιουστίνης Φραγκούλη









Το ίδιο απόγευμα

Πήρα το λεωφορειάκι του ξενοδοχείου μαζί με άλλους ευγενείς κι αθόρυβους τουρίστες που μας κατέβασε στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία Σεν Μιγκουέλ. Είπα να πλανηθώ έτσι χωρίς πρόγραμμα για να χορτάσει το μάτι μου αυτή την απίστευτη αρχιτεκτονική της Αβάνας, που μοιάζει μ’ ένα ατέλειωτο εργόχειρο, Kι ανάμεσα στα στολίδια να λείπουν χάντρες, ανάμεσα στα υπέροχα σπίτια να βρίσκονται σκόρπια τα άλλα, αχρωμάτιστα, εγκατελελειμένα , ελεεινά.

Το ιστορικό κέντρο έχει ανακαινισθεί και διαρκώς ανακαινίζεται με την επιχορήγηση της Unicef υπο το συντονισμό του φωτισμένου ιστορικού Εουσέβιο Ρεάλ...Στο πλαίσιο αυτό έχει κτισθεί το ορθόδοξο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου μέσα στο πάρκο . Είναι μια πραγματική μινιατούρα, που παραπέμπει σε μέρες Ορθόδοξες κάπου μακριά στη μικρή γαλανή πατρίδα.

Προχωράω στο δρόμο, όπου οι Κουβάνοι και οι Κουβάνες ντυμένοι στην τρίχα και βαρειά αρωματισμένοι προσπαθούν να ψαρέψουν τουρίστες για την πραμάτεια τους. Αλλοι με προσκαλούν στις τιέντες τους να αγοράσω κανένα σουβενίρ, άλλοι μου λένε δήθεν μυστικά να μου προσφέρουν φτηνά πούρα Αβάννας. Λέω διαρκώς όχι και νιώθω επιεικώς άβολα.

Ενας νεαρός μελαμψός Αδωνις με ακολουθάει συνεχώς. Αρχίζω να φοβάμαι πως θα μου επιτεθεί, αν και η εγκληματικότητα είναι ελεγχόμενη στους κεντρικούς δρόμους, όπου κυκλοφορούν αστυνομικοί και χαφιέδες.

Ο νεαρός με πλησιάζει, σχεδόν με στριμώχνει στο πεζοδρόμιο: Πούρα ;με ρωτάει Οχι, του κάνω νόημα. Ερωτα; Δηλαδή αγοραίο έρωτα; Τρέχω αλαφιασμένη στην κεντρική πλατεία, όπου είναι αναμειγμένοι Κουβάνοι και τουρίστες. Νιώθω περισσότερο ασφαλής. Το μάτι μου πιάνει όμορφα κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά να στήνουν παγίδα έρωτα σε άντρες τουρίστες. Με πιάνει μια μελαγχολία για την κατάντια της Κούβας του αγαπημένου μου Φιντέλ Κάστρο.

Ξαφνικά πέφτω σ’ ένα τρελλό πάρτυ. Εδώ έχουν στήσει χορό σάλσα και τάνγκο και όλα, κάτω απο τους μαγικούς ήχους μιας τετραμελούς ορχήστρας. Η ορχήστρα παίζει και οι άνθρωποι στροβιλίζονται στους ρυθμούς της ξενοιασιάς,που αγοράζεται φτηνά στο κέντρο της Αβάννας.

Φωτογραφίζω με πραγματική μανία τα κτίρια της ισπανικής αποικιοκρατίας, μεγαλεπήβολα και αρχοντικά. Η αστυνομία κρατάει ένα ολάκερο κάστρο για πάρτη της. Ολες οι κρατικές υπηρεσίες στεγάζονται στα ομορφότερα και πιό ανακαινισμένα κτίρια της πόλης. Οι Κουβάνοι ζούν στα ισόγεια και τους ορόφους των στριμωγμένων σπιτιών, που είναι σχεδόν ερέιπια. Στα ξεφτισμένα νεοκλασικά μπαλκόνια φιγουράρουν τα απλωμένα ρούχα της λερής μπουγάδας.

Στο ιστορικό κέντρο οι Κουβάνοι για να βγάλουν λεφτά έχουν μετατρέψει τα σπίτια τους σε μαγαζάκια με είδη σουβενίρ. Πουλάνε χοντροκομμένες δαντέλες, ξύλινα αγαλματάκια και ναϊφ ζωγραφικούς πίνακες. Στο παράθυρό τους έχουν βγάλει την πραμάτεια για τους τουρίστες. Ολη η ζωή κινείται γύρω απο τους τουρίστες, απο τα λεφτά, απο την κρυφή συναλλαγή. Το όνειρο των Κουβάνων είναι να βρεθεί ένα ξένο χέρι να τους τραβήξει μακριά απο την ονειρεμένη χώρα τους.

Κατηφορίζω προς την παραλία, όπου είναι απλωμένο το μεγάλο επίσημο παζάρι της Αβάννας. Διάφορα σκούρα χέρια με τραβάνε προς το δικό τους μαγαζί. Αγοράζω ξύλινα αγαλματάκια (όπως σε κάθε ταξίδι μου) απο μια όμορφη κοπέλα. Σταματάω σ΄ένα παππού και αγοράζω τους μικρούς πίνακές του. Με συγκινεί η διαφορετικότητα της ζωγραφικής του. Ενώ είναι ναϊφ, η γραφή του αποπνέει ένα αβίαστο εξπρεσιονισμό. Πληρώνω μόνο 3 δολάρια για τον κάθε πίνακα αυτού του γεραμσένου ταλέντου, που χάθηκε για πάντα στην ανωνυμία της υπεροπροσφοράς της κομμουνιστικής κουλτούρας.

Τελικά, με τραβάει το πίσω μέρος του παζαριού, όπου είναι εκετεθειμένοι πίνακες γνωστών Κουβάνων ζωγράφων. Ανάμεσα στους γραφικούς τοπικούς , ανακαλύπτω τρομερά ταλέντα. Οι πίνακες μεγάλων διαστάσεων, λάδι και τέμπερα πουλιούνται μέχρι 100 δολάρια έκαστος. Δεν κάνω ούτε το παραμικρό παζάρι, η τέχνη εδώ κοστίζει εξευτελιστικά φτηνά. Αγοράζω τέσσερα κομμάτια , δύο για το σπίτι του Μόντρεαλ κι άλλους δύο για το διαμέρισμα της Αθήνας.

Νιώθω μια παράξενη ευφορία καθώς κρατώ υπό μάλης τα έργα τέχνης που θα μεταφέρω στον βολεμένο κόσμο της δύσης. Νιώθω σα να έχω διαπράξει μια μεγάλη κλοπή, αλλά πάλι για την Κούβα 100 δολάρια είναι έξι μηνιάτικα, υπολογίζω και παρηγοριέμαι.

Αναζητώ την πλατεία με το λεωφορείο που θα με γυρίσει στο ξενοδοχείο μου. Εχω μισή ώρα καιρό. Κάθομαι σ’ ένα συνηθισμένο καφενείο περιτριγυρισμένη απο Κουβάνους. Ακριβώς δίπλα μου παρατηρώ ένα πλήθος ανθρώπων να περιμένουν στην ουρά έξω απο ένα μαγαζί. Η μουσική στο καφενείο είναι ηχηρή, οι κουβάνοι δε χωράνε στις καρέκλες τους, χορεύουν στο ρυθμό των μοντέρνων ήχων της μπιτάτης σάλσα.Εναρμονίζομαι ενστικτώδικα μαζί τους.

Σηκώνομαι να πάρω το λεωφορείο. Το μαγαζί δίπλα μου ήταν τελικά ένα μπακάλικο που έφερε απόψε εκτάκτως γάλα και ρύζι. Επεσε σύρμα και μαζεύτηκε η γειτονιά. Γι αυτό περίμεναν στην ουρά οι κουβάνοι, για να προλάβουν να ψωνίσουν.

Μπαίνω στο λεωφορείο. Εξω έχει απλωθεί το λυκόφως και τα πρώτα φώτα ανάβουν στην καρδιά της Αβάννας. Παίρνουμε την παραλιακή λεωφόρο. Απο το μώλο κρέμονται οι μελαψοί κάτοικοι της πόλης. Αλλοι έχουν βγεί ζευγάρια για τη βραδινή τους βόλτα κι άλλοι ψαρεύουν με το καλαμίδι!

Thursday, December 6, 2007

Το πάρτυ για το Νίκο Λαγκαδινό

Αυτό το κατάλευκο πάρτυ της πόλης μου είναι αφιερωμένο στο συνάδελφο και φίλο Νίκο Λαγκαδινό απο καρδιάς.
Χρόνια πολλά στους Νίκους και τις Νίκες.
Χρόνια Πολλά στον πατέρα μου παπα-Νικόλα Φραγκούλη και στον ανηψιό μου Νικόλα Φραγκούλη.
Με μακρινά φιλιά απο την ξενητειά
Ιουστίνη






Wednesday, December 5, 2007

Η αυθαιρεσία και ατιμωρησία του ΕΚΕΒΙ

Της Ιουστίνης Φραγκούλη


Δεν θέλω να πιικρίζω μέρες πούρχονται αλλά ως πολιτικά σκεπτόμενο όν και ως λογοτέχνις έχω ορισμένες ενστάσεις να καταθέσω σε σχέση με τα βραβεία Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (Εθνικό Κέντρο Ελληνικού Βιβλίου).

Τα βραβεία αναγνωστών προκύπτουν απο την προτίμηση του κοινού, είναι τα περίφημα people’s awards και δεν έχουν να κάνουν με ποιότητα, ύφος, ιστορία, συγγραφέα, εκδοτικό οίκο, αλλά με την δημοφιλία των βιβλίων στους αποδέκτες τους, που είναι αποκλειστικά και μόνο το κοινό.

Μαθαίνω πως σ’ αυτή τη γραμμή κινούνταν οι υποψηφιότητες του ΕΚΕΒΙ μέχρι πέρισι, πως δηλαδή η λίστα των υποψηφίων βιβλίων συντασσόταν με βασικό κριτήριο το ευπώλητο των 10 βιβλίων της λίστας .Φέτος, παρακάμφθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία της προτίμησης των αναγνωστών και μεσολάβησε μια κριτική επιτροπή με κριτικούς του γνωστού κυκλώματος, οι οποίοι έδωσαν τη δική τους λίστα με βάση τις προσωπικές και διαπλεκόμενες προτιμήσεις τους.

Δεν έχω τίποτε με την ευγενή τάξη των κριτικών, οι οποίοι προσπαθούν να κατευθύνουν την αγορά του βιβλίου μέσω των κειμένων τους απο τις εφημερίδες και τα περιοδικά στα οποία εργάζονται. Τη δουλειά τους κάνουν και μάλιστα κάτω απο τη μύτη του εκάστοτε εργοδότη τους, που φαίνεται πως ήκιστα ενδιαφέρεται για την διαπλοκή στο χώρο των λογοτεχνικών εκδόσεων. Ωστόσο, σήμερα οργίζομαι εναντίον του Εθνικού Κέντρου Ελληνικού Βιβλίου, το οποίο πάλι προσπάθησε να «καπελώσει» την υπόθεση διορίζοντας επιτροπούλες και τα τοιαύτα εις βάρος της δημοφιλίας των βιβλίων.

Δεν ξέρω για τους άλλους εκδοτικούς οίκους, αν δηλαδή επιλέχθηκαν τα πιό ευπώλητα βιβλία τους. Θα μιλήσω όμως για τα Ελληνικά Γράμματα, όπου σαφώς το best seller στην λογοτεχνία (ελληνική και ξένη) υπήρξε το Ψηλά Τακούνια Για Πάντα τη συγκεκριμένη περίοδο , αφού βρίσκεται ήδη στην 5η έκδοση (παρά τη δυσλειτουργία του οίκου λόγω της αλλαγής ιδιοκτησίας). Ωστόσο,αντ’ αυτού μπήκε στη λίστα του βραβείου των Αναγνωστών το βιβλίο του συμπαθούς Αρη Μαραγκόπουλου, το οποίο υπολείπεται τα μάλα σε αριθμούς πωλήσεων.

Διάβασα σε κάποιο ιστολόγιο το γράμμα διαμαρτυρίας του Θανάση Ψυχογιού, ο οποίος αναρρωτιέται πώς αλλάζουν οι θεσμοί έτσι δια μαγείας εν μια νυκτί. Πώς παραβιάζονται τα αυτονόητα χωρίς να μιλάει κανείς. Πώς γίνονται τα εγκλήματα χωρίς καμία τιμωρία. Και μιλάμε για το Εθνικό Κέντρο Ελληνικού Βιβλίου, που στηρίζεται απο τα χρήματα ημών των φορολογουμένων. Δεν μιλάμε για ιδιωτικούς φορείς και περιοδικά, που παίζουν με γνώμονα τα συμφεροντάκια τους.

Δεν είμαι η συγγραφέας που περιμένει καταξίωση απο το ένα ή άλλο βραβείο. Είμαι τυχερή να δίνω τη μάχη της επικοινωνίας του βιβλίου μου σε ένα διεθνές περιβάλλον κι έτσι δεν περιμένω καμία επιβράβευση απο τα πηγαδάκια της Αθήνας.

Ωστόσο, το ΕΚΕΒΙ ώφειλε να σεβαστεί το βραβείο των Αναγνωστών που το ίδιο θεσμοθέτησε, οφείλει γενικά να σέβεται το γεγονός πως ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού και χρηματοδοτείται απο τον εθνικό προϋπολογισμό του κράτους. Δεν είναι μαγαζί κανενός και δεν δικαιούται να παίζει με την λογική μας.

Αυτά τα ολίγα και βέβαια εγώ και η παρέα μου απο τη Λευκάδα ψηφίσαμε το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, επειδή εμείς στον παράγοντα της δημοφιλίας μετράμε προπάντων την εντοπιότητα.

Tuesday, December 4, 2007

Στη φιλία που δε χάνεται ποτέ

Επειδή απο τότε που ξενητεύτηκα ξαναβούτηξα στις παλιές φιλίες μου και τις κρατώ ανέγγιχτες ως κόρη οφθαλμού
Επειδή επενδύω μόνο σε ανθρώπινες σχέσεις απο την ημέρα της φυγής στον Καναδά
Επειδή Τα Ψηλά Τακούνια Για Πάντα είναι αφιερωμένα εξαιρετικά στις φίλες των νεανικών μου χρόνων
Επειδή εμπλουτίζω διαρκώς τη ζωή μου με καινούριες φιλίες αγάπης και όχι καταναγκασμού ή συμφέροντος
Επειδή μου λείπουν αφόρητα οι φίλοι μου εδώ στο χιονισμένο Μόντρεαλ
Αποφάσισα να αναδημοσιεύσω το τρυφερό κομμάτι του φίλου μου Στράτου Δουκάκη, που μ’ αγγίζει, με πονάει , με καίει...


Ιουστίνη

Η ΧΑΜΕΝΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ...
«Στις παρέες που σκορπίσανε, στις φιλίες που χαθήκανε…»
Γράφει ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ
4/12/2007
Πέστε μου, πόσες φορές δεν μας έχει συμβεί. Σε μια συμπτωματική –και ως συνήθως σύντομη– συνάντηση ή μια τηλεφωνική επικοινωνία με φίλους, η τελευταία φράση μας να είναι τούτη η γνωστή: «κοίτα, να μη χαθούμε, να τα πούμε από κοντά, έτσι;». Νομίζω αρκετές φορές. Κι αυτή μας η επιθυμία «να τα πούμε», δεν εκπληρώνεται ποτέ κι εκείνο το «από κοντά» μένει κάπως απόμακρο, όπως και η υπόσχεση «να μη χαθούμε» μεταβάλλεται σε ανάμνηση, ώσπου τελικά... χανόμαστε. Μια και καλή!
Γιατί άραγε χανόμαστε; Γιατί αφήνουμε την καθημερινότητα να μας καταπίνει; Στις μίζερες και μελαγχολικές εποχές που σήμερα ζούμε, όπου τα χαμόγελα και η αισιοδοξία φαίνεται πως σκορπίστηκαν σαν τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουμε φορτώσει τους ώμους μας με όλο και μεγαλύτερες υποχρεώσεις. Με πρόσωπα σκυθρωπά συνωστιζόμαστε στην αφετηρία του καθημερινού μαραθώνιου για επιβίωση. Χανόμαστε στις λεωφόρους της πεζότητας και των έντονων ρυθμών, κυνηγώντας το χρόνο που ποτέ δεν μας φτάνει. Κάνοντας ό,τι κοροϊδεύαμε. Όσα αμφισβητούσαμε. Πώς έγινε και ισοπεδώθηκαν έτσι όλα;
Αλλάζουν με τον καιρό τα πράγματα, αλλάζουν τα ενδιαφέροντα και οι σχέσεις αποκτούν άλλη έννοια. Αλλάζει ο κόσμος... Πάντα άλλαζε. Οι άνθρωποι, γινόμαστε αλλιώτικοι. Έχει εξαφανιστεί από μέσα μας η απλότητα, η ζεστασιά, η συμπαράσταση, η φιλοξενία, η ψυχική επικοινωνία, το ζεστό άγγιγμα, όλα αυτά που, κάποτε, έσμιγαν τους ανθρώπους. Τότε, με άλλα σταθμά ζυγιζόταν η ζωή και με άλλα μέτρα μετριόταν ο κόσμος. Οι νοσταλγικές αναμνήσεις όπως και τα αγνά ανθρώπινα αισθήματα καταλαγιάζουν μέσα μας σιωπηλούς σπαραγμούς και δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Παγώνουν ακίνητες οι στιγμές του παρελθόντος. Κι όταν εσύ, καλέ μου φίλε, ανακαλύπτεις την τραγικότητα της κατάστασης, –ίσως την πιο τραγική, ωστόσο αληθινή– συνειδητοποιείς τη ματαιότητα.
Συμβιβάζεσαι και δέχεσαι ότι ακόμη και τα πιο αγαπημένα μας πρόσωπα, μας επιφυλάσσουν, συχνά, μια απογοήτευση.
Ο χώρος, είν’ αλήθεια, στένεψε, μίκρυνε, ήρθε στα μέτρα των συμφερόντων μας, αφού –καθώς φαίνεται– αυτά τώρα συνιστούν τον μοναδικό γνώμονα, αυτά απαρτίζουν την ηθική μας... Μετατρέψαμε το χώρο μας σ’ ένα τοπίο γεμάτο υποκρισία και απόκρυφες λαχτάρες. Αγωνίες αβάσταχτες, για όσα ανείπωτα φωλιάζουν βουβά μέσα μας. Έχουμε ανάγκη να ονειρευόμαστε αλλά και να είμαστε δεμένοι πάντοτε με τα πράγματα γύρω μας. Με τα ασήμαντα που συνθέτουν την ιδιαίτερη ποιότητα της ανθρώπινης μοίρας. Μένουμε εγκλωβισμένοι, αλίμονο, μέσα στο εφήμερο γιατί απομακρυνθήκαμε εντελώς από το χώρο του ονείρου. Τώρα το εφήμερο βασιλεύει και όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Οι άνθρωποι θα έπρεπε, νομίζω, στο πέρασμα των χρόνων, να παραμένουν ίδιοι και αμετάβλητοι. Δεν πιστεύω ότι αξίζει να αλλοιώνει κανείς τον εαυτό του, όποιος και αν είναι ο στόχος του. Όλα εκείνα τα ανθρώπινα πάθη που φωλιάζουν στα απόκρυφα βάθη της ψυχής μας, οι βουβές πίκρες και οι αβάσταχτοι στεναγμοί, οι έμμονες απογοητεύσεις, τα χαστούκια της ζωής, οι αμίλητες χαρές και οι άφωνες λύπες θα έπρεπε, αν γίνεται (που δεν γίνεται), να μην αφήνουν σημάδια μέσα μας.
Μας λείπουν, πράγματι, οι άνθρωποι, μας λείπουν τα λόγια που δεν είπαμε, οι συνομιλίες που δεν πρόφτασαν να τελειώσουν... Όσα ανομολόγητα μας πονούν. Δυνατά αισθήματα που, παρ’ όλα αυτά, παραμένουν ζωντανά αλλά κι απόμακρα, χάνονται στην αμίλητη λησμονιά, στις θολές συννεφιές ενός αγνώριστου περιβάλλοντος. Όλα ίδια και όλα τόσο διαφορετικά. Όνειρα και διαψεύσεις αλλά και απρόσμενες απογοητεύσεις από πρόσωπα που κάποτε ήταν «φίλοι» μας! Μας λείπει αυτό που ήταν κάποτε.
Όταν οι φιλίες ξοφλάνε, όταν πια δεν έχεις τι να μιλήσεις και τι να πεις μ’ έναν φίλο, η φιλία τραυματίζεται, η ανθρωπιά και η αγάπη χάνονται, παραμένουν απόμακρες. Έχουν τη γοητεία, θαρρείς, των ερειπίων: σε κάνουν να νοσταλγείς ή να αναπλάθεις το αλλοτινό τους κάλλος. Και στο τέλος σε κάνουν να νιώθεις χειρότερα από πριν. Αυτή είναι η αδυσώπητη πραγματικότητα της μοίρας, κι εμείς, αλίμονο, τη δεχόμαστε...

Saturday, December 1, 2007

Η τραγωδία του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος

Της Ιουστίνης Φραγκούλη


Είδα τις προάλλες στην ΕΡΤ και μάλιστα στην εκπομπή της κας Φλέσσα με τίτλο «Στα Ακρα» την κυρία Στάϊκου,( υπεύθυνη τέχνης και δημοσίων σχέσεων του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς) κυριολεκτικά να κομπάζει για την υπέροχη και πανάκριβη συλλογή έργων τέχνης που φιλοξενούνται στο κεντρικό μέγαρο της τράπεζας. Την είδα να καμαρώνει για τον πλούτο που συσσωρεύεται καθημερινά στην τράπεζά της (και τις άλλες ελληνικές τράπεζες) απο τα χρήματα των μικρομεσαίων Ελλήνων εργαζομένων. Την είδα να μιλάει απαξιωτικά για τους Ελληνες πελάτες (που δεν έχουν καλή σχέση με τις αποπληρωμές των πιστωτικών τους καρτών) γι αυτό οι τραπεζικοί οργανισμοί τους φορολογούν με το μεγαλύτερο spread ολάκερου του δυτικού κόσμου.

Και τότε άναψε μέσα μου ο απόλυτος θυμός για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το οποίο βίωσα στο πετσί μου κατα το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ελλάδα.

Είχα, λοιπόν, ένα υπόλοιπο στεγαστικού δανείου στην Εμπορική Τράπεζα της οδού Αλεξάνδρας. Ο σύζυγός μου και μέντορας περι τα οικονομικά – πάντα, λέει, πρέπει να συναλλασσόμαστε με τράπεζες και να είμαστε δανειοδοτημένοι κατα την βορειοαμερικάνικη νοοτροπία- πήγε στο κοντινό υποκατάστημα της Εθνικής και ζήτησε να μάθει τί χρειάζεται κανείς για να μεταφέρει το στεγαστικό του εκεί. Η Εθνική Τράπεζα, άλλωστε, έδινε ευνοϊκότερους όρους για την μετατροπή του δανείου σε ελβετικό χρήμα. Ο σύζυγός μου ρώτησε πόσο γρήγορα ολοκληρώνεται η διαδικασία και πόσο εύκολη θα ήταν η μεταφορά του δανείου, καθώς εξήγησε πως είμαστε κάτοικοι εξωτερικού και δεν διαθέτουμε τον απαραίτητο χρόνο εν Ελλάδι. Του έδωσαν μια λίστα απο χαρτιά διαβεβαιώνοντάς τον πως με μια υπογραφή της δανειολήπτριας- τουτέστιν εμού- θα τελειώναμε σε μια εβδομάδα το πολύ.

Επισκέφθηκα άμεσα το υποκατάστημα της Εμπορικής στην Αλεξάνδρας και τους ανακοίνωσα πως σκόπευα να μεταφέρω το στεγαστικό μου στην Εθνική γιατί μου πρόσφεραν ευνοϊκότερους όρους. Η υπεύθυνη του δανείου μου κα Μπικοράρου προσπάθησε να με πείσει να μείνω στην Τράπεζά της, εισηγούμενη μια πρόταση με χαμηλότερο κλειστό επιτόκιο σε ευρώ. Το ελβετικό δεν μπορούν να το υποστηρίξουν τεχνικά μου εξήγησε κι έτσι της ξεκαθάρισα πως η απόφασή μου να αλλάξω τράπεζα ήταν ειλημμένη.

Στο μεταξύ άρχισα να προετοιμάζω τη χαρτούρα, άδεια οικοδομής της πολυκατοικίας, σχέδιο διαμερίσματος, απόδειξη απο το υποθηκοφυλακείο για την πρώτη υποθήκη, εκκαθαριστικά της εφορίας για όλη μου σχεδόν τη ζωή, Ε 1,Ε2 Ε3, Ε4 και όλα τα Εψιλον της Εφορίας... Η γραφειοκρατία γινόταν μια απίστευτη θηλειά κι ακόμη δεν είχα μάθει τα χειρότερα.

Κι ενώ ήμουν στη μέση της διαδικασίας μου τηλεφωνεί η κυρία Μπικοράρου να μου ανακοινώσει πως η Εμπορική Τράπεζα μπορεί να μου προσφέρει τη μετατροπή του δανείου σε ελβετικό με 3% κλειστό για τρία χρόνια. Χωρίς δεύτερη σκέψη της είπα να προχωρήσει τη διαδικασία για να γλιτώσω απο τον εφιάλτη της χαρτούρας.

Περνάει μια εβδομάδα και δεν είχα ειδοποίηση να πάω να υπογράψω τη νέα σύμβαση. Τη δεύτερη εβδομάδα αποφάσισα να της τηλεφωνήσω εγώ για να ολοκληρώσουμε της διαδικασία μια και οι μέρες μου λιγόστευαν στην Ελλάδα. Η κυρία Μπικοράρου άφαντη και αντ’ αυτής μια άλλη υπάλληλος μου έλεγε πως δεν είχε λάβει απάντηση απο τα κεντρικά. (Στο μεταξύ, είχε ακινητοποιηθεί η διαδικασία στην Εθνική Τράπεζα).

Μετά απο 10 μέρες με πήρε τηλέφωνο ο διευθυντής της Τράπεζας κος Αλέξανδρος Καρύδης για να μου αναγγείλει πως τελικά δεν μπορούσε η Εμπορική να υποστηρίξει τεχνικά το δάνειο σε ελβετικά φράγκα και πως αυτός μου προσέφερε το κανονικό κλειστό επιτόκιο σε ευρώ. Αστραψα και βρόντηξα. Τον ρώτησα γιατί μου έκανε η υπάλληλός του κα Μπικοράρου την επιθετική πρόταση για 3% σε ελβετικό και μου απάντησε πως η κυρία Μπικοράρου είναι πλέον σε σύνταξη. Επιπλέον, προσπάθησε σχεδόν δια της φραστικής βίας να μου επιβάλει τη δική του πρόταση.

Αμέσως έδωσα εντολή στην Εθνική να προχωρήσει την διαδικασία. Κι εκεί τι ανακάλυψα; Πως για να γίνει η πράξη προσημείωσης για τη δεύτερη υποθήκη έπρεπε να συρθώ στο δικαστήριο αυτοπροσώπως –παρακαλώ- και να περιμένω την ατέλειωτη ουρά του υποθηκοφυλακείου.

Στο υποθηκοφυλακείο η κατάσταση ήταν σχεδόν τραγική. Εκατοντάδες πολίτες και δικηγόροι φίγδην μίγδην σε μια θλιβερή αίθουσα με σπασμένες πλαστικές καρέκλες περίμεναν στην ουρά για να υποβάλλουν τα χαρτιά τους σε τρία γκισσέ. Μάλιστα! τρείς μόνο υπάλληλοι ήταν ταγμένοι να υπηρετήσουν τις μεταγραφές μιας ολάκερης Αθήνας. Για να κάνω την ιστορία τραγικότερη, προσπάθησα να επισπεύσω τη διαδικασία έκδοσης της πράξης προσημείωσης ανεβαίνοντας στους επάνω ορόφους του ευαγούς ιδρύματος. Κι εκεί χτύπησα σε πόρτες με αδειανά γραφεία. Κανείς μα κανείς υπάλληλος δεν ήταν στο πόστο του, όταν οι γκισέδες της υποβολής αιτήσεων ήταν μόνο τρείς και οι πολίτες πνιγόνταν απο την αναμονή και την καθυστέρηση.

Παρόλα αυτά μερικές μέρες αργότερα είχε μεταγραφεί η δεύτερη υποθήκη επι του ακινήτου μου. Με την επιταγή αποπληρωμής απο την Εθνική πήγα στην Εμπορική, όπου έκλεισα την υπόθεση του δανείου. Φυσικά, η άρση της προσημείωσης της πρώτης υποθήκης θα πάρει περί το ένα δίμηνο για να ολοκληρωθεί. Μια ζωή σχεδόν.

Ζώντας αυτές τις σκηνές πραγματικά λυπήθηκα τους συνέλληνες, τους πατριώτες μου, που οφείλουν να αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση την τραγωδία της γραφειοκρατίας, τη γελοιότητα του τραπεζικού συστήματος, την αναρχία των δημοσίων υπηρεσιών, την προσβολή της προσωπικότητάς τους απο το δημόσιο σύστημα.

Πού είναι η αναδόμηση του κράτους κύριε Παυλόπουλε; Πού είναι η ευθυγράμμιση με το μοντέλο εξυπηρέτησης της δύσης στα αυτονόητα; Πού είναι ο σεβασμός προς τον πολίτη για την ομαλοποίηση της καθημερινότητάς του;

Οσο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εκμεταλλεύεται ασύστολα τους Ελληνες πολίτες προσφέροντάς τους ως αντάλλαγμα την έλλειψη σεβασμού και την ευθυγράμμιση προς την απόλυτη γραφειοκρατία του δημόσιου τομέα.

Θλίβομαι και λυπάμαι!

ΥΓ. Ξέχασα να σας πώ ότι σύμφωνα με τη νέα μου σύμβαση, που μου προσφέρει κλειστό επιτόκιο 3,80% για δύο χρόνια, αν αποπληρώσω το δάνειο πριν απο την προβλεπόμενη χρονική προθεσμία, θα πρέπει να καταβάλλω ως ποινή την διαφορά που θα έχω κερδίσει σε σχέση με το ευρωπαϊκό επιτόκιο αυτά τα δύο χρόνια. Ακόμη κι αν αυτό συμβεί σε μια δεκαετία απο σήμερα. Ο όρος είναι απόλυτα καταχρηστικός και παράνομος, αλλά πού είναι η υπηρεσία του Πολίτη να καταργήσει αυτές τις παρανομίες; Πού βρίσκεται όταν οι τράπεζες παρανομούν και πνίγουν τους πελάτες τους με καταχρηστικούς όρους; Σίγουρα αυτά δεν συμβαίνουν σε άλλες ευνομούμενες δυτικές χώρες, καθώς η αυθαιρεσία τιμωρείται αυτοδίκαια!