Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Thursday, June 18, 2015

Η αναχώρηση της θείας Δήμητρας: Το τέλος της αθωότητας


Τη θεία Δήμητρα την ξέραμε απο πάντα, ήταν η γυναίκα του αδελφού της μητέρας μας, του θείου παπα-Νίκου. Μεγαλώσαμε στην αυλή της , όπως τα δικά της παιδιά μεγάλωσαν στη δική μας αυλή.

 Παρότι γυναίκα του θείου μας, η θεία Δήμητρα ήταν αυθύπαρκτη και αυτόνομη , καθώς ήταν δασκάλα και πρωτοπόρα γυναίκα στα θέματα της ισότητας. Είχε μια προσωπικότητα που καθήλωνε όχι μόνο την ευρύτερη οικογένειά μας αλλά και την μικρή κοινωνία της Λευκάδας.

Η θεία –Δήμητρα έσερνε στις αποσκευές της το βαρύ πένθος απο τον πρόωρο χαμό του αδελφού της Περικλή. Στο σαλόνι του σπιτιού κυριαρχούσε η φωτογραφία του και οι μεγάλοι  μας έλεγαν σσς, να μη μιλάμε για τον τραγικό χαμό , για την απώλεια που άλλαζε την έκφραση του προσώπου της όταν αναφερόταν σ’ αυτόν.

Η θεία-Δήμητρα (κυρία Δήμητρα όπως την έλεγαν οι μαθητές της) είχε την σφραγίδα μιας γυναίκας με γνώμη, αυτοπεποίθηση και δικαιοσύνη. Ηταν έξυπνη, γρήγορη, τα μάτια της αστραποβολούσαν απο την υγρή σβελτάδα της. Ηταν η προσωπική μου ηρωίδα, το πρότυπό μου στα χρόνια της παιδικότητας, όπου οι γυναίκες ήταν υπάκουες και νοικοκυρές.

Κάρφωσε τη μυίγα όταν στις εξετάσεις για την Παιδαγωγική Ακαδημία της ζητήθηκε να περιγράψει την ανατομία της, εφεύρισκε επιτόπου λύσεις σε όλα τα δύσκολα προβλήματα των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων.

Τη θυμάμαι πάντοτε να μας υπερασπίζεται ως παιδιά, να παίρνει το μέρος μας βάζοντας τα δίκαια αιτήματά μας σε προτεραιότητα έναντι του πρέπει, φτάνει να μην ξεπερνούσαμε τα όρια της κοσμιότητας. Ηταν ακριβοδίκαιη, μας έπειθε με τη λογική όταν εμείς ζητούσαμε τα παράλογα.

Εφτιαχνε κάθε χρόνο το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένα πευκάκι απο το περιβόλι πάντα, τυλίγοντας σπιρτόκουτα σε πολύχρωμες λαμπερές κόλες για να το στολίσει. Μας άφηνε να χοροπηδάμε σαν κατσικάκια πάνω στα κρεβάτια των παιδιών παίζοντας την τυφλόμυγα και άλλα παιχνίδια του δρόμου μέσα στα υπνοδωμάτια. Ποτέ δεν έβαλε όριο στην παραφορά του παιχνιδιού μας.

Ηταν ελεύθερη με εκείνη την έννοια της πραγματικής ελευθερίας που γνώρισε στα περιβόλια όπου μεγάλωσε ως κορίτσι, θαρρείς δεν έφυγε ποτέ απο τις καλαμιές των βάλτων, θαρρείς δεν πέρασε στα θρανία απο το μάζεμα των πορτοκαλιών. Θαρρείς διασκέδαζε την αναρχία της φύσης κι ας κλεινόταν με τις ώρες στο μάθημα του σχολείου, του κατηχητικού ή στις υποχρεώσεις της ως πρεσβυτέρας.

Ο τραγικός χαμός του συζύγου της θείου παπα-Νίκου ήρθε να προσθέσει σε εκείνο το πένθος που την όρισε απο τη νεότητά της. Το σπινθηροβόλο βλέμμα της χανόταν πολλές φορές στις αναμνήσεις μιας ζωής που σημαδεύτηκε απο τα αρώματα των εσπεριδοειδών και τα αναχώματα των τάφων.

Την παρατηρούσα πάντα με την άκρη του ματιού μου να παθιάζεται στις συζητήσεις για τα μεγάλα υπραξιακά ζητήματα , για την διάσταση του Θεού, για την προσήλωση στην Χριστιανική πρακτική της θρησκείας μας. Την παρατηρούσα να μάχεται υπερασπιζόμενη τις αλήθειες της κι όμως να ακούει με ειλικρίνεια τις απόψεις των άλλων.

Η θεία Δήμητρα ήταν εκείνη που με ώθησε να γίνω συγγραφέας. Οταν αναχωρούσα για το μεγάλο και ανεπίστρεπτο ταξίδι στον Καναδά, μου ενεχείρισε τα απομνημονεύματα του παππού μας του παπα-Κώστα κρυφοψυθυρίζοντας στ΄αυτί μου: «Εσύ ξέρεις τι θα κάνεις αυτό το χειρόγραφο το προορισμένο για σένα». Κι ενώ δεν είχα φανταστεί πως θα γινόμουν συγγραφέας, με το μαγικό ραβδί της επιρροής της  με ώθησε  να πραγματοποιήσω την ευχή της στο μεγάλο της ζωής μου ταξίδι γράφοντας το πρώτο μου μυθιστόρημα : «Πετάει, Πετάει το Σύννεφο».

Παρότι δεν το γνώριζα , μάντευα ότι η θεία Δήμητρα ήταν φτιαγμένη από λογοτεχνική μαγιά. Το καταλάβαινα γιατί ανάμεσά μας υπήρχε μια συνεννόηση που δεν εκφραζόταν με λόγια. Χρόνια αργότερα ανακάλυψα τα τρυφερά της ποιήματα, κυρίως εμπνευσμένα απο τα πρόσωπα του πένθους της.

Η θεία Δήμητρα μετέστη εις ουρανούς, απαλλασσόμενη απο το βάρος του σώματός της. Τώρα θα έχει σμίξει κιόλας με τους λατρεμένους απόντες της ζωής μας...

Για μας η φυγή της σημαδεύει το τέλος της αθωότητας. Μια ακόμη κλωστή με το παρελθόν μας κόπηκε για πάντα. Λίγες ακόμη απομένουν, τόσο λίγες κι αδύναμες!

 Τζουστινάκι