Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Sunday, January 17, 2016

Πρώτη μου φορά Αθήνα!!!



Απο μικρή η Αθήνα είχε φουντώσει μέσα μου ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, ως τόπος εσωτερικής αποδημίας φίλων και συγγενών, ως σημείο αναφοράς μιας μεγαλύτερης διάστασης απο τη μικρή Λευκάδα μου.
Ηταν και ο μεγαλύτερος αδελφός μου που πηγαινοερχόταν στην Αθήνα για να κάνει οφθαλμολογικές εξετάσεις κι αργότερα χειρουργείο, αυτός που περισσότερο μου διόγκωνε την επιθυμία να επισκεφθώ τη μεγάλη και λαμπερή πρωτεύουσα.
Σε κάθε γεγονός της εν Αθήναις οικογένειας, η μαμά ευκαίρως ακαίρως έπαιρνε μαζί της τον Αποστόλη, λόγω των οφθαλμολογικών του θεμάτων κι εγώ ζήλευα και ονειρευόμουν τη μέρα που θα με έφερνε στην πόλη των ονείρων μου.
Η μέρα άργησε πολύ να έρθει και ήταν στα εννιά μου χρόνια επ’ αφορμή της βάφτισης του Κώστα Κακαβούλη, σούπερ τζούνιορ , γιού του θείου Αλέκου . Ναι, μου το είχαν υποσχεθεί ότι αυτή τη φορά είχε έρθει η σειρά μου κι εγώ απο καιρό ετοίμαζα τη μικροσκοπική βαλιτσούλα μου μην τύχει και ξεχάσω κάτι. Η μαμά με πήγε στην Τσία κι έρραψα γιορταστικό φουστάνι για τη βάφτιση που θα γινόταν στην Αγία Παρασκευή, κέντρο πλατεία του Αττικού προαστείου.
Το πράσινο λεωφορείο, που μισούσα κατά τα άλλα καθώς ξέρναγα τα σωθικά μου σε κάθε ταξίδι προς τα χωριά της Λευκάδας, μου φάνηκε διαφορετικό.Tο είδα μεγαλύτερο, καθαρότερο και λαμπρότερο. Ξέχασα με μιάς όλους τους πόνους του ταξιδιού κι ανέβηκα με τη μαμά και τον λατρεμένο μου θείο παπα-Νίκο (ίσως και με τον εξάδελφο Κωτσονιό-δεν θυμάμαι)  με περισσή χαρά, μάλλον φουντωμένη απο έκσταση που επιτέλους θα πραγματοποιούσα το προσδοκώμενο της ζωής μου ταξίδι.
Με έβαλαν προς την πλευρά του παράθυρου να βλέπω έξω κι εγώ δεν χόρταινα να κοιτάζω τη φύση που ήταν καταπράσινη, τη θάλασσα και τους κολπίσκους της. Δεν χόρταινα να βλέπω και να ονειρεύομαι τη μεγάλη στιγμή της άφιξης στην πρωτεύουσα. Ο συνήθης ίλιγγος, τα ανακατώματα στο στομάχι είχαν δια μαγείας εξαφανιστεί, και μόνο η απαντοχή συγκλόνιζε τα σωθικά μου.
Ο οδηγός έδινε κι έπαιρνε και γκάζωνε κι έρριχνε το λεωφορείο στις μεγάλες λακκούβες του χωμάτινου αυτοκινητόδρομου, καθώς δεν είχε κατασκευασθεί ακόμη τότε  η νέα εθνική οδός. Κι έξω εκκρεμούσαν τα υπέροχα χωριά της Αιγιαλείας με τα σπιτάκια μια ανάσα απο τη θάλασσα κι εγω ρουφούσα αδιαμαρτύρητα τις εικόνες χωρίς παράπονα, πόνους, δυσεντερίες. Και η μαμά με το θείο κοιμόνταν ήσυχοι αλλά εγώ πού να κοιμηθώ, όλα ήταν τόσο καινούρια και ζωηρά σε χρώματα και φύση.
Αφού είχαμε κάνει στάση στο Ρίο μπαίνοντας στο μεγάλο φερυ μπόουτ (έτριβα τα μάτια μου σε τόσο μεγάλο πλεούμενο πρώτη φορά!) πήραμε ένα σουβλάκι απο τα υπάιθρια σουβλατζίδικα. Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά του αέρα της προ γέφυρας εποχής που μοσχοβολούσε ψητά σουβλάκια , τα ωραιότερα και νοστιμότερα του κόσμου.
Δεύτερη στάση κάναμε έξω απο τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο θείος παπα-Νίκος με πήγε να δώ το βάθος του Ισθμού, για τον οποίο γνώριζα τα πάντα απο την σχολική μας Ιστορία. Εμεινα έκθαμβη, εκστατική. Λίγο πιό πέρα μας περίμενε το εστιατόριο Καζινό, όπου φάγαμε μερίδες φαγητό απο μοσχαράκι νουά με απίστευτες τηγανητές παπάτες. Κι αυτό το επίσης απίστευτο άρωμα κουζίνας ακόμη συνοδεύει τις μνήμες μου και τις τσιγκλάει κάθε φορά που περνάω απο τον Ισθμό.
Μετά απο εννιά ώρες ταξίδι ή μάλλον ταλαιπωρία, επιτέλους φτάσαμε στο σταθμό Πελοποννήσου. Φορτώσαμε τις βαλίτσες και τα καλούδια που είχαμε φέρει απο τη Λευκάδα σε ένα τεράστιο ταξί που έκλεισε το πόρτ-μπαγκάζ με σκοινί, και μετά απο περίπου μισή ώρα καταφθάσαμε στο σπίτι του θείου Τιμόθεου στην Αγία Παρασκευή.
Ημουν απόλυτα ξεκούραστη κι ας χτυπιόταν το λιλιπούτειο σωματάκι μου σε κάθε στροφή και λακκούβα της εννιάωρης διαδρομής. Η λεωφόρος Μεσογείων ήταν σχεδόν δεντρόφυτη και το μόνο της αξιοθέτατο ήταν το επιβλητικό Πεντάγωνο για το οποίο όλοι μιλούσαν με θαυμασμό.
Φτάσαμε επιτέλους στο υπέροχο παλιό αρχοντικό το νοικιασμένο απο το θείο Τιμόθεο και τη θεία Κορίννα. Μεγαλοπρεπής αυλή με εκείνα τα πλακάκια της εποχής του 20, εξωτερικό πηγάδι, πεύκα τεράστια να τη στολίζουν και το σπίτι επίσης μονοόροφο, χτισμένο απλά και στολισμένο με τις λεπτομέρειες της εποχής του 20. Παρότι τότε δεν ήξερα τι θα πεί ρετρό, ξετραλλάθηκα με το αθηναϊκό σπίτι-βίλλα που φάνταζε γοητευτικό στα δικά μου επαρχιώτικα ματάκια.
Ο θείος Τιμόθεος ανέλαβε την περιήγησή μου ενώ οι άλλοι ήταν απασχολημένοι με τις προετοιμασίες της βάφτισης. Με πήγε κατ’ αρχήν στα πέριξ της Αγίας Παρασκευής γνωρίζοντάς μου τη λαϊκή αγορά των φρούτων και των λαχανικών και αργότερα την πλούσια αγορά του Χαλανδρίου.
Ο θείος παραμελώντας τους υπόλοιπους με κατέβασε την επομένη με το λεωφορείο της συγκοινωνίας στην πλατεία Ρηγίλλης απο όπου με περιήγησε πεζή στον Βασιλικό Κήπο, το Ζάππειο, την Αίγλη, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, τον Αγνωστο Στρατιώτη. (Τότε η Ηρώδου του Αττικού ήταν κάτι σαν μίασμα καθώς εκεί βρισκόνταν τα παλάτια των πάλαι ποτέ εξορισμένων βασιλέων κι επικρατούσε μια αμηχανία) .
Με τα μικρά μου βηματάκια να τον ακολουθούν κατά πόδας, φθάσαμε μέχρι τους πρόποδες της Ακρόπολης. Ενα παγωτό στο Διόνυσο με όλη την ιεροτελεστία των επίσημων γκαρσονιών με απογείωσε και με έκανε να θαυμάζω πραγματικά την πολυτέλεια της μεγάλης πόλης.
Η επόμενη περιήγηση περιλάμβανε την οδό Πανεπιστημίου με το κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου, την Ακαδημία και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τούτη η βόλτα κατέληξε στα πολυκαταστήματα Δραγώνας, Μινιόν και Athenee. Ξετρελλάθηκα με τις βριτίνες και με τις μεγάλες φωτεινές επιγραφές των διαφημιστικών κυρίως γύρω απο την Ομόνοια. Η Ομόνοια έγινε μαγική μέσα μου καθώς έμαθα να ανεβοκατεβαίνω τις ηλεκτρικές σκάλες. Πρώτη μου φορά όλα και προπάντων οι ηλεκτρικές σκάλες. Α! τι έκσταση ήταν αυτή!
Αφού τελείωσε η βάφτιση , περί την οποία δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτε, γιατί το μυαλό μου ήταν δοσμένο στην Αθήνα, οι δικοί μου έφυγαν για τη Λευκάδα κι έμεινα μόνη μου στο σπίτι του θείου Τιμόθεου και της θείας Κορίνας. Με περιποιήθηκαν καλύτερα απο παιδί τους, ενώ ο μεγάλος μου ξάδελφος και γιός τους με περιφρονούσε γιατί με έβλεπε ως ενοχλητική μυγίτσα της ζωής μου.
Η μαμά είχε επιστρέψει στη Λευκάδα με καροτσάκι παιδικό για την αδελφή μου, ενώ εμένα μου αγόρασε ένα μικρότατο παιχνίδι. Αλλά δεν με πείραξε αυτό, γιατί ρουφούσα τις εικόνες της Αθήνας με ένα τρόπο αχόρταγο και μαγικό. Ερωτευθηκα την αιώνια πόλη για όλα της τα αρχαία και προπάντων για τις πολυκατοικίες της που εμένα μου έμοιαζαν συγκλονιστικές.
Κάθε φορά που περνούσα μπροστά απο τα ψηλά κτίρια έπλαθα χίλιες δυό ιστορίες για τους κατοίκους που έμεναν εντός. Υστερα ήρθε ο πατερούλης στην Αθήνα για δουλειές αλλά και για να με συνοδεύσει πίσω στο μεγάλο ταξίδι του λεωφορείου.
Ο πατερούλης με πήγε μπροστά απο το Πανεπιστήμιο και με όρκισε να γίνει όνειρο και στόχος της ζωής μου να μπώ στις εξετάσεις μια μέρα και να γίνω απόφοιτος Πανεπιστημίου. Αυτό ήταν το ζητούμενό του. Μετά με πήγε στο Μινιόν και μου αγόρασε κολώνια, παιδική κολώνια με τη Μίνι Ντάκ στο κουτί της.
Οι μέρες τυλίχτηκαν γρήγορα κι έτσι μπήκαμε πάλι στο λεωφορείο της επιστροφής. Αυτή τη φορά κοιμόμουν τις εννιά ώρες της διαδρομής ή κρατούσα κλειστά τα μάτια μου για να επαναφέρω τις εικόνες της Αθήνας στο ονειρικό πεδίο μου.
Πρώτη μου φορά ερωτεύθηκα μια πόλη κι αυτή ήταν η Αθηνα! Θα την σκεφτόμουν και θα την ονειρευόμουν για πάντα απο την μικρή κόχη μου στη Λευκάδας. Σήμερα ακόμη την αναπολώ και την λαχταρώ κάθε στιγμή απο την Μοντρεάλη της αποδημίας μου.
 Τζουστινάκι

Thursday, January 14, 2016

Οι δικές μου μουσικές!!!


Ο θάνατος του Ντέιβιντ Μπόουι με ταρακούνησε γερά, καθώς συνειδητοποιώ ότι ένας-ένας χάνονται όλοι αυτοί που έκτισαν την μουσική πραγματικότητα της δικής μας γενιάς, μιας γενιάς που ρόκεψε ακόμη κι αν βρισκόταν στην Ελλάδα της επαρχίας.

Θα ξεκινήσω τις μουσικές μου θύμησες απο νωρίς. Στο σπίτι- ευτυχώς- η μαμά άκουγε στο ραδιόφωνο τα μελωμένα τραγούδια της εποχής της, Αττίκ. Βέμπω, Κλειώ Δενάδρου κλπ, που κυριολεκτικά με αηδίαζαν ως παιδάκι. Εκείνη παρατούσε τις δουλειές και στηνόταν δίπλα στο ραδιόφωνο αν κάποιο απο τα τραγούδια της άρεσε πολύ. Κι εγώ έτρεχα στο στενό να παίξω κρυφτούλι.

Βέβαια, σε σύγκριση με τα δημοτικά που έπαιζαν άλλα ραδιόφωνα της γειτονιάς, σαφώς ήμασταν κερδισμένα ως παιδιά στα ακούσματά μας, δεδομένου πως η επαρχία προσέφερε αυστηρώς τους περιφερειακούς σταθμούς της πάλαι ποτέ ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ.

Πάντως, η μουσική έκανε πραγματική εισβολή στο σπίτι μας, όταν ο πατερούλης αγόρασε το πρώτο στερεοφωνικό National Panasonic, ένα υπέροχο μηχάνημα που διέθετε ραδιόφωνο και πικ-άπ σε 32,45 και 33 1/3 στροφές. Το στέρεο ήρθε απο τα καράβια μέσω του ξαδέφλου Κωτσοπάτσου που δούλευε εκεί απο πολύ νωρίς και έκανε τη γετονιά να τρέμει απο τα ντεσιμπέλ.

Οταν εγκαταστάθηκε το στέρεο στο δωμάτιο του αδελφού μου (πάντοτε προνομιούχος ο μοναχογιός της οικογένειας) στη γειτονιά (1968) έγινε χαρά μεγάλη, καθώς ήμασταν η πρώτη οικογένεια που διέθετε ηχητικό μηχάνημα τελευταίας τεχνολογίας.

Ο πρώτος δίσκος 33 1/3 στροφών ήταν ένα άλμπουμ του Κώστα Χατζή το «Αναγέννησις Αλόννησος» σε μουσική και ενορχήστρωση του ίδιου.  Απο το «Βρε δε βαριέσαι αδελφέ», μέχρι τον «Στρατή» , ο δίσκος έλιωσε καθώς τον παίζαμε νυχθημερόν αναστενάζοντας με την μουσική και  τους υπέροχους στίχους της Σωτηρίας Τσώτου.




Εκτοτε και για μια πενταετία, μέχρι τα μέσα της εφηβείας μας δηλαδή δεν πάτησε ελληνικός δίσκος στο σπίτι μας. Χωμένοι βαθειά στη ρόκ (πού την είχαμε μάθει μην με ρωτάς) από το στέρεο και την βελόνα που καθαρίζαμε με θρησκευτική ευλάβεια πέρασαν μόνο οι “Beatles”, “Creedence Clearwater Revival”, “Eagles”, “Rolling Stones”, Tom Jones, Bob Dylan, Janice Joplin και άλλα ονόματα της εποχής. Πλαστήκαμε ροκάδες με τρομερή αφοσίωση στους στίχους και τις μουσικές των Αμερικανών και των Αγγλων πρωτοπόρων. Τα αυτιά μας ολόκλειστα σε όλα τα ελληνικά ακούσματα της εποχής, που ήταν του νέου κύματος.

Γύρω στα 1973 περίπου μπήκε στη ζωή μου και στα μουσικά μου ακούσματα ο Διονύσης Σαββόπουλος με το «Φορτηγό του». Τον ανακάλυψα στο σπίτι του ξαδέλφου μου του Κωτσομώτσου στην Αθήνα κι έγινε ο μουσικός προφήτης μου. Ολοι οι δίσκοι του Σαββόπουλου αγοράστηκαν στο σπιτικό μας απο τον Αποστόλη κυρίως, που κι εκείνος περίπου ταυτόχρονα είχε γνωρίσει τη ροκιά και την βαθειά στιχουργική παρεμβατική δύναμη του Διονύση.

Μετά βίας ακούγαμε τα ροκ εν ρόλ του Πασχάλη και των συγκροτημάτων της εποχής, κυρίως στους εφηβικούς χορούς του Λυκείου εκεί στο λαμπρό περίπτερο του Κάστρου, όπου γνωρίσαμε το πρώτο σφιχταγκάλιαμα με τα μπλούζάκια...κάτω απο τη νεανική ορχήστρα και την κιθάρα –φωνητικά Ανδρέα Σγουρόπουλου.

Ετσι πέρασαν τα γυμνασιακά χρόνια, αγνοώντας επιδεικτικά τους Πουλόπουλους και τους Βιολάρηδες της εποχής μας και περιφρονώντας μετά βδελυγμίας Καζαντζίδη, Μαρινέλλα, Χιώτη, Τσιτσάνη...

Ωσπου μπήκαμε στο πανεπιστήμιο και άρχισε η λαμπρή περίοδος των ντισκοτέκ. Εκεί μάθαμε το ρυθμό των καρεκλάδικων και των φάνκυ τραγουδιών, απο James Brown μέχρι Donna Summers κλπ., που έκαναν τα καλοκαιρινά βράδυα στις μοναδικές ντίσκο του Κοτουλα και του Σπαγέτου να απογειώνουν τα όνειρά μας. Παραθέτω ορισμένες επιτυχίες της εποχής μας.

Kurtis Blow – The breaks
James Brown – Sex machine
Strech – Why did you do it
Sugarhill gang – Rapper’s delight
Indeep – Last night a dj saved my life
George Clinton – We got the funk
B.T.Express – Do it (till you’re satisfied)
Wild Cherry – Play that funky music
The Gap band – Burn Rubber
Grandmaster Flash – The message


Την ίδια περίοδο μάθαμε να χορεύουμε τα κολλητά των Γάλλων και των Ιταλών. Ε! Ναι το στέρεο που τώρα είχε μεταφερθεί στην Αθήνα των σπουδών μας αναστέναζε με Adamo, Christophe, Joe Dassin, Albano και λοιπά τραγούδια του φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ημουν βαθειά χωμένη σε έρωτους ανεκπλήρωτους και μουσικές που τους κατασκεύαζαν μεγαλύτερους στην καρδιά και το μυαλό μου.

Ετσι πέρασαν τα φοιτητικά χρόνια με τους”Doors” και τους Fleedwood Mac να συμπληρώνουν τη ροκιά μου. Θάλεγα ότι στα μέσα της φοιτητικής ζωής μας εισέβαλαν κανονικά οι Pink Floyd, Scorpions, οι Dire Straights, SuperTramp και άλλα συγκροτήματα της εποχής, που έπαιζαν στο ιστορικό πικάπ της νεότητας συνεχώς και αδιαλείπτως, τρελαίνοντας τους γείτονες στην πολυκατοικία.

Εκείνη την περίοδο γνώρισα τον Elton John, Bryan Adams, David Bowie, Phil Collins, με καθένα απ΄αυτούς να καταλαμβάνει μια τεράστια μερίδα στα ακούσματα και την καρδιά μου.

Την ίδια εποχή ανακάλυψα τον Μάνο Χατζηδάκι, το Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο και άλλους μέγιστους Ελληνες συνθέτες που έβγαζαν την επαναστατικότητα, την κρυμμένη μέχρι το 74 κάτω απο το μαύρο πέπλο της Χούντας.

Το τέλος των φοιτητικών χρόνων με βρήκε να λιώνω σε ολονύκτια πάρτυ, γνωρίζοντας τις βαθειές ελληνικές παρουσίες: Καζαντζίδης, Τσιτσάνης, Χιώτης, Βαμβακάρης έγιναν οι καινούριοι μουσικοί θεοί μου. Η ροκιά μου πέρασε σε μια άλλη πιό αυθεντική φάση που την είχα αρνηθεί όλα τα χρόνια της εφηβείας.

Μετά άρχισα να εργάζομαι στην εφημερίδα Πρώτη όπου έγραφα το μουσικό ρεπορτάζ κι έτσι γνώρισα κι έκανα συνεντεύξεις με όλα τα ινδάλματα τους ξένου μουσικού ρεπερτορίου της εποχής χτιζοντας ένα προσωπικό θησυαρό. Παράλληλα ευλογήθηκα να πάρω συνεντεύξεις απο όλα τα ιερά τέρατα της Ελληνικής μουσικής σκηνής ( Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, Μούτση κλπ), ενώ μέσα μου αναβίωνε μια νοσταλγία για όσα ακούσματα είχα χάσει λόγω ροκιάς. Ετσι μέσα μου γεννήθηκε ξαφνικά η αγάπη για το ρετρό Νέο Κύμα της μπαλάντας και των μπουάτ.Ξεχώρισα εξ αρχής και λάτρεψα την Αρλέτα.

Τα τέλη του 80 κύλησαν με εναλλαγές στα μουσικά μου ακούσματα, με πρωταγωνιστή τώρα τον Bob Marley, τον οποίο μου είχε διδάξει ο ξάδελφος Νιόνιος. Βέβαια ο Michael Jackson και η Madonna σημάδεψαν την μουσική μου λίμπιντο.

Κι απο ελληνικά είχα πρόσβαση σε δισκογραφικές εταιρείες, μουσικές και συνεντεύξεις ξεχωρίζοντας ευθαρσώς τον Δήμο Μούτση, τον Μάριο Τόκα, τα Κατσιμιχάκια, την Αλκηστι Πρωτοψάλτη,  και λοιπούς μουσικούς της περιόδου με φόντο πάντα την Χαρούλα Αλεξίου και τον Γιώργο Νταλάρα.

Ζώντας στον Καναδά απο την αρχή του 90 μέχρι σήμερα, έπαψα σχεδόν να ακούω ξένα τραγούδια κι άρχισα να επανακαλύπτω την ελληνική μουσική. Η Χαρούλα Αλεξίου στα τραγούδια του Νίκου Αντύπα, ο Γιώργος Νταλάρας με τις μεταλλάξεις του, η Αλκηστις με τους δίσκους σε μουσική Κραουνάκη και στίχους Νικολακοπούλου, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας αποτέλεσαν παραμυθία στον ξένο τόπο.

Σήμερα ακούω μόνον Adelle και όλα τα καλά ελληνικά τραγούδια, που δεν έχουν ηλικία!!! Μισώ θανάσιμα όλη αυτή τη γλυκανάλατη μουσική μπαλάντα της Αμερικής που εκφράζεται απο Celine Dion μέχρι Mariah Carey. Φυσικά στα στικάκια μου παίρνω πάντα μαζί μου τον Bowie, Jagger, Collins, Adams,  κλπ που αποτελούν μέρος αναπόσταστο της ιστορικής μου μνήμης και που δεν αντικαθίστανται με κανένα νέο μουσικό ρεύμα.

Ακούω και ραπ καθώς θεωρώ πως είναι η μόνη γνήσια αυθεντική μουσική έκφραση τη Βόρειας Αμερικής αλλά και γιατί μόνο αυτά τα cds προσφέρονται απο τον Αλεξ στα στερεοφωνικά των αυτοκινήτων μας.

Πάντως, θέλω να πώ ότι όλη αυτή την μουσική πληρότητα και ευφορία τη χρωστάω σε εκείνο το γυαλιστερό γκρί στέρεο National Panasonic της Λευκάδας. Εκεί παίξαμε τις μουσικές του κόσμου, προσκαλώντας κι άλλους πολλούς φίλους στις μουσικές μας!!!

Χρόνια λατρεμένα!
Justinaki!!!

Tuesday, January 5, 2016

Με άρωμα πορτοκαλιού τα Φώτα στη Λευκάδα!




 

Τον θυμάμαι τον Αγιασμό σαν τώρα στην εκκλησία του πατερούλη , τους Αγίους Αναργύρους της Λευκάδας. Ηταν μέρα μεγάλη ή μάλλον μεγίστη με την εξέδρα στημένη στη μέση του ναού μας και τον πατερούλη να ρένει το εκκλησίασμα με την αγιαστούρα, φτιαγμένη απο κλαδιά δεντρολίβανου και δάφνη.

Και οι σταγόνες του Αγιασμού να πετιούνται με φόρα στα πρόσωπα των εκκλησιαζομένων και τα πρόσωπα να έρχονται σιμότερα να βραχούν περισσότερο απο το καθαγιασμένο ύδωρ. Για την ευλογία, για το καλό του χρόνου, για την ευημερία.

Κι ύστερα οι κυρίες, κομψές με τα ταγεράκια τους να περιμένουν υπομονετικά στην ουρά να γεμίσουν τα λεπτεπίλεπτα κανατάκια τους με τον Αγιασμό. Α! Αυτά τα κανατάκια, άλλα περίτεχνα απο σκαλισμένο κρύσταλλο, άλλα μαλαματένια κι άλλα απο πορσελάνη με τόσες όμορφες ζωγραφιές πάνω τους. Μα ναι, λες κι οι ενορίτισσες συναγωνίζονταν να δείξουν τα μαστραπαδάκια τους εκείνη τη λαμπρή μέρα. Κι εγώ να φαντασιώνομαι σπίτια με σερβίτσια στις εταζέρες και να χαίρομαι που ο πατερούλης μοίραζε αγιασμό και αγαλλίαση στις κυρίες.

Κι έτσι περνούσε αυτή η λαμπρή λειτουργία –τωνκυριών κυρίως- για να ακολουθήσει η περίλαμπρη Γιορτή των Φώτων την επομένη ημέρα. «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε...» αντηχούσε η κοντράλτα φωνή του πατερούλη μέχρι το Μαρκά, έφτανε στην αγορά, χάιδευε ολάκερη τη Λευκάδα  σκορπωντας μια αγιασμένη σχεδόν δροσιά.

Στην εκκλησιά ερχόνταν οι οικογένειες, πολλές οικογένειες, γιαγιάδες, παππούδες, μαμάδες, πατεράδες, παιδιά. Καλοντυμένοι όλοι με τα Κυριακάτικά τους εισέβαλαν στο ναό απο το μπροστινό προκυνητάρι να τους καμαρώσουν όλοι. Καθόμουν πάντα πρώτη στη σειρά μην τύχει και χάσω καμία εικόνα. Γιατί εγώ τρελλαινόμουν να βλέπω τους κυρίους να τραβάνε στον ανδρωνίτη και τις κυρίες να στριμώχνονται στο πίσω μέρος του ναού, προσπαθώντας να δαμάσουν τα παιδιά τους. Είχαν κότσους αλά ντομάτα και μπανάνα της εποχής , λες και μόλις είχαν βγεί απο το κομμωτήριο. Και μύριζε η εκκλησιά μας γυναικεία λάκ κι αρώματα υπέροχα, που τα θυμάμαι σαν και τώρα.

Οταν τελείωνε η λαμπρή λειτουργία των Φώτων, εμείς επιστρεφαμε στο σπίτι μας. Περνούσαν απο κεί και μας έπαιρναν τα ξαδέλφια μας του θείου παπα-Νίκου Κακαβούλη, που έφεραν μαζί τους δεμένα πορτοκάλια. Προνομιούχα παιδιά στα περιβόλια των εσπεριδοειδών απο μια εβδομάδα πριν τα ξαδέφια μας έκοβαν και ετοίμαζαν τα πορτοκάλια που θα ρίχναμε στη θάλασσα με την κατάδυση του Σταυρού.

Και όλοι οι Λευκαδίτες σιγά-σιγά κατευθυνόμασταν μέσω της αγοράς προς την παραλία. Ολοι κρατούσαμε τα δεμένα πορτοκάλια κι αναστέναζε η αγορά απο το πορτοκαλοάρωμα κι όλο επιταχύναμε το βήμα μας μην χάσουμε το ρίξιμο του Σταυρού στη θάλασσα. Για μας η κατάδυση του Σταυρού ήταν η κορύφωση των Χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Κι έτσι απο όλα τα σημεία της πόλης κατέφθαναν καραβάνια ανθρώπων με πορτοκάλια δεμένα σαν τσαμπιά πάνω σε σκοινί. Και παρά το διαπεραστικό κρύο της παραλίας, έφθαναν και κύκλωναν την εξέδρα όπου βρισκόταν ο Δεσπότης και οι επίσημοι.

Κι εν μέσω του απολυτικίου «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε», ο Δεσπότης έρριχνε το σταυρό στη θάλασσα. Και τα παλικάρια της εποχής, οι ωραιότεροι, ανθεκτικότεροι και πιό γεροί έπεφταν με μιας στη θάλασσα να πιάσουν το Σταυρό. Τον ασημένιο Σταυρό που βυθιζόταν γρήγορα κι όποιος τον έπιανε και τον έφερνε πίσω στο Δεσπότη ήταν ο ευλογημένος.

Την ίδια ώρα με το Σταυρό στη θάλασσα βουτούσαν οι Λευκαδίτες τα πορτοκάλια τους στη θάλασσα, τα βουτούσαν και τα ξαναβουτούσαν για να αγιαστούν. Κι αυτά τα πορτοκάλια δεν σάπιζαν όλο το χρόνο, περίμεναν να φαγωθούν φρέσκα και ζουμερά παραμονή των επόμενων Θεοφανείων.

Αυτό ήταν ένα θαύμα, ένα απτό θαύμα που η ανθρώπινη φύση το αναγνώριζε ως πέραν της λογικής και του μέτρου, ένα θαύμα που συνέβαινε στα πορτοκάλια των αγιασμένων νερών της Λευκάδας.

Α! Και η θάλασσα γέμιζε απο τις βάρκες των ψαράδων που έρριχναν τα δικά τους πορτοκάλια μισοπέλαγα με προσευχές στο Θεό νάχουν μεστές ψαριές.

Τα Θεοφάνεια ήταν λαμπρή γιορτή στον τόπο μου. Και μου λείπει αφόρητα αυτός ο εθιμικός γιορτασμός, μου λείπει το άρωμα των πορτοκαλιών, το συναπάντημα με τους Λευκαδίτες στην παραλία, οι ανταλλαγές των ευχών μας.

Μου λείπουν οι θριαμβευτικοί ήχοι της Φιλαρμονικής στην κατάδυση και την ανάδυση του Σταυρού. Μα πιότερο μου λείπει η αθωότητα που τάκανε όλα να μοιάζουν μαγικά και θαυματουργά.

Χρόνια πολλά Λευκάδα,

Χρόνια πολλά Φωτεινέ, Φώτη, Φωτεινή, Φωτούλα, Θεοφάνη, Θεοφανία!

Τζουστινάκι

Friday, January 1, 2016

Με Τραγούδια και Χορούς εισβάλαμε στο 2016!


Η αλλαγή του χρόνου μας βρήκε στο εστιατόριο Μύθος, το θρυλικό μουσικό στέκι του Μοντρεάλ, όπου με σαμπάνια και κέφι εισβάλαμε στο 2016. Μαζί με την παρέα μας υποδεχτήκαμε το Νέον Ετος ευχόμενοι Υγεία, Ευτυχία, Επιτυχία και ολική επαναφορά της Ελλάδας το 2016.

Η εκπληκτική ορχήστρα με τον Αλέξανδρο Μπατσούλη στα πλήκτρα , τα κρουστά και το τραγούδι , τον Αγγελο Ρουγάλα στο μπουζούκι και την Μάρω Λύτρα στο τραγούδι, ξεπέρασε κάθε προηγούμενη παράστασή της σκορπίζοντας κέφι και ασταμάτητο χορό στην πίστα.

Την βραδυά έκλεψαν τα πιτσιρίκια που χόρευαν κινούμενα στους ελληνικούς ρυθμούς, ενώ η νεολαία μας ήταν κεφάτη, μπιτάτη, υπέροχη.

Ο Δημήτρης Γαλάνης, το αφεντικό της μουσικής ιστορίας των Ελλήνων του Μόντρεαλ και ιδιόκτήτης του Μύθου παραμόνευε την ευδαιμονία των συνδαιτημόνων χαιρόμενος χαράν μεγάλην. Η Φανή Γαλάνη είχε φροντίσει τα πάντα με εκπληκτικό γούστο και στυλ. Το μενού ήταν σχεδιασμένο για τους πιό απαιτητικούς γευσιγνώστες περί ελληνικής κουζίνας.

Ηταν μια βραδυά που απογείωσε όλες τις αισθήσεις. Μια βραδυά που σημαδεύτηκε με την φιλία και την αγάπη.

Καλή Χρονιά, γεμάτη υγεία, χαρές, απαλλαγή απο όσα μας παίδεψαν και μας κούρασαν.

Ζήτω στην Ελπίδα που φέρνει το 2016!

 Τζουστινάκι
Ο σεφ του Μύθου είναι όλα τα λεφτα και περισσότερα
 Ο Δημήτρης Γαλάνης έχει καθιερώσει τρομερή μουσική κατάσταση στο Μύθο
 Είμαι βασίλισαα με βασιλιά
 Φαίνεται πόσο τον αγαπώ;
 Η οικογένεια είναι η μεγαλύτερη επένδυση στη ζωή μου
 Τα αγόρια είναι συνεργάσιμα
 Η Φανή Γαλάνη ήταν μια σπουδαία οικοδέσποινα στο Μύθο
 Αλεξανδρίνος ανάμεσα στον τρέντυ Τέντυ και το Νίκο Αργυρόπουλο
 Δώσε Τζουστινάκι
 Οι αγαπημένοι μας φίλοι Μαρία και Νίκος Αργυρόπουλοι σε τρελά κέφια
 Τα παιδάκια έδωσαν τον τόνο της γιορτής
 Ο Αλέξανδρος ε΄ναι τεράστιο ταλέντο που ξέρει να παντρεύει μουσικές
 Ο Ντέιβιντ και η Γιούλα σε τρελά κέφια
 Η Βαλερί και  η Δήμητρα χόρευαν όλο το βράδυ. Η Δήμητρα ήταν η γοργόνα της βραδυάς
 Με το αλά Yves Saint Laurent  tuxedo της η Μάρω έδωσε τον τόνο της βραδυάς
 Φέρε στην κυρία ένα στέμμα
 Η Φανή είναι σελφίστρια
 Ο Αγγελος Ρουγάλας μας απογέιωσε με το ωραίο του μπουζούκι
 Οικογενειακοί φίλοι, αξια ανεκτίμητη
 Gentlemen
 Ο δικηγόρος μας
 Κέφια λέμε
 Συνοδεύομαι
 Συνοδεύονται

 Κορίτσια για φίλημα η Μαρία και η Γιούλα
 Ανάμεσα΄μας ο μαίτρ των μουσικών μας αναμνήσεων


Η Γιορμπέθ και ο Κώστα Κικσίρας είναι Ελληνολατίνοι.