Sunday, August 27, 2017

Τα Καλαμπόκια της Εμμανουέλλας!


Η Εμμανουέλλα Λαμπρόπουλος με πολλούς υποστηρικτές της 
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του καλοκαιριού διαλέγουν οι πολιτικοί του Κεμπέκ  για να κάνουν τη γιορτή του καλαμποκιού, συγκεντρώνοντας τους ψηφοφόρους τους και μοιράζοντας τα ντόπια ολονόστιμα καλαμπόκια του Κεμπέκ.

Στο πλαίσιο αυτό και υπό καταγάλανο ουρανό  η Ελληνικής καταγωγής βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος των Φιλελευθέρων ΕμμανουέλαΛαμπρόπουλος διοργάνωσε τη δική της μέρα του καλαμποκιού στο πάρκο Cousineau του St. Laurent, όπου εκλέγεται.

«Σμίξαμε σήμερα εδώ με αφορμή τα ωραία νόστιμα καλαμπόκια του Κεμπέκ για να έρθουμε σε επαφή με τον κόσμο της περιοχής , να του δείξουμε ότι είμαστε στο πλευρό του, ότι ενδιαφερόμαστε για τα θέματά του και για τα ευρύτερα ζητήματα της έδρας», είπε η Εμμανουέλα στο Greek Post, επισημαίνοντας ότι θέλει να γνωρίζουν οι κάτοικοι ποιες υπηρεσίες προσφέρονται από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο  του St. Laurent.

Χαμογελαστή κι αισιόδοξη μιλούσε και  χαιρετούσε τον κόσμο με εγκαρδιότητα, ενώ ευχαρίστησε τους συνεργάτες της για την ωραία διοργάνωση.

Το παρόν έδωσαν ο δήμαρχος της περιοχής Alan Desusa και ο δημοτικός σύμβουλος Francesco Miele καθώς και πλήθος κόσμου από όλες τις εθνικές κοινότητες που συνθέτουν το St. Laurent.
Ι.Φ



 Την αγκάλιαζαν οι μεγαλύτεροι

 Με τον Francesco Miele  δημοτικό σύμβουλο του St Laurent και εκπρόσωπο της νεολαίας του Φιλελεύθερου Κόμματος


 Μιλησε από καρδιάς στον κόσμο της

Ο Ted Argyris και η υπογράφουσα με την υπεύθυνη επικοινωνίας της Εμμανουέλλας Λαμπροπούλου, Φωτεινή Διαμάντη

Monday, August 7, 2017

Η Κουλίτσα της Αγάπης



Με πήρε τηλέφωνο Κυριακή μεσημέρι ο Σπύρος. Δεν το απάντησα αλλά όταν είδα το νούμερό του κατάλαβα. Η Κουλίτσα μας είχε φύγει. Ναι η Κουλίτσα, η πιο αγαπημένη φίλη της μαμάς ανελήφθη εις ουρανούς, μου επιβεβαίωσε όταν συνομιλήσαμε αργότερα.

Θα έλεγα ότι η Κουλίτσα μας πέθανε από βαθιά γεράματα, άγγιζε τα 90 ή μπορεί και να τα είχε περάσει. Η Κουλίτσα πέθανε πασπαλισμένη από την άφατη αγάπη της αδελφής της, της Μαρίας Καφαράκη που έμεινε ακοίμητη στο πλευρό της από τον περασμένο Μάρτιο για να απαλύνει τον πόνο της σωματικής φθοράς της.

Η Κούλα Καρύδη ήταν η καλύτερη φίλη της μαμάς μου, ήταν η κολλητή της. Η παιδική μου ζωή άρχισε με την Κουλίτσα γύρω μας, ήταν σα μια αγαπημένη συγγενής μας. Περνούσε σχεδόν καθημερινά από το σπίτι και τα έλεγαν με τη μαμά. Εκείνη πήγαινε για ενέσεις στους άπορους Λευκαδίτες οργώνοντας όλη τη Λευκάδα. Υστερα περνούσε από την εκκλησία , άναβε το κερί της, βοηθούσε αν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη.

Η Κουλίτσα ήταν ενορίτισσα στο Μητροπολιτικό ναό της Ευαγγελίστριας και ήταν δεμένη με το θείο παπα-Νίκο, τον αδελφό της μαμάς. Θα έλεγα ότι ήταν ένα τρίο που είχαν μεταξύ τους μυστικά, γιατί σιγοψιθύριζαν ανάμεσά τους λόγια κι όταν φτάναμε τα παιδιά έκοβαν την κουβέντα απότομα.Δεν ξέρω τι ακριβώς έλεγαν αλλά αντιλαμβανόμουν ότι αποτελούσαν ένα κονκλάβιο αποφάσεων σχετικά με την εκκλησιαστική ζωή της πόλης μας.

Η Κουλίτσα είχε γνωριστεί με τη μαμά από τα κατηχητικά την εποχή της νεότητάς τους. Εκεί έσμιξαν οι πανέμορφες κοπέλες, η μαμά με τα πράσινα μάτια και η Κουλίτσα με το καταγάλανο βλέμμα. Μόνο που η Κουλίτσα είχε δηλώσει ότι δεν την ενδιέφερε ο γάμος και η οικογένεια, ήθελε να αφιερωθεί στο Θεό, στην Εκκλησία, στην υπηρεσία του απλού ανθρώπου που υπέφερε εκείνα τα φτωχά μεταπολεμικά χρόνια στο στερημένο νησί μας.


Ετσι έκανε πάντα το καλό. Ηταν το ηθικό στήριγμα για αδύναμες γυναίκες, ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, ήταν εκείνη που μοίραζε τα δέματα στους φτωχούς και στους μη έχοντες. Με έπαιρνε μαζί της και με μάθαινε τον αγώνα της αρετής, της προσφοράς, της γενναιοδωρίας. Μου έλεγε πως θα μου τα έδινε σε δώρα ο Θεός μια μέρα κι εγώ παραπονιόμουν που τα δώρα δεν έφταναν ποτέ στην πόρτα μου κι ας έκανα τα χιλιάδες θελήματα μαζί της. Μου έμαθε την ανιδιοτέλεια, την αγάπη για τον πλησίον, την άδολη προσφορά, την πληθωρικότητα στα συναισθήματα.

Η Κουλίτσα ήταν η δεύτερη μαμά μας, ποτέ δεν ζήλεψε που δεν έκανε οικογένεια, μας είχε οικειοποιηθεί σαν παιδιά της. Μας λάτρευε και μας τόδειχνε με χίλιους τρόπους καθημερινά και προπάντων με το γάργαρο γέλιο της που κάλυπτε όλες τις ζαβολιές μας. Μας δικαιολογούσε στους γονείς μας νουθετώντας μας στα κρυφά, έπαιρνε το ρίσκο να είναι η προστάτις μας στην κοινωνική ζωή μας.

Μας έπαιρνε μαζί της στη θάλασσα και μας έμαθε μπάνιο καθότι ήταν δεινή κολυμβήτρια. Θάλεγα ότι η μεγάλη της αγάπη ήταν  η υγρή αγκαλιά του Ιονίου πελάγους για αυτό δεν έχανε ποτέ ούτε ένα μπάνιο τις μέρες του καλοκαιριού. Τη θυμάμαι με το ωραίο ψάθινο καπέλο της να κάθεται στην παραλία και να μας φωνάζει να βγούμε επιτέλους απ΄τη θάλασσα γιατί θα χάναμε το λεωφορείο.

Η Κουλίτσα είχε δύο επίσης αδελφές. Την Ελένη που έμενε στην Αθήνα και ήταν καθηγήτρια αγγλικών και την Μαρία που είχε φύγει με τον άντρα της Μενέλαο Καφαράκη για μετανάστευση στην ωραία Ουάσιγκτον. Οι φωτογραφίες με την οικογένεια της Μαρίας και τα γράμματα πηγαινοέρχονταν κάθε μήνα Ουάσιγκτον-Λευκάδα και τανάπαλιν. Κι εμείς ακούγαμε αχόρταγα τις ιστορίες των Αμερικάνων.

Εμείς σμίγαμε κάθε καλοκαίρι με τα δυό ανήψια της Κουλίτσας, τον Φίλιππα και το Σπύρο που έρχονταν από την αμερικάνικη πρωτεύουσα και δεν τα ξεχωρίζαμε από τα ξαδέλφια μας. Ηταν τόσο συνεκτική η αγάπη της Κουλίτσας που μας είχε ενώσει με ένα θεϊκό τρόπο στον ιστό μιας μεγάλης αγαπητικής οικογένειας. Είχε το χάρισμα να  δένει τους δικούς της ανθρώπους στο άρμα της με την ευγένεια της ψυχής της. Είχε την ικανότητα να κατακτάει τους συνομιλητές της με εκείνη τη γαλανή ευθύβολη της ματιά που έσταζε χριστιανική αγάπη.

Η Κουλίτσα ήταν η ενσάρκωση της χριστιανικής αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης, της προσφοράς στον πλησίον. Και τούτη η αγάπη της δεν ήταν στείρα ούτε κριτική ούτε απαιτητική. Ηταν η αληθινή, η άφοβη αγάπη που έμαθε από το Ευαγγέλιο και τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.

Αν κλείσω τα μάτια θα τη δω να περπατάει στη Λευκάδα με το αδύναμο από την εγχείρηση πόδι της, να χαιρετάει, να μαθαίνει πού βρίσκονταν οι ανήμποροι για να τρέξει σε συμπαράσταση.

Την λάτρεψα την Κουλίτσα μου για όλα αυτά που με έμαθε με ένα τρόπο χωρίς αγκυλώσεις, πίεση ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Με ένα τρόπο ελεύθερο και γενναίο σαν το ασυμβίβαστο πνεύμα της. Ημουν η αγαπημένη της γιατί ήμουν επαναστάτρια κι αυτό μου το τόνιζε πάντα στις συνομιλίες μας.

Τώρα εκείνη έφυγε στους ουρανούς, αλλά χαίρομαι γιατί πάει να βρεί την αδελφή της την Ελένη και τον υπέροχο γαμπρό της , το Μενέλαο. Πάει να συναντήσει τη μαμά μου , την τσατσούλα της, δηλαδή την αδελφή της… Και θα ξαναβρεθεί με το θείο παπα-Νίκο και τη θειά Δήμητρα , με τον κυρό Μητροπολίτη Νικηφόρο και θα τα πούν εφ όλης της ύλης. Και κανένας πιά δεν θα τους διακόψει… Ισως η Πεταλούδα μου για να της πει το «καλώς όρισες ».

Καλό ταξίδι Κουλίτσα μου και να τους χαιρετήσεις όλους, έναν-έναν με εκείνη την απόλυτη αγάπη, που  μας είχε δέσει και μας είχε κάνει μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια!
Η Ιουστινούλα σου!

Saturday, August 5, 2017

Τα καλοκαίρια της Βασιλικής


Αφιερωμένο εξαιρετικά στην αγαπημένη μου ξαδέλφη Γώγω Πολίτη και 
την βαφτιστήρα μας Χριστίνα Μελά.
Με την ευχή να φτιάχνουν αναμνήσεις!

Εμείς τη Λευκάδα την θεωρούσαμε άστυ και παρότι κολυμπούσαμε καθημερινά στις παραλίες του Κάστρου ή της Γύρας, η μαμά έστελνε τον Αποστόλη στο πατρικό χωριό  Εγκλουβή για διακοπές (ήθελε να κάνει βόλτες με τα άλογα) κι εμένα την καθωσπρέπει δεσποινίδα στην ειδυλλιακή Βασιλική, όπου έμενε η αδελφή της η Φροσύνη.

Η θεία Φροσύνη παντρεμένη με το θείο Μήτσο είχε τρία παιδιά, τη Ντίνα, τη Γώγω και τον Φίλιππα. Και ήταν μια πανέμορφη γυναίκα με λευκή επιδερμίδα και ολοπράσινα μάτια, από εκείνες της αρχόντισσες του παλιού καλού καιρού. Η θεία Φροσύνη ήταν απίστευτη νοικοκυρά, μαγείρισσα, κεντήστρα και μου έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Κι εγώ όμως την ξεχώριζα από τις θείες μου διότι διέκρινα την αρχοντιά της, τη σβελτάδα της, την αποτελεσματικότητά της και ήθελα να γίνω σαν εκείνη.

Στη Βασιλική έμενε επίσης και η αγαπημένη αδελφή του πατέρα μου, η θεία Χρυσαυγή, που ήταν παντρεμένη στα Κολυβάτα με τον θείο Σπύρο και είχαν τρία παιδιά, μικρότερα από μένα. Παρότι είχαμε μια ιδιαίτερα σχέση και την θαύμαζα για τη γενναιότητά της, ωστόσο τις διακοπές μου τις έκανα στη θεία Φροσύνη.

Λάτρευα τις ξαδέλφες μου τη Ντίνα και τη Γώγω, που ήταν μεγαλύτερες από μένα, αλλά εντυπωσιακά όμορφες και δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες. Προπάντων, η Γώγω είχε ξανθό μαλλί σα στάχυ, ήταν μικροσκοπική και έμοιαζε με Γερμανίδα. Ζήλευα τα μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, καθώς εγώ ήμουν ένα κανονικό καστανόξανθο κορίτσι από τα συνηθισμένα.

Η Βασιλική ήταν ένα πανέμορφο ψαροχώρι με ένα γραφικό λιμάνι, που περιβαλλόταν από πράσινους λόφους. Το πράσινο καθρεφτιζόταν μέσα στα νερά του λιμανιού κι έκανε το νερό να αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη θέση του ήλιου. Οι ψαρόβαρκες δεμένες στους ντόκους ανεβοκατέβαιναν απ΄το αεράκι που έπιανε ανελλιπώς κάθε απόγευμα.

Αυτό που έκανε ξεχωριστή την παραμονή ήταν το μαγαζί του θείου που νοίκιαζε ποδήλατα και περνούσαν από κεί όλοι οι ξένοι. Εκεί γνώρισα τον τουρισμό και τους ξένους, που έφερναν λεφτά στο μικρό τόπο.

Με το που έφθανα στη Βασιλική άρχιζαν οι βόλτες με την ξαδέλφη μου τη Γώγω που με σύστηνε σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς της. Εκείνη ένιωθε περήφανη για την άφιξη της ξαδέλφης από τη Λευκάδα κι εγώ χαιρόμουν που ανέπτυσσα την κοινωνικότητά μου. Γνώρισα πολλά παιδιά της γειτονιάς κι ένιωθα ότι ανήκα σ΄αυτή τη νέα ομάδα των φίλων.

Το πρωί βοηθούσαμε στις δουλειές στο σπίτι, κάναμε μικροθελήματα και παίζαμε στον ωραίο κήπο του σπιτιού όλα τα παιχνίδια της νεότητας. Και προς το μεσημεράκι πηγαίναμε στην απαλή παραλία της Πόντης όπου κάναμε το μπάνιο μας προστατευμένα κάτω από την ψάθα της εποχής.

Θυμάμαι να παραπονιέμαι για τα ρηχά νερά της Πόντης που τα σύγκρινα με τις απέραντες παραλίες της πόλης και η ξαδέλφη μου την επόμενη μέρα με πήγαινε στην παραλία των Κολυβάτων, που είχε πιο βαθιά θάλασσα. Κι αφού τελειώναμε το κολύμπι, καθόμασταν στους βράχους και κυνηγούσαμε μικρά καβουράκια και τραγουδούσαμε ανέμελες «στου γυαλού τα βοτσαλάκια…». Αφήναμε τα καβουράκια να περπατούν στα χέρια και το σώμα μας, ατρόμητες από τον κίνδυνο να μας δαγκώσουν. Και μετά τα χώναμε στον κουβά με θαλασσινό νερό και τα μεταφέραμε στην άλλη παραλία της Πόντης για να τα ρίξουμε σ’ εκείνη τη θάλασσα.

Γελούσαμε και ήμασταν ευτυχισμένες. Η ευτυχία μύριζε αλάτι, θάλασσα, ευκάλυπτο … Μύριζε ξεγνοιασιά και αγάπη δοσμένη με κάθε τρόπο. Τη νιώθαμε  την αγάπη στα υπέροχα μαγειρεμένα φαγητά της θειάς Φροσύνης, που έστρωνε καθημερινά με τραπεζομάντηλο το τραπέζι του μπαλκονιού και τρώγαμε με επισημότητα και ιεροτελεστία. Την ανακαλύπταμε στα υπέροχα φρούτα που διάλεγε ο θείος Μήτσος και ήταν πάντα νόστιμα, είχαν μοναδικό άρωμα και γεύση. Τα πεπόνια και τα καρπούζια ήταν μέλι γλύκα, τα κεράσια πλούσια και γευστικά, τα σύκα μεγάλα και πεντανόστιμα.

Τα απογεύματα συνήθως πηγαίναμε για πικ νικ εκεί στην παραλία της Πόντης. Η θεία μας έφτιαχνε ριγανάδα αλλά και πατάτες τηγανητές και φρόντιζε να μην βάλει φέτα διότι εγώ ήμουν αλλεργική και την απεχθανόμουν.  Μοσχομύριζε η γειτονιά από το τηγάνι κι εμείς βάζαμε στο καλαθάκι τα καλούδια και ορμούσαμε με ενθουσιασμό στην ακτή , όπου σμίγαμε με τα άλλα παιδιά. Αφού στρώναμε και τρώγαμε τα φαγάκια μας, αρχίζαμε το παιχνίδι. Δεν ήταν ένα σωματικό παιχνίδι αλλά ήταν ιστορίες που φτιάχναμε με το μυαλό μας και τις αναπαριστούσαμε παίρνοντας διάφορους ρόλους. Ηταν η ζωή σε παιδικό θέατρο και ήταν πολύτιμη η φαντασία και η δημιουργικότητά μας, καθώς δεν υπήρχαν τότε ανάλογα ερεθίσματα… Μόνα μας τα παιδιά, φτιάχναμε ιστορίες και υποδυόμασταν τους πρωταγωνιστές…

Στη Βασιλική πήγα για πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Ηταν ένας περιπλανώμενος σινεάστ, που έφερνε τη μηχανή του, την έστηνε και έπαιζε την ταινία σε πρόχειρο πανό προβολής, προμοτάροντάς την με τη ντουντούκα στο χωριό από βαθέως όρθρου. Είδα τας Δυό Ορφανάς κι επίσης μια πολεμική ταινία με τον Πέτρο Φυσσούν και γοητεύτηκα τόσο μα τόσο από το σινεμά…

Βεβαίως, με τη Γώγω μαλώναμε κι όλας. Κι έτσι που ήμουν τσαμπουκάς κι ασυμβίβαστη, με θυμάμαι να στριμώχνω στη μικρή καρρώ βαλιτσούλα μου τα ρουχαλάκια μου και να κινάω για τη στάση του λεωφορείου να φύγω για τη Λευκάδα. Κι όλο την τελευταία στιγμή με προλάβαινε η θεία Φροσύνη και με παρακαλούσε να γυρίσω και τιμωρούσε τη Γωγούλα που δεν μου φερόταν με την ανοχή της οικοδέσποινας. Και η Γωγούλα πονούσε- είμαι σίγουρη- που η μάνα της έπαιρνε το μέρος μου διότι τότε δεν καταλαβαίναμε τα παιδιά από τις σχετικότητες και τις ισορροπίες.

Τα καλοκαίρια στη Βασιλική γνώρισα το φλέρτ με τα αγόρια, ανακάλυψα την πλήρη αποδέσμευση από το περιβάλλον μου, απόλαυσα την ελευθερία των διακοπών.

Και δεν περνάει ούτε ένα καλοκαίρι που να μη θυμάμαι τη Βασιλική των παιδικών μου χρόνων. Αναπολώ εκείνες τις μέρες της ανεμελιάς και της αγάπης. Αναθυμάμαι όλες τις μικρές στιγμές που με έδεσαν με τον τόπο και προπάντων με την ξαδέλφη μου τη Γώγω!

Ελπίζω μια μέρα να ξαναγυρίσουμε μαζί σ΄εκείνα τα καλοκαίρια!



Τζουστινάκι

Friday, August 4, 2017

Σημαία και πατατάκια στην κληρωτίδα του ΣΥΡΙΖΑ!



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

«Σήμερα, επίσης, έχει γίνει κάτι εξίσου σημαντικό. Δημοσιεύθηκε το ΠΔ που ρυθμίζει και εκσυγχρονίζει την καθημερινότητα στα Δημοτικά σχολεία, καταργώντας αυτό που ίσχυε από το 1989, δηλαδή εδώ και περίπου 20 χρόνια.

Αντί να χαιρετιστούν αυτά τα σημαντικά βήματα, ως βήματα που πάνε την εκπαίδευση μπροστά, έχουμε πάλι μία μίζερη αντιμετώπιση.

Για εμάς η σημαία δεν πρέπει να είναι βαθμολογικό έπαθλο.

Όλοι έχουν δικαίωμα να την κρατούν, όπως και υποχρέωση να την υπερασπίζονται. Στρατό δεν πάνε μόνον οι άριστοι μαθητές, πάνε όλοι, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις τους.

Δεν είναι δυνατόν ένας μικρός αλλά υπαρκτός αριθμός οικογενειών να διαγκωνίζονται μεταξύ τους και να πιέζουν τους εκπαιδευτικούς να δώσουν βαθμούς για να γίνει το παιδί τους σημαιοφόρος. Εμείς προτείνουμε να γίνεται κλήρωση και να αναδεικνύεται ο σημαιοφόρος. Κλήρωση ανάμεσα σε ίσους ως προς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Πολιτεία.

Δηλώσεις που συνδέουν την αριστεία με την σημαία είναι κάτι βαθιά αντιδημοκρατικό.»

Αυτά δήλωσε ο «ήξεις αφίξεις» υπουργός παιδείας, ο οποίος προσπαθεί να πείσει ότι η σύνδεση της σημαίας με την αριστεία είναι βαθειά αντιδημοκρατική κι έτσι έλαβε νομοθετικά  την πρωτοβουλία να ισιώσει το δημοκρατικό φρόνημα στα παιδιά του δημοτικού κληρώνοντας τη σημαία σαν το λαϊκό λαχείο.

Κατ’ αρχήν η αριστεία είναι το εργαλείο της άμιλλας και της προόδου σε κάθε κοινωνική ομάδα, γι αυτό στα σχολεία του εξωτερικού όπου ζώ τα τελευταία τριάντα χρόνια, δίνονται έπαινοι στα αριστούχα παιδιά από το επίπεδο του νηπιαγωγείου.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κάθε φορά και με κάθε τρόπο προσπαθεί να εξαντλήσει τα επιχειρήματά της για τη δημοκρατία στο σχολικό σύστημα, τιμωρώντας την αριστεία είναι μια πάγια τακτική της πρώην αριστεροσύνης. Είναι η τακτική της ισοπέδωσης για να μην σηκώνονται κεφάλια, η πολιτική  της μεγιστοποίησης της μετριότητας, η ταξική ισοπέδωση στο πρώτο επίπεδο της κοινωνικοποίησης των παιδιών.

Η αποσύνδεση όμως της σημαίας από την αριστεία  είναι μια κραυγαλέα υποβίβαση του συμβόλου της εθνικής συνείδησης, μια βαθιά περιφρόνηση στην διάπλαση της εθνικής ταυτότητας.

Το να μπαίνει η σημαία στην κλήρωση είναι απλά ό,τι πιο χυδαίο θα μπορούσε να σκεφθεί κάποιος για το σύμβολο της εθνικής ταυτότητας της χώρας. Να μπαίνει η γαλανόλευκη στον κλήρο σα μια σακούλα γαριδάκια, να γίνεται αντικείμενο λοταρίας για παιδιά, να είναι πεδίο χλευασμού και γέλιου ανάμεσα στους μαθητές.  

Αυτή η σημαία που στήθηκε στο Αλβανικό μέτωπο, που σηκώθηκε στην Ακρόπολη από ένα Σάντα κι ένα Γλέζο ενάντια στη Γερμανική κατοχή, αυτή η σημαία που υψωνόταν από την κυρά της Ρώ κάθε μέρα με την ανατολή του ήλιου στην ομώνυμη ακριτική νησίδα.

Αυτή η σημαία, που στόλισε ήρωες, που βάφτηκε με αίμα, που συνδέθηκε με την ανεξαρτησία της χώρας, που αποτελεί το απώτατο σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας.  

Είναι θλιβερό και ταπεινωτικό για όσους σκέφτηκαν να υποβιβάσουν τη σημαία σε αυτό το επίπεδο προσπαθώντας να καταργήσουν κάθε αίσθημα υπερηφάνειας στους μαθητές. Πρόκειται για μια ακόμη έκφραση λαϊκισμού του πρωθυπουργού και των περί αυτόν, ένα πεδίο επίδειξης της ευτελούς ποιότητας πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.


Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και οι δήθεν προοδευτικοί που την στελεχώνουν θεωρούν «αμαρτία» κάθε αναφορά στη διάπλαση της εθνικής συνείδησης, κάθε σύνδεση της παιδείας με την Ελληνικότητα, αφήνοντας στη Χρυσή Αυγή και τους φασίστες να δρέπουν δάφνες πάνω στο θέμα.

Εμείς εδώ στην ξένη εξακολουθούμε να θεωρούμε τη φιλοπατρία αρετή, συνεχίζουμε να κρατάμε ψηλά τη γαλανόλευκη και θα συνεχίσουμε να συνδέουμε την αριστεία με τη σημαία στα ελληνόφωνα σχολεία μας. 

Για μας η σημαία δεν είναι μια σακούλα πατατάκια, δεν είναι αντικείμενο για κλήρωση, δεν είναι πεδίο άσκησης δήθεν δημοκρατίας.

Είναι το σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας και δικαιούται να συνδέεται με την αριστεία. Αλλωστε, οι ανδρείοι και οι άριστοι, αυτοί που ξεχώρισαν ανάμεσα στους πολλούς ύψωσαν τη σημαία στις στιγμές της ιστορίας!