Sunday, September 17, 2023

Η Δυστυχία, Η Ευτυχία, ο Αποχωρισμός!

 


Η Δυστυχία, Η Ευτυχία, ο Αποχωρισμός!

Κάθομαι στο γραφείο μου , το δωμάτιο όπου εσύ έζησες τις τελευταίες ημέρες της δύσκολης αρρώστιας σου και συλλογίζομαι πως πέρασαν κιόλας 19 χρόνια από τότε που πέταξες στον ουρανό σαν πεταλούδα.

Χθές είχαμε τη συγκέντρωση της οικογένειας, με την ευκαιρία των 90 χρόνων του θείου Αλέκου, βρεθήκαμε 50 κλώνοι της οικογένειας του παππού μας του παπα-Κώστα, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα και τετρασέγγονα αν μπορείς να το φανταστείς. Ναι, βρεθήκαμε και σε θυμηθήκαμε γιατί εσύ άνοιξες το χορό της φυγής από τα 23 εγγόνια.

Πρώτη και καλύτερη μας εγκατέλειψες και μετά ακολούθησε ο Κωτσοπάτσος της Παρασκευής, η Ντίνα του Μήτσου και η Λίτσα του παπα-Νίκου. Τους τράβηξες μαζί σου για να φτιάξεις τη δική σου παρέα εκεί στη γειτονιά του ουρανού.

Αγαπημένη μου σήμερα δεν θα σου μιλήσω για την μεγάλη περιπέτεια της ασθένειάς σου που σε καθήλωσε στο κρεβάτι του πόνου  βυθίζοντάς μας σε μια αδήριτη λύπη. Μια λύπη που δεν ξεπεράσαμε ποτέ καθώς η απουσία σου γιγαντώνεται κάθε φορά που σμίγουμε εμείς τα ξαδέρφια της οικογένειας Κακαβούλη. Μια λύπη που μας κρατεί αιχμάλωτους στο άρμα της, δεμένους για πάντα στις αναμνήσεις της κοινής ζωής μας.

Όταν η μαμά μας είπε ότι περίμενε παιδάκι εγώ ήμουν τριών χρονών. Και το θυμάμαι σαν τώρα γιατί καθώς με έντυνε για την εκκλησία της Κυριακής, μου εξήγησε πως έπρεπε να δέσω μόνη τα παπουτσάκια μου γιατί εκείνη κουβαλούσε ένα παιδάκι στην κοιλιά της και δεν έπρεπε να σκύψει και να διαταραχθεί.

Τι; Ένα παιδάκι; Σαν εμένα και τον Αποστόλη; Έχοντας πλήρη συνείδηση της θέσης μου (είχα εκτοπίσει τον Αποστόλη με τα σκέρτσα μου και τα ποιήματά μου) και μόλις τα είχα καταφέρει, τώρα ερχόταν ένα άγνωστο παιδί να μας ανατρέψει την ισορροπία. Τότε δεν γνώριζα αυτές τις έννοιες, αλλά μέσα μου γκρεμίστηκε ένας κόσμος καθώς περιμέναμε με άγνωστες συνέπειες ένα άγνωστο παιδάκι.

Και ήρθες, μάλιστα γεννήθηκες στο νοσοκομείο της Λευκάδας και με έφεραν να σε δώ. Ήσουν ένα κατάλευκο μωράκι σφιχτοδεμένο σε πάνες που είχα ρόζ απόληξη στην άκρη τους γιατί ήσουν κοριτσάκι. Ζήλεψα παράφορα, ήταν κι αυτές οι γειτόνισσες που μου έλεγαν ότι θα μου έπαιρνες την προίκα. Και το θυμάμαι λες και είναι τώρα (τρισήμισυ χρονών ήμουν) ανέβηκα με το παλτό μου στο δωμάτιο με το γοίκο και φύλαγα τα προικιά μου. Τα φύλαγα με πάθος αρνούμενη να βγάλω το παλτό μου, αρνούμενη να πάω στο κρεβάτι μου για ύπνο.

Ανασταστώθηκα, ένιωσα πως έπρεπε να περιφρουρήσω τα υπάρχοντά μου. Κι όταν σε έφεραν στο σπίτι ζήλευα κάθε στιγμή που η μαμά σε τάιζε με το μπιμπερό αναμειγνύοντας με νερό το κουτάκι «Ζαχαρούχο Γάλα Βλάχας».

Τότε είχαμε ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο εσύ κοιμόσουν στην κούνια, οι γονείς στη διπλή κουκέτα κι εγώ σε ένα παιδικό κρεβατάκι στην άκρη. Με ξυπνούσες με κλάματα τις νύχτες και η μαμά σου τραγουδούσε γλυκά. Κι εγώ έκλεινα τα αυτάκια μου να μην ακούω το κλάμα σου που σκεπαζόταν από τα γλυκόλογα της μαμάς.

Έτσι ανακάλυψα τη δυστυχία. Ήμουν τρισήμισυ χρονών δυστυχισμένη κι όλο έκλαιγα αποζητώντας λίγα ψίχουλα προσοχής. Και παρότι η πρωτοξαδέρφη του μπαμπά, η Μαρίνα, με είχε σαν πριγκήπισσα, και παρότι η μπαμπάς καμάρωνε για μένα, εσύ είχες γίνει ο πόνος και η αγωνία μου καθώς ένιωθα πως θα σάρωνες την αγάπη της μαμάς, όση είχε απομείνει από τον μοναχογιό της τον Αποστόλη.

Και θυμάμαι που έκλαιγα σπαρακτικά μια μέρα εκφράζοντας τη δυστυχία μου και ήρθε η θειά Δήμητρα, δασκάλα βλέπεις, και με ρώτησε τί είχα. Και της είπα ότι ήθελα να είμαι δεμένη με πάνες όπως η αδελφή μου διότι πίστευα μάλλον πως οι πάνες έκαναν την μαμά να κρατάει αγκαλιά συνεχώς το μωρό μας.

Μεγαλώσαμε και όντως εσύ σάρωσες την τελευταία αγάπη της μαμάς. Έγινες η φεγγαρολουσμένη της, είχες και το όνομα του πατέρα της παπα Κώστα, της μητέρας της Κωνσταντίνας και της πατρικής γιαγιάς μας, Κωσταντίας. Και όλα σου τα συγχωρούσε και σε κανάκευε και σε έπαιρνε αγκαλιά μπροστά μου επιδεικτικότατα, διότι ήσουν λεπτοδίνικη, ανάφαγη και αδύναμη.

Εσύ με ακολουθούσες, ήθελες να είμαστε ίδιες, να έχουμε τις ίδιες φίλες (τις δικές μου δηλαδή) και η μαμά σου έφτιαχνε τα μαλλιά και σου έδενε μια άσπρη κορδέλα μεγαλύτερη από το κεφαλάκι σου για να μοιάζεις με μένα. Και η μαμά μας έραβε τα ίδια ακριβώς φορέματα στην υψηλής ραπτικής μοδίστρα μας Τσία γιατί εσύ έτσι ήθελες και απαιτούσες.

Και όταν γίναμε έφηβες είπα στη μαμά πως δεν θέλω να φοράμε τα ίδια ρούχα και τα ίδια παπούτσια. Και εσύ έβαλες τα κλάματα γιατί δεν καταλάβαινες πώς δεν ήθελα να είμαστε ίδιες. Δεν ήθελα να είσαι το ακολουθίκι μου όπως σε αποκαλούσα. Κι όταν είδα ένα κοριτσάκι στη Βασιλική όπου έκανα διακοπές μου με ένα τεράστιο φιόγκο από μακριά νόμιζα πως είχες έρθει κι εκεί να μου χαλάσεις τη μοναδικότητα της σχέσης μου με τη θειά Φροσύνη, αδελφή της μαμάς και την κόρη της Γώγω. Και με έπιασε ο θυμός αλλά τελικά δεν ήσουν εσύ κι έτσι ησύχασα.

Μεγαλώσαμε, γίναμε γυναίκες, ζήσαμε πολλά χρόνια σαν φοιτήτριες στο ίδιο διαμέρισμα. Τότε άρχισες να αποκτάς τη δική σου ταυτότητα, να γίνεσαι ο εαυτός σου. Και όταν έφυγα για Καναδά, εσύ λύγισες. Ωστόσο, κι απο μακριά έγινες μέρος της ζωής μας και δεθήκαμε ακόμη περισσότερο. Η αγάπη σου έγινε ο Αλέξανδρος που τον κανάκευες τα καλοκαίρια στη Λευκάδα και τα Χριστούγεννα στο Μόντρεαλ.

Μικρή μου Πεταλούδα, σε συγχωρώ που μου έκλεψες τη μαμά και δεν περίσσεψε στην καρδιά της τίποτε για μένα, ιδιαίτερα αφότου έφυγες βιαστικά και απρόσμενα για το μεγάλο, αγύριστο ταξίδι. Η μαμά έγινε ένα βουβό και γοερό κλάμα για σένα. Η ζωή της μετατράπηκε σε ένα απέραντο πένθος, σαν μια λάσπη όπου βούλιαζε η ίδια βυθίζοντας κι εμένα όλο και περισσότερο κάθε μέρα.

Σε συγχωρώ που υπήρξες η δυστυχία μου στα τρισήμισυ χρόνια μου, η ευτυχία στη νιότη μου και η απελπισία μου μετά τον αποχωρισμό μας. Του χρόνου θα κλείσουν 20 χρόνια από την αναχώρησή σου και θα σου κάνουμε ένα μεγάλο πάρτυ για να γιορτάσουμε την όμορφη ζωή σου!

Καλή σου νύχτα όπου κι αν είσαι! Να μας θυμάσαι και να μας αγαπάς!

Η αδελφή σου

Ιουστίνη

1 comment:

  1. Εύχομαι οι πεταλούδες που σε περιτρυγιριζουν καμια φορά να είναι η πεταλουδιτσα σου, να είναι όλοι αυτοί που μας αφησαν!!!!!!

    ReplyDelete