Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ
Η αληθινή ιστορία της ομορφιάς που νικήθηκε απ' το γραμμένο

Saturday, May 23, 2020

Τώρα που δεν χωράς πιά στην αγκαλιά μου!


Σήμερα ο Αλέξανδρος κλείνει τα τριάντα του χρόνια κι εγώ βρίσκομαι καθισμένη στο βαγόνι της μνήμης φέρνοντας στο νου μου όσα υπέροχα μου χάρισε η γέννηση και το μεγάλωμα του μοναχογιού μου.


Η αλήθεια είναι ότι όταν έμαθα πως ήμουν έγκυος φοβήθηκα την ευθύνη, ένιωθα ανίσχυρη μπροστά στο θαύμα της ζωής,έγινα σχεδόν φοβική με την ανάληψη της υπόθεσης να μεγαλώσω και να καθοδηγήσω το πλάσμα που πλέον θα εξαρτιόταν απο μένα ή μάλλον απο μας, τον πατέρα του και μένα.


Η γέννα του Αλέξανδρου ήταν μια περιπετειώδης ιστορία, που με κράτησε σε ωδύνες τοκετού για δύο σχεδόν μέρες, αλλά όταν εκείνο το πλασματάκι γλίστρησε κι ακούστηκε το κλάμα του, όταν τα σκούρα του ματάκια άνοιξαν κοιτώντας γύρω, όλα ξεχάστηκαν. Τον κράτησα στην αγκαλιά μου κι έγινε το θαύμα να χτυπούν οι καρδιές μας στον ίδιο ρυθμό.


Οι πρώτες μέρες της επιστροφής στο σπίτι πέρασαν μέσα σε σύννεφο ευτυχίας. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα μωρό που είχε μια κανονικότητα στη συνπεριφορά και όλο γελούσε με εκείνο το αντανακλαστικό χαμόγελο που ξέφευγε απο τα κερασένια του χειλάκια αβίαστα κάνοντας το προσωπάκι του να λάμπει.

Τα πάμπερς, τα αποστειρωμένα μπουκάλια, τα μπανάκια το βράδυ, οι αγκαλιές για να ξεχαστούν οι κολικοί...έγιναν η ρουτίνα μου. Η αδερφή μου κι εγώ ήμασταν δοσμένες στο νήπιο που το παρατηρούσαμε σε κάθε άκουσμα της αναπνοής του. Αυτή η άρρηκτη σχέση άρχισε να δυναμώνει και να με κρατάει αιχμάλωτη της ύπαρξης που κουνούσε χεράκια και ποδαράκια περιμένοντας το φαγάκι του και την αγκαλιά.


Όταν ήρθαν οι γονείς μου στο Μόντρεαλ να μας επισκεφθούν το 1990 άρχισαν οι βόλτες με το καροτσάκι και αυτή η περηφάνεια γονιών και παππούδων ήταν  τόσο έντονη, φώναζε απο μακριά ΕΥΤΥΧΙΑ. Κι όταν χρειαζόταν να τρέξω έξω σε δουλειές το προσωπάκι του Αλέξανδρου ερχόταν μπροστά μου και βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι να πάω στην κούνια του να αναπνεύσω το άρωμά του. Ένα σύννεφο απόλυτης παράδοσης σε αυτό το πλάσμα με τύλιγε και ήξερα καλά πως ήταν η κορύφωση της ζωής μου.


Ο Αλέξανδρος μεγάλωνε όμορφα και ήρεμα, ήταν ένα παιδάκι που ξυπνούσε με χαμόγελα και πιανόταν στην κούνια του χορεύοντας. Του άρεσε να του διαβάζουμε παραμύθια κι εκείνος να δείχνει με το χεράκι του τις εικονογραφίες εξηγώντας ότι καταλάβαινε κι ας μην είχε αρχίσει να μιλάει ακόμη.


Πριν αρχίσει το σχολείο τον πηγαίναμε απο το Πάσχα στη Λευκάδα στους παππούδες του κι εκείνος τα καλοκαίρια μεγάλωνε στην αγκαλιά της γιαγιάς του παίζοντας στο σοκάκι με τα παιδιά της γειτονιάς. Γινόταν ένας κανονικός Λευκαδίτης που χαιρόταν την ανεμελιά της πατρίδας χτίζοντας δεσμούς φιλίας με τα παιδιά της πόλης όπου είχα μεγαλώσει κι εγώ.

Τα γενέθλιά του στη γειτονιά έγιναν ξακουστά. Παραγγέλναμε μια τεράστια τούρτα με όλες τις παραστάσεις που μπορούσες να φανταστείς (ανάλογα με τη μόδα της εποχής) και συνέρρεαν όλοι φίλοι του με τις μαμάδες τους να μοιραστούμε το σβήσιμο των κεριών. Κύπελα με κάθε λογής χυμούς, πλαστικά πιάτα με κομματάκια απο την τούρτα περιφέρονταν στο σοκάκι που ήταν ο τόπος του πάρτυ.


Ο θείος του ο Αποστόλης κατέβαινε από την Αθήνα στη Λευκάδα για ένα Σαββατοκύριακο με την Africa Twin να τον πηγαινοφέρνει βόλτες κι εκείνος απολάμβανε αυτή την πολιορκία της αγάπης από όλους μας, γονείς, θείους, παππούδες και την λατρεμένη γιαγιά του.


Όταν άρχισε να πηγαίνει κανονικά στο γαλλικό δημοτικό Stanislas ο Αλέξανδρος χωρίς να μιλάει ούτε λέξη γαλλικά μέσα σε μία χρονιά, εκείνη του Νηπιαγωγείου, έμαθε τη γλώσσα και ήρθε πρώτος στην τάξη του, κι απο κεί συνέχισε να είναι λαμπρός στα μαθήματα κατακτώντας δημοφιλία ανάμεσα στους συμμαθητές του.


Τα γενέθλιά του έγιναν θρυλικά καθώς κάθε χρόνο καλούσαμε όλη την τάξη του κι έτσι δεν έλειπε κανένας απο τα πάρτυ της χαράς, όπου σμίγαμε με τους φίλους του αλλά και τα παιδιά των φίλων μας. Αυτά τα γενέθλια ήταν οι πιό χρωματιστές στιγμές της ζωής μας και η μνήμη βουτάει με επιθυμία στις εικόνες...


Η μεγαλύτερη χαρά ήταν να τον φέρνω απο το σχολείο , όπου ανοίγαμε το ραδιόφωνο και παίζαμε ελληνικές μουσικές. Πάντα κάναμε το γύρο της γειτονιάς κι έναν ακόμη γύρο για να χορτάσουμε μουσικές. Κι ο Αλέξανδρος έμαθε να εκτονώνει τις δύσκολες ώρες του ακόμη κι όταν μεγάλωσε οδηγώντας κι ακούγοντας τις μουσικές του.


Παρότι μοναχοπαίδι ήταν παιδί της ομάδας γι αυτό διέπρεψε στα ομαδικά σπόρ, από χόκεϊ μέχρι ποδόσφαιρο, ενώ οι φίλοι και οι συμμαθητές του τον λατρεύουν για την δοτικότητά του και την συμπαράσταση σε κάθε στιγμή της κοινής ζωής τους. Ποτέ δε πίστευα πως ένα μοναχοπαίδι θα ήταν τόσο γενναιόδωρο στην ανθρώπινη σχέση.


Ο Αλέξανδρος ήταν ένα παιδί εύκολο, ευπροσήγορο, ευγενικό, λεπτό στους τρόπους που προσπαθούσε να μην στεναχωρήσει κανένα. Με τη δική του καθοδήγηση με έμαθε να αντιμετωπίζω τη ζωή με ένα λελογισμένο τρόπο. 

Έγινε δάσκαλός μου στις δυσκολίες μου, έγινε παρηγορητής μου στο μεγάλο μου πόνο όταν έχασα την λατρεμένη αδελφή μου και θεία του. ¨Ηταν εκείνος που με σήκωσε απο το κρεβάτι της μελαγχολίας λέγοντάς μου : Τώρα θέλω πίσω τη μαμά μου...


Πολλές ιστορίες μας συνδέουν άρρηκτα στο πέρασμα των χρόνων, ιστορίες που κράτησα με ημερολογιακή πιστότητα απο τη γέννησή του. Και όλα τα αναμνηστικά αυτής της σχέσης που σήμερα γίνεται τριάντα χρονών τα φύλαξα μέσα στο μπλέ μπαούλο της προσωπικής του ιστορίας.


Σήμερα είναι 30 χρονών και η ζωή ξανοίγεται μπροστά του γεμάτη υποσχέσεις.


Χρόνια πολλά Αλέξανδρε, της ζωής μου πολύτιμο πλάσμα, της ύπαρξής μου συνέχεια, της μέρας μου ήλιε φωτεινέ!


Σου εύχομαι ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ και ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ στον ωραίο δρόμο της δεκαετίας που διανύεις!


Η μαμούλα!








Monday, May 11, 2020

Η ανέμελη Λίνα και η συγκρατημένη Κατερίνα!



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη



Αυτή η κλεισούρα στο σπίτι με έκανε πολλές φορές να αναπολήσω το παρελθόν, να βουτηχτώ στις αναμνήσεις που με κατέκλυζαν έντονα, παρηγορώντας με για τη ματαιότητα του βίου. Μικρές χαρές, στιγμές ανεμελιάς τρύπωναν στο νου μου απορροφώντας τους κραδασμούς των μεγάλων υπαρξιακών ερωτημάτων που με βασανίζουν παιδιόθεν.


Ξαναγυρίζω λοιπόν, στο σχολικό τοπίο εκεί που η κορυφαία αγωνία μας ήταν αν πήραμε δέκα στην αντιγραφή ή αν κάναμε ένα λαθάκι στην ορθογραφία. Η τάξη της σωτήριας εξαετίας 1965-1971 στο κατεδαφισμένο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας έρχεται στο νού μου ολοκάθαρη, όπως οι χαρακτήρες των συμμαθητριών και των συμμαθητών του, τους οποίους έχω την ευτυχία να συναντώ τα καλοκαίρια στο γενέθλιο τόπο.


Διαλέγω να μιλήσω σήμερα για την Κατερίνα Περδικάρη και τη Λίνα Μασμανίδη, δυό συμμαθήτριες που ζούσαν στην ίδια γειτονιά και κατέφθαναν στο σχολείο μαζί, αποτελώντας ένα ακόμη δίδυμο, το Λίνα-Κατερίνα.


Η Κατερίνα ήταν μια πολύ καλή μαθήτρια, σιωπηλή μέσα στην τάξη αλλά με καταπληκτικές επιδόσεις σε όλο το φάσμα των μαθημάτων.’Ηταν κόρη τραπεζικών και μάλιστα μοναχοκόρη και ποτέ δεν προκαλούσε τους συμμαθητές ή τους δασκάλους της με κάποια παρατραβηγμένη συμπεριφορά. 

Ήταν καμωμένη απο αυτό το υλικό της διαγωγής κοσμιοτάτης που δεν επιδίωκε ποτέ την καταξίωση ανάμεσα στα παιδιά ή στους μεγάλους. Θα την έλεγα μοναχική, αποτραβηγμένη και με μια απίστευτη για την ηλικία μας ωριμότητα.


Η Κατερίνα έμενε στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου, κοντά στην δυτική παραλία της Λευκάδας και ήταν καμωμένη απο το υλικό του καθωσπρεπισμού χωρίς εξάρσεις και ιδιαίτερες εχθρότητες ή φιλίες. Θα έλεγες πως η συγκατοίκηση στο θρανίο με τη ζωηρή Λίνα της ήταν αρκετό άγχος, μια και η φύση της ήταν να περνάει απαρατήρητη.


Το μόνο στοιχείο που την ξεχώριζε στα μάτια μου ήταν το γεγονός πως ήταν μοναχοκόρη και ήταν κάτι που ζήλευα καθώς απο νωρίς είχα συνειδητοποιήσει πως η αγάπη που μοιράζεται ανάμεσα στα αδέρφια δεν ήταν το δικό μου ζητούμενο. Επιπλέον, ζήλευα που η Κατερίνα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα στον έρανο για την καθαρίστρια έδινε ένα τάληρο, ενώ οι γονείς μου μπορούσαν να προσφέρουν ένα δίφραγκο για το καθένα απο τα τρία παιδιά τους. Αυτή ίσως να ήταν η πρώτη ταξική κρίση που με είχε καταλάβει διότι ήθελα να δίνω κι εγώ τάληρο στην καθαρίστρια.


Η Λίνα ήταν το ακριβώς το αντίθετο. Με σπαστά  μαλλάκια και ένα έμφυτο χαμόγελο, ήταν στην όψη και στην κόψη εντελώς στο άλλο άκρο της Κατερίνας, που ξέχασα να πω ότι είχε συνήθως τα μαλλιά της ίσα και κοντοκομμένα και φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά.


Η Λίνα Μασμανίδη ήταν κόρη του Μασμανίδη με τους Νεωτερισμούς στην αγορά, κάτι που δεν περνούσε απαρατήρητο εκείνα τα μετρημένα χρόνια στη Λευκάδα των λιγοστών καταστημάτων. Ναι, ο πατέρας της και η μητέρα της ήταν ταγμένοι στο μαγαζί τους, όπου πουλούσαν υφάσματα με το μέτρο και πολύ αργότερα ρούχα πρετ-α-πορτέ.


Ο πατερούλης, όντας ιερέας στο ξωκκλήσι του Αγίου Βσσιλείου στη δυτική παραλία, ήταν αγαπημένος συνομιλητής των παπουδογιαγιάδων της Λίνας, που ήταν πρόσφυγες απο τη Μικρά Ασία, καλά τακτοποιημένοι και περήφανοι για την καταγωγή τους. Θυμάμαι τη γιαγιά της Λίνας μετά την λειτουργία την Πρωτοχρονιά να μας λέει ιστορίες απο τον τόπο της  κι εγώ την άκουγα εκστασιασμένη. Κι ο πατερούλης τόνιζε πως ήταν μια ξεχωριστή οικογένεια με βάθος και πλούσια ιστορική καταγωγή.


Η Λίνα ήταν γελαστή και χαιρόταν με όλους και με όλα. Μερικές φορές ήταν γκαφατζού διότι ήταν καλοπροαίρετη και έπαιρνε ακόμη και τις πλάκες τοις μετρητοίς. Πολλές φορές την έπαιρνε το παράπονο όταν τα παιδιά δεν την έπαιζαν και τότε τρύπωνε στην προστασία της Κατερίνας. Τα μαλλάκια της σπαστά κυμάτιζαν στα κυνηγητά μας στην αυλή του σχολείου και τα λευκά της δόντια έλαμπαν όταν γελούσε δυνατά παρασύροντάς μας όλους στο δυνατό γέλιο της. 


Η Λίνα πριν ακόμη τελειώσει το Δημοτικό μετακόμισε σε ένα καινούριο διόροφο σπίτι κοντά στα δικαστήρια, που ήταν νεόχτιστο και όμορφο με τις καμάρες και τα ωραία του λουλούδια στον κήπο. Ο πατέρας της είχε αυτοκίνητο και έπαιρνε την οικογένεια των τεσσάρων (η Λίνα είχε για μεγάλη αδερφή της Βίκυ) και τις Κυριακές πήγαιναν στο εξοχικό τους στο Περιγιάλι, έννοια άγνωστη για τους περισσότερους απο μας, που η εκδρομή μας έφτανε μέχρι τα πατρικά χωριά μας.

Με την Κατερίνα χαθήκαμε νωρίς διότι μετακόμισε με την οικογένειά της στην Αθήνα τα χρόνια του Πανεπιστημίου. Είχα να τη δω μερικές δεκαετίες αλλά έπεσα πάνω της πριν απο πέντε χρόνια σε συρμό του μετρό όπου τα είπαμε σα να ήμασταν μαζί χθές, προχθές. Συνεχίσαμε την κουβέντα μας στο καφενείο του Public. Η ήσυχη Κατερίνα είχε μεταμορφωθεί σε μια δυναμική τραπεζίτισσα που μετά της συνταξή της ασχολήθηκε με την κτηματομεσιτική. Ήταν παντρεμένη και είχε κόρη παντρεμένη αποκτώντας ήδη εγγόνια. Είχε μεταμορφωθεί σε ένα εντελώς διαφορετικό πλάσμα απο αυτό που γνώριζα, γεγονός που μου προκάλεσε την πιό ευχάριστη έκπληξη.


Η Λίνα έμεινε στη Λευκάδα όπου συνέχισε τη δουλειά των γονιών της στο ιστορικό μαγαζί τους στη Λευκάδα, το οποίο κατέβασε ρολά πέρσι την άνοιξη. Παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.Εγινε ο κρίκος της σύνδεσης ανάμεσα απο τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες καθώς το μαγαζί της βρισκόταν σε κομβικό σημείο. Ετσι αποτελεί μέχρι σήμερα το δίαυλο της επικοινωνίας μας.

Η Λίνα και η Κατερίνα παρότι ζούσαν στην κάτω γειτονιά γεγονός που μας ξεχώριζε καθώς δεν μπορούσαμε να σμίξουμε στα παιχνίδια τα απογεύματα, αποτελούν μέρος μιας τάξης που έχτισε την προσωπική μας ιστορία στον πρώτο κοινωνικό μας χώρο.


Tuesday, April 14, 2020

Ας σκεφτούμε ποιοί είμαστε και πού οδεύουμε!





“Χρειαζόμασταν αυτό το ταρακούνημα, αυτό το χαστούκι ως κοινωνία για να ξαναδούμε το αξιακό μας καθεστώς από την αρχή. Ζούμε μια ιστορική στιγμή για να σκεφθούμε ποιοι είμαστε και πού οδεύουμε”, σημειώνει στο liberal.gr η συγγραφέας και δημοσιογράφος Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη που περιγράφει από τον Καναδά το πως βιώνει η ίδια την πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία του ζει πολλά χρόνια στον Καναδά.

Εν μέσω πανδημίας, μας μίλησε για την Ελλάδα, τον Καναδά και για την «Κοντυλένια του νησιού» που πέρασε ωκεανό, το καινούργιο της μυθιστόρημα.



Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα



-Η «Κοντυλένια» σας είναι μια ακόμα επιστροφή στην πατρίδα, κυρία Φραγκούλη; Όλο το λογοτεχνικό σας έργο είναι σα νόστος, κάθε μυθιστόρημά σας και μια επιστροφή;

Η αλήθεια είναι ότι αν διαβάσει κανείς όλα τα μυθιστορήματά μου θα γευτεί αυτό το άρωμα της πατρίδας. Η μακροχρόνια διαμονή μου στην ξένη, τα ξένα τοπία, οι ξένες συνήθειες με κάνουν να αφουγκράζομαι την ιστορία μου που είναι φτιαγμένη και πλεγμένη στο δικό μου τόπο.Αυτή η βιωματική σχέση μου με τον τόπο, αυτή είναι που με καθοδηγεί και με στρέφει στο παρελθόν μου. Ισως να λέγεται νόστος. Όταν ήμουν στο χωριό μου ήθελα πάντα να φύγω μακριά, μα όταν έφυγα έγραφα πάντα για το χωριό μου.


-Τι έχει, αλήθεια, «Η Κοντυλένια του νησιού» που δεν είχε προηγουμένως άλλο βιβλίο σας;

Η Κοντυλένια είναι μια διαφορετική ηρωίδα γιατί προικίσθηκε με την απολυτότητα της τέλειας ομορφιάς εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου. Πίστεψε πως η ομορφιά της θα γινόταν το μέσο για μια καλύτερη ζωή, όμως αυτή η ομορφιά έγινε τελικά η κατάρα της. Πρόκειται για την αρχεγονική έννοια του μοιραίου και του αναπόφευκτου. «Άλλαι βουλαί ανθρώπων, άλλα θεός κελεύει». Ίσως γι αυτό η Κοντυλένια μου να είναι η πιό διαφορετική και η πιό αγαπημένη ηρωίδα μου.

-Διέσχισε κι εκείνη, σαν εσάς ωκεανούς, έγινε θεατρική παράσταση, αγαπήθηκε πολύ στον Καναδά, να μας πείτε την ιστορία αυτού του ταξιδιού;

Όντως, η Κοντυλένια που είχε όνειρο να ταξιδέψει και που τελικά έμεινε καθηλωμένη στο νησί της, το Μεγανήσι της Λευκάδας, βρήκε την πραγμάτωση των αγαθών της στόχων μέσα από το μυθιστόρημά μου, που πέρασε ωκεανό και ήρθε κι έγινε μια λαμπρή παράσταση στο Μόντρεαλ και στο Τορόντο...

Η ταλαντούχα Νάνσυ Άθαν-Μυλωνάς, μια εξαιρετική χορογράφος και σκηνοθέτρια που διαπλάθει ελληνικές συνειδήσεις μέσα από τις ελληνικές θεατρικές παραστάσεις της θεατρικής σχολής του Τορόντο ΕΚΦΡΑΣΗ, βαφτίζοντας τα παιδιά στο νάμα της γλώσσας και του δράματος, διάβασε την Κοντυλένια και την ερωτεύτηκε. Την πήρε λοιπόν από τις άψυχες σελίδες του βιβλίου μου και την ανάστησε και της έδωσε αυτά που της άξιζαν.

Η παράσταση με πρωταγωνιστές παιδιά και νέους της δεύτερης , τρίτης και τέταρτης γενιάς Ελλήνων του Τορόντο δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τις ανάλογες θεατρικές παραστάσεις της Ελλάδας. Τα χορικά και τα χορευτικά είχαν μια μαγεία που κρατούσε τους θεατές αιχμάλωτους της δύναμης που απόπνεε η παράσταση.

-Κυρία Φραγκούλη, πώς είναι να ζείτε ανάμεσα σε δυο πατρίδες; Με δεδομένο το ότι έρχεστε και στην Ελλάδα πάρα πολύ συχνά…

Ενσωματώθηκα και λάτρεψα το Μοντρεάλ και τον Καναδά από την ώρα που εδώ γεννήθηκε και ανατράφηκε ο γιός μου. Η Αθήνα όμως και η Λευκάδα αποτελούν αξίες αδιαπραγμάτευτες της ζωής και της ύπαρξής μου.

Ζώντας ανάμεσα από δυό πατρίδες συνειδητοποιώ πως δεν μπορώ πλέον να ζήσω με τη μιά ή με την άλλη πατρίδα. Η ζωή μου έχει δύο άξονες και τους τιμώ μεταφέροντας τις όμορφες πλευρές από τη μια στην άλλη.

Η Ελλάδα έχει ιδιαίτερες ομορφιές, διαφορετικά τοπία, μοναδικές θάλασσες, καταπληκτικό καιρό. Πάσχει όμως από αταξία.

Ο Καναδάς έχει απεραντοσύνη, γαλαζοπράσινες λίμνες, τακτοποιημένες ζωές, απίστευτες χιονιές και δυνατό κρύο. Ο Καναδάς με την τάξη του μπορεί να γίνει βαρετός.

-Τι έχει αλλάξει στην πατρίδα μας την τελευταία δεκαετία;

Η τελευταία δεκαετία μας έχει αλλάξει ως φυλή. Μας έχει ταπεινώσει, μας έχει μαδήσει, μας έχει φέρει στο ύπατο σημείο. Κι όμως προσπαθήσαμε να ανασηκωθούμε και να παλέψουμε στα δύσκολα. Μας έκανε πιό δυνατούς και πιό μαχητικούς.

Από την άλλη θεωρώ ότι κατέστρεψε μια γενιά, της πήρε την αθωότητα. Έστειλε στρατιές νέων επιστημόνων αλλά και εργατών στα ξένα αδειάζοντας τη χώρα από το ανθρώπινο υλικό της. Αυτή η δεκαετία μας έμαθε, όμως, πως τίποτε δεν είναι δεδομένο και πως η ζωή είναι μια ανηφόρα.

Αυτά τα μαθήματα ζωής ελπίζω να τα αξιοποιήσουμε γιατί εμείς ως μεταπολιτευτική γενιά είχαμε μάθει να ζούμε στα πούπουλα. Τα δικά μας παιδιά διδάχθηκαν πως τα πούπουλα μια μέρα τα σκορπούν οι αέρηδες

-Πώς βιώνετε τώρα την απομόνωση του κορωνοϊού;

Να σας πω, για μένα ήταν ευλογία Θεού. Δηλαδή ήμουν σε μια φρενίτιδα εξωτερικών υποχρεώσεων καθώς ως πρόεδρος του Λυκείου των Ελληνίδων Μοντρεάλ έχω μια πολυδιάστατη και χρονο-απαιτητική καθημερινότητα.Έπρεπε να ξυπνάω από τα χαράματα, 4 το πρωί για να κάνω αυτό που αγαπώ, να γράφω δηλαδή. Τώρα όλα μπήκαν μαγικά στη θέση τους. Τώρα αφιερώνω τις μέρες μου στη γραφή και την ανάγνωση, στις μακρινές βόλτες. Νιώθω σα νάμαι σε διακοπές. 

Από την άλλη πλευρά παρότι γνωρίζω ότι η απομόνωση και η διακοπή της κανονικότητας θα έχει οικονομικές συνέπειες, επιτέλους άρχισα να βλέπω γονείς και παιδιά να περπατούν στους δρόμους του Μοντρεάλ. Κρατούν τις αποστάσεις, δεν συνωστίζονται αλλά επιτέλους μετά από χρόνια αφιέρωσης στις απαιτητικές δουλειές και τις φιλόδοξες καριέρες τους, γνωρίζουν την ανθρώπινη πλευρά της ζωής. Είναι ένα κέρδος.

Αυτό το χαστούκι του κορωνοϊού το χρειαζόμασταν ως κοινωνία για να ξαναδούμε το αξιακό μας καθεστώς εξ αρχής. Δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε την αλαζονική πορεία προς τα εφήμερα αγαθά. Πιστεύω ότι είναι μια ιστορική στιγμή να σκεφθούμε ποιοί είμαστε και πού οδεύουμε.

Είναι μια ευλογία θεού αυτό που ζούμε τώρα!

-Είσαστε πρόσφατα στην Ελλάδα, είχατε και μια πικρή εμπειρία στο σπίτι των Αθηνών, πώς τα βλέπετε τα πράγματα; Συνήλθαμε κάπως;

Δεύτερη φορά μέσα σε μια πενταετία, λήστεψαν και κατέστρεψαν το διαμέρισμα της Αθήνας. Την πρώτη φορά μού προκλήθηκε ένα φοβικό σύνδρομο, ήθελα να πουλήσω το σπίτι και να μην ξαναγυρίσω ποτέ στην Ελλάδα. Ήταν σα να με είχε προδώσει η πόλη μου.

Με ξαναλήστεψαν πριν απο τα Χριστούγεννα, μου πήραν πάλι πολύτιμα αντικείμενα και κατέστρεψαν πλακάκια, ηλεκτρισμό, έφεραν τα πάνω κάτω. Αυτή τη φορά θύμωσα πολύ, δυνατά αλλά είπα μέσα μου πως κανένας δεν θα με σπρώξει έξω από το σπίτι μου.

Θεωρώ ότι η Αθήνα δεν έχει συνέλθει, παρότι η άνθιση του Air BnB είχε μέχρι της εποχής κορωνοϊου φέρει μια ευημερία στο κέντρο. Έβλεπα νέα παιδιά με τις βαλίτσες τους να ανεβοκατεβαίνουν τους δρόμους, έβλεπα πως η πόλη είχε πάρει μια οικονομική ανάσα.

Ωστόσο, ο δήμαρχος της Αθήνας πρέπει να λύσει τα βασικά προβλήματα της πόλης του: καθαριότητα, ευταξία, καταστολή του εγκλήματος, καθάρισμα από τα ναρκωτικά, αναστύλωση των ωραίων κτηρίων που σαπίζουν με καταληψίες μέσα τους.

Η Αθήνα έχει ευλογηθεί να στολίζεται με την τιάρα της που είναι η Ακρόπολη, ας αναδείξουμε την βασιλεία της ομορφιάς της. Της το οφείλουμε.

-Συγκρίνοντας την ζωή σας στον Καναδά με την δική μας εδώ, τι πρέπει κατά τη γνώμη σας να γίνει, να αλλάξει οπωσδήποτε;

Κατά τη γνώμη μου πρέπει η Ελλάδα να μάθει στην τάξη και την υπακοή σε ένα σύστημα ευταξίας. Πρέπει να γίνουμε πολίτες του ΕΜΕΙΣ και όχι του ΕΓΩ. 

Οι Καναδοί εναρμονίζονται προς τους νόμους και αντιλαμβάνονται την ευθύνη τους προς το σύνολο. Η ατομική και η συλλογική ευθύνη είναι ακόμη έννοιες άγνωστες προς τους συμπατριώτες μας.

Δείτε πώς φέρθηκαν την εποχή του κορωνοϊού. Όλοι στις παραλίες, στις καφετέριες, στα χιονοδρομικά κέντρα να συνωστίζονται... Καμιά συμμόρφωση προς τις νέες συνθήκες που απαιτούσαν απομόνωση. Ένιωσα μια απογοήτευση.

-Αλήθεια, τι σας λείπει από την χώρα μας όταν είστε στον Καναδά;

Μου λείπει η θάλασσα της Λευκάδας, αυτή η μυρωδιά της και το χρώμα της. Μου λείπουν τα μουσεία της Αθήνας, μου λείπουν οι λογοτεχνικές συνευρέσεις σας. Και πάνω απ΄όλα μου λείπει αυτό το άναρχο, το πρόχειρο, που κάθε στιγμή θα βρεις ένα φίλο να πιείς ένα καφέ σε μια πλατεία. Κάθε στιγμή κάποιος θα είναι διαθέσιμος για σένα γιατί είμαστε έξω καρδιά ως λαός.

-Όλα τα λογοτεχνικά σας έργα διαδραματίζονται στη Λευκάδα; Πώς είναι για σας όταν μια ιστορία σας ξεκινά;

Όχι όλα τα λογοτεχνικά μου έργα, κάποια από αυτά όντως διαδραματίζονται στη Λευκάδα. Στην πραγματικότητα μόνο το «Πετάει, Πετάει το Σύννεφο» και η «Διλογία της Λευκάδας». Και βέβαια για μένα το Μεγανήσι της Κοντυλένιας ήταν άγνωστος τόπος.

Όπως γνωρίζετε τα λογοτεχνικά μου έργα ξεκινούν απο την αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας. Παίρνω τα στοιχεία της ιστορίας, κάνω την έρευνα, πλάθω τους χαρακτήρες , χωρίζω τα κεφάλαια και μετά αρχίζω να γράφω...

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει Ιστορία σας;

Πρέπει να έχει ένα βαθύ υπόστρωμα κάποιου νοήματος, που θα με συγκινήσει. Καμιά Ιστορία μου δεν γράφτηκε επειδή με συνεπήρε απλά μια έστω και δραματική αφήγηση. Πάντα έβλεπα μέσα στην ιστορία την αντανάκληση της στις ανθρώπινες αξίες.

-Μια ηρωίδα ή ένας ήρωάς σας για να γίνει αληθινός;

Για να γίνουν αληθινοί οι ήρωές μου πρέπει να έχουν γράψει ιστορία με την ιστορία τους, πρέπει να με κάνουν να πιστέψω πως η ζωή τους είχε ένα βαθύτερο στόχο, πως μπορούσαν να με κάνουν σοφότερη. Κανένας ήρωας ή ηρωίδα μου δεν έμειναν ανδρείκελα της ζωής τους, ζωντάνεψαν με τους λόγους τους μέσα στο μυθιστόρημα όπως κάνουν όλοι οι πραγματικοί ήρωες.

-Έχω την εντύπωση πως εμπνέεστε από αληθινές ιστορίες, από πρόσωπα που έχουν ήδη υπάρξει, αισθάνεστε κάποια δέσμευση όσον αφορά το μυθιστορηματικό υλικό;

Όταν αρύεσαι πραγματικής ιστορίας, πρέπει να σέβεσαι όσους γνώριζαν τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Μπορείς να αυθαιρετείς στη μυθοπλασία εν μέρει, αλλά δεν μπορείς να προσβάλεις μνήμες ή πρόσωπα εν ζωή. Είναι πολύ λεπτή αυτή η ισορροπία!

-Σας βοηθά η δημοσιογραφική σας ιδιότητα στην έρευνα;

Αν δεν ήμουν δημοσιογράφος θεωρώ ότι δεν θα έγραφα αληθινές ιστορίες. Αυτή η ιδιότητά μου και η νομική επιστήμη πιστεύω πως είναι η σωτήρια λέμβος της βιωματικής γραφής μου.



-Αλήθεια πως είναι να γράφετε με τις ώρες μια ιστορία στα ελληνικά σε μια νέα πατρίδα όπου μιλάτε γαλλικά, αγγλικά;

Αυτό είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο. Να βομβαρδίζεσαι, να συνομιλείς και να επικοινωνείς στα αγγλικά και στα γαλλικά και να κλείνεσαι να γράφεις ελληνικά. Είναι σα να ζεις δύο ζωές παράλληλες. Όσο περνούν τα χρόνια εδώ στην ξένη χάνω τις λέξεις μου στα ελληνικά, μπερδεύομαι αλλά έχω την ποίηση και ξαναβουτάω στον πλούτο του ελληνικού λόγου.

Για μένα το να διαβάζω τους μεγάλους Έλληνες ποιητές είναι σα να ρουφώ από το νάμμα της ελληνικής γλώσσας. Γι’ αυτό κατά τη διάρκεια της συγγραφής των μεγάλων έργων, διαβάζω κατά καιρούς Σικελιανό, Ελύτη, Ρίτσο, Δημουλά... Αυτός ο χείμαρος των λέξεων με ξαναγεμίζει λεξιλόγιο και δύναμη.

Συχνά στους εφιάλτες μου βλέπω πως έχασα τις λέξεις!



-Οι βιογραφίες είναι ένα ιδιαίτερο είδος; Τι πρέπει να προσέχει κανείς και πώς μπήκαν στη ζωή σας;

Η βιογραφία είναι ένα ιδιαίτερο και συγκλονιστικό είδος γραφής. Συνδυάζει τη δημοσιογραφική με τη συγγραφική ιδιότητα σε ένα έργο που πρέπει να το γράψεις με πιστότητα και σεβασμό στα γεγονότα αλλά να το ξαλεγράρεις με τη λογοτεχνική ματιά σου. Το πρώτο μου έργο ήταν «Η Μοναξιά ενός Ασυμβίβαστου», η βιογραφία του πρώην αρχιεπισκόπου Αμερικής Σπυρίδωνος γνώρισε τεράστια επιτυχία καθιερώνοντάς με ως συγγραφέα. Τότε ως πρωτάρα είχα διαβάσει δεκάδες βιογραφίες στα ελληνικά και τα αγγλικά.

Πιστεύω ότι είναι ένα γοητευτικό και δύσκολο είδος γραφής αλλά το λατρεύω.



-Να κάνουμε φινάλε με τρεις σκηνές από την «Κοντυλένια» σας;

Ναι, η πρώτη, ας είναι τότε που ο μικρός συμμαθητής της ο Αντώνης της χαρίζει μαργαρίτες του αγρού και της λέει πως θέλει να την παντρευτεί ετών δέκα. Εκείνη του απαντάει πως θα παντρευετεί άνδρα από το Μεγάλο Τόπο και ποτέ μα ποτέ δεν θα θυσιάσει τη ζωή της στο Μεγανήσι.

Η δεύτερη, ας είναι εκεί που ο μέθυσος και βίαιος πατέρας της Κοντυλένιας βρίσκεται νεκρός πάνω στον τάφο της γυναίκας του, την οποία είχε σπρώξει ο ίδιος στο θάνατο. Είναι μια κορύφωση κι ας βρίσκεται στο μέσον του έργου.

Η τρίτη, ας είναι τότε που η πανέμορφη Κοντυλένια στέκεται αντιμέτωπη με το λευκαδίτικο πορφυρό νυφικό της μάννας της κάνοντας όνειρα για τη ζωή της στο Μεγάλο Τόπο.



-Με τρείς σκηνές, τρεις εικόνες που είναι η Ελλάδα για σας;

Η Ελλάδα είναι τα απογεύματα με θέα το ηλιοβασίλεμα της πόλης μου, είναι ο Παρθενώνας από την ταράτσα της πολυκατοικίας μου, είναι η Νίσυρος που ερημώνει τους χειμώνες με το κύμα να γλείφει τα σπίτια . Η Ελλάδα είναι ο κόσμος που πηγαινοέρχεται αλαχτός και άναρχος στην Αθήνα μου. Η Ελλάδα είναι το νέο Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι όπου βλέπεις την τέχνη που διάλεξαν οι εκλεκτοί... Η Ελλάδα είναι το φώς του κόσμου. Τότε και Τώρα και Πάντα!


Sunday, April 5, 2020

Χρύσανθος Πετσίλας: ο λεβέντης, ο άρχοντας, ο Έλληνας



Τον γνωρίσαμε στα τέλης της δεκαετίας του 80, όταν δούλευε στον ΕΟΤ της Νέας Υόρκης, κρατώντας ταυτόχρονα το περίφημο καφέ και εστιατόριο O Johns επί της Madison Avenue στη Νέα Υόρκη. Ήταν μια φθινοπωρινή ηλιόλουστη ημέρα και μας τον είχε συστήσει ο Πάνος Κολιοπανος, διευθυντής μου τότε στην εφημερίδα Πρώτη.Η λεβεντιά του,το χαμόγελο του, η ευγένειά του μας έκανε αμέσως να τον λατρέψουμε.

Ο Χρύσανθος Πετσίλας ήταν εμβληματική μορφή του Ελληνισμού για τη Νέα Υόρκη τότε, καθώς υπήρξε επί χρόνια μέλος της τοπικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ ΝΥ και διαδήλωνε με πάθος την υποστήριξή του στον μακαριστό Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν αυτός που και στα δύσκολα χρόνια κράτησε τη σημαία του ΠΑΣΟΚ ψηλά, παίρνοντας πάνω του τα λάθη μιας ολάκερης παράταξης.


Ο Χρύσανθος ήταν η επιτομή του bien vivre. Φίλαθλος του Παναθηναϊκού δεν δίσταζε τα χρόνια της προσωπικής του ακμής να πετάει σε διάφορα σημεία της Ευρώπης αλλά και στην Αθήνα για ένα ντέρμπυ της αγαπημένης του ομάδας.

Ήταν όμορφος και επιβλητικός, ένας άντρας που αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ από τον περίγυρό του. Ήταν κύριος, συγκροτημένος, ευγενής μα ήταν και παθιασμένος Έλληνας. Αυτός ύψωσε τα γαλανόλευκα χρώματα του Ελληνισμού τα χρόνια της Madison προσλαμβάνοντας Ελληνόπουλα για σερβιτόρους στο μαγαζί του.


Το OJohns ήταν πασίγνωστο πέρασμα για όλους τους Έλληνες πολιτικούς και βεβαίως για τα «αδέρφια» του από το ΠΑΣΟΚ. Το υπέροχο λόφτ στη Madison είχε γίνει η φιλόξενη στέγη των φίλων του, που σημάδεψαν τη ζωή του καθώς η φτερούγα του όλο μεγάλωνε κι άλλο κι άλλο για να χωρέσει όλους τους αδύναμους και δυνατούς.


Τον επιλέξαμε για κουμπάρο μας επειδή είχε αυτή τη λεβεντιά κι επειδή προερχόταν απο μια σφιχτοδεμένη οικογένεια με απόλυτες αξίες και ιδανικά. Ο πατέρας του Γιώργος Πετσίλας, σεμνός και δυνατός υπηρέτης των Ελληνικών Γραμμάτων, η μητέρα του η Διαμαντούλα νοικοκυρά και λόγια εκ φύσεως, ο μεγάλος του αδελφός Ιωάννης Πετσίλας μοναδικός δημοσιογράφος και διευθυντής γραφείων τύπου, η αδελφή του η Μαρία καθηγήτρια των Ελληνικών στη Νέα Υόρκη, ο γαμπρός του ο Γκλεν κινηματογραφιστής και Φιλέλληνας.


Πολύ αργότερα ήρθαν να προστεθούν στη ζωή του η υπέροχη γυναίκα του,  η Βέα μας με το γάργαρο γέλιο της και η πανέξυπνη κόρη του η Αντα για την οποία έτρεφε λατρεία και αφοσίωση.


Ο Χρύσανθος μας χάρισε την ευτυχία να μας στεφανώσει. Ταξίδεψε μαζί μας με το ντεσεβώ στη Λευκάδα και μας στεφάνωσε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίνας, όπου ο πατέρας μου τέλεσε το μυστήριο με ελάχιστους συγγενείς παρόντες. Ήταν ένας περίπου μυστικός γάμος με το λαμπρό κουμπάρο μας να καταπλέει απο τη Νέα Υόρκη. 

Στη βάφτιση του Αλέξανδρου στις 24 Αυγούστου 1991 ο Χρύσανθος κατέφθασε με όλη την οικογένειά του και με τους πολύτιμους φίλους του. Κι έγιναν γλέντια μεγάλα και σουβλίστηκαν αρνιά κι έμαθε ο κόσμος πως γιορτάζαμε τη βάφτιση του μοναχογιού μας με νονό τον ένα και μοναδικό μας Χρύσανθο.


Ο Αλέξανδρος λάτρευε το νονό του, έτρεφε ένα περίοπτο θαυμασμό παρότι τον έβλεπε σπάνια καθότι τον επισκεπτόμασταν στη Νέα Υόρκη δυό φορές το χρόνο. Ενιωθε για αυτόν κάτι βαθύ και ουσιαστικό. Πάντα περνούσαμε μαζί το Πάσχα κάνοντας Ανάσταση στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους. Ώσπου ήρθαν οι πύργοι κάτω και ψαλιδεύτηκαν τα φτερά όλων μας.


Ο Χρύσανθος ήταν γλετζές, ήξερε και τιμούσε όλα τα στέκια της Νέας Υόρκης. Αξέχαστα θα μείνουν τα ξενύχτια μας και τα ζεμπέικικα στην Εστία του Μανχάτταν, τα δολάρια που σκόρπιζε στις πίστες για χάρη της ζωής της ίδιας.


Ο Χρύσανθος ήταν οπαδός της επικούρειας φιλοσοφίας και σωστά έπραξε. Διότι η ζωή του επιφύλαξε χαρές , του έδωσε όμως και χαστούκια απο «άσπονδους φίλους». Πληγώθηκε χωρίς να πληγώσει, σύρθηκε δίχως να διασύρει. Η καρδιά του, η γενναιοδωρία του, η λεβεντιά του δεν τιμήθηκαν από όσους όφειλαν να τον βάλουν ψηλά για όσα έπραξε για την «Ελλάδα ρε γαμώτο».


Τα τελευταία χρόνια τα περάσαμε πολύ συχνά μαζί καθώς στις επισκέψεις μας στη Νέα Υόρκη λόγω της κατοικίας του Αλέξανδρους, βλέπαμε τον Χρύσανθο, τρώγαμε μαζί τα αγαπημένα του φαγητά και επισκεπτόμασταν τα γνωστά μας στέκια. Ήταν πάντα αισιόδοξος γεμάτος νέα για τους κοινούς φίλους, έμπλεως αγωνίας για το μέλλον της Ελλάδας.


Ω! Χρύσανθε θα σε θυμόμαστε για τις πιό όμορφες στιγμές που μοιραστήκαμε μαζί, για τα τραγούδια που μας έβαζες τις μεταμεσονύχτιες ώρες, για τους χορούς στις πίστες, για την αφοσίωσή σου στην οικογενειά σου, για την πιστή αγάπη στους φίλους σου, για τον αγώνα σου να κρατήσεις την Ελλάδα ζωνταντή στο Μανχάτταν.


Θα μας λείπεις κάθε φορά που θα επιστρέφουμε στη Νέα Υόρκη, η πόλη δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια χωρίς εσένα.


Ω! Χρύσανθε τα δάκρυά μας είναι καυτά και πώς να σε θρηνήσουμε!



Βιογραφικό



Ο Χρύσανθος γεννήθηκε το 1947 πριν απο το τέλος του εμφυλίου από τον φιλόλογο Γεώργιο Πετσίλα και τη Διαμαντούλα Πετσίλα. Φοίτησε στην Αναργύρειο Σολή των Σπετσών όπου διακρίθηκε για την αριστεία , το ήθος και το αθλητικό ιδεώδες.

Βρέθηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 1980 και άρχισε την καριέρα του εκεί ως αθλητικός ανταποκριτής σε έντυπα της Ελλάδας για να περάσει αργότερα στο γραφείο τύπου και μετά στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την εστίαση και τελικά απολύθηκε απο τον ΕΟΤ το βρώμικο 89. Επανήλθε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού αργότερα και διετέλεσε διευθυντής του Γραφείου της Νέας Υόρκης μέχρι το 2013. Τελευταία ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο και το θέατρο κάνοντας διάφορους δεύτερους ρόλους.

Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη















Thursday, March 12, 2020

Η Κόρη του Παπά

Μεγάλωσα σε μια εκκλησιαστική οικογένεια στην επαρχιακή πόλη της Λευκάδας στα χρόνια του 60. Ο πατέρας μου ήταν εφημέριος της αστικής ενορίας των Αγίων Αναργύρων, ο παππούς μου ήταν πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Λευκάδας και Ιθάκης και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν εφημέριος στο Μητροπολιτικό ναό της Ευαγγελίστριας Λευκάδας. Ο νονός μου ήταν ο μακαριστός Μητροπολίτης Λευκάδας και Ιθάκης Δωρόθεος με την μακαριστή αδελφή του Ιουστίνη Παλλαδηνού.
Οι Κυριακές μας ήταν ταγμένες στο Κυριακάτικο εκκλησίασμα και στο Κατηχητικό. Η μαμά μας καλόντυνε , μας καλοχτένιζε και μας πήγαινε στην εκκλησιά του πατερούλη, όπου κοινωνούσαμε κάθε Κυριακή αδιαλείπτως καθώς μεγαλώναμε αθώοι και ανυποψίαστοι εκεί στην όμορφη μικρή πόλη μας.
Χωρίς αγκυλώσεις ο πατέρας μου, ένας άκρως προοδευτικός άνθρωπος, μας μύησε στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας, προσπαθώντας να μας εμφυσήσει την πίστη σε όσα εκείνος πίστευε και δίδασκε στο εκκλησίασμα.
Το σπιτικό μας ήταν ανοιχτό σε όλους όσους χρειαζόταν τον πατερούλη, στους συγγενείς από το χωριό που ήταν αναλφάβητοι κι έπρεπε να πάνε στους γιατρούς, στους πένητες που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, αλλά και στις Βλάχες που χειμωνιάτικα μέσα στο κρύο ροβολούσαν από την Αιτωλοακαρνανία κουβαλώντας σακιά με άγρια χόρτα να τα πουλήσουν στους Λευκαδίτες για να εξοικονομήσουν τον άρτον τον επιούσιον.
Οι γονείς μου είχαν το σπίτι ανοιχτό σε όλους, το τραπέζι μας τα μεσημέρια είχε πάντα φιλοξενούμενους κι εμείς κάναμε χαρά μεγάλη χωρίς να συνειδητοποιούμε πως τότε ακριβώς διδασκόμασταν τις βασικές αρχές του ουμανισμού που διέπουν τη Χριστιανική θρησκεία. Η φιλικότητα προς τους συγγενείς και η αγάπη για το διπλανό μας είχε πολλά ονόματα: Και ποιός δεν πέρασε από το Φραγκουλέικο εκείνα τα χρόνια, κάτοικοι Εγκλουβής, Σύβρου, Μαραντοχωρίου, Βασιλικής, Καρυάς.
Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές πασπαλίζονταν από τα καλάθια με τα καλούδια που πηγαίναμε με την αγαπημένη θεία μας Κουλίτσα στις φτωχές οικογένειες και ανήμερα δεν τρώγαμε στο σπίτι μας τη γαλοπούλα ή τον αμνό. Πηγαίναμε στο Νοσοκομείο και στο Γηροκομείο να επισκεφθούμε τους άρρωστους και γέρους και καταλήγαμε οικογενειακώς στο σπίτι αργά το μεσημέρι σβήνοντας την πείνα μας με μια σούπα αυγολέμονο.
Κι όταν έγινα 10 ετών ο πατερούλης μου εξήγησε πως τώρα πιά δεν θα κοινωνούσα κάθε Κυριακή, αλλά θα κοινωνούσα όταν ήμουν έτοιμη, δηλαδή όταν ήθελα να απαλλαγώ από όσα «ανάρμοστα» είχα κάνει σε εκείνη την αθώα ηλικία. Και αυτό γινόταν με εξομολόγηση στο θείο παπα-Νίκο που ήταν άκρως συγχωρητικός και αγαπημένος, διότι έλεγε πως ο Χριστός είναι της αγάπης και της συγχώρεσης και κοίτα πώς συγχωρεσε τους δυό ληστές στο σταυρό του μαρτυρίου του.
Και μετά από μια εβδομάδα νηστείας που σήμαινε αφενός εγκράτεια και αφετέρου αποτοξίνωση από τις ζωικές πρωτεΐνες, δηλαδή καθαρισμό του σώματος, πήγαινα στην εκκλησιά με το ωραίο μου φουστάνι (κόκκινο βελούδο με λευκή δαντέλα το χειμώνα, οργάντζα με φουρό το καλοκαίρι) και κοινωνούσα των Αχράντων Μυστηρίων. Κι ένιωθα ανάλαφρη και γελαστή, γιατί παρά τη μικρή μου ηλικία είχα αντιληφθεί πως η ανάγκη του καθαρισμού από τις περιπλοκές της παρακοής και των τύψεων ήταν εκεί δυνατή και μοιραία.
΄Ετσι έμαθα λοιπόν να καθαρίζω εαυτήν από τα ζιζάνια που με τυραννούσαν στον ενήλικο βίο μου. Διδάχθηκα τη μέθοδο της χριστιανοσύνης για να καθαίρομαι σε τακτικά χρονικά διαστήματα και να τακτοποιώ μέσα μου τα ανθρώπινα μίση και πάθη μου. Έτσι έμαθα να τινάζω τα εσώψυχά μου και να επανεκκινώ εξ αρχής. Αυτή η μέθοδος με βοήθησε να ξεπεράσω τους διάφορους της ζωής μου πόνους, τις αμυχές και τις πληγές που έφεραν στο δρόμο μου απρόβλεπτα γεγονότα.
Τώρα οι αρνητές της χριστιανοσύνης έχουν βρει ευκαιρία με την επιδημική εξάπλωση του κορονοϊού να σπείρουν αμφισβήτηση για την λατρευτική ζωή των Ορθοδόξων:
  1. Οι ιερείς δεν είναι αγράμματοι ταλιμπάν και πληροφορούνται για τους κινδύνους που εγκυμονούνται πανταχού
  2. Οι πιστοί δεν είναι πρόβατα για να καθοδηγούνται από οποιονδήποτε εγγράμματο ή αγράμματο
  3. Ο κορονοϊός αποτελεί αφορμή για να διαμφισβητηθούν οι εκκλησιαστικές παραδόσεις με ένα τρόπο αδιάντροπα χλευαστικό
  4. Η πολιτεία πρέπει να λάβει τα μέτρα της και αν κρίνει πως η μεταδοτικότητα του ιού είναι τέτοιας έκτασης να κλείσει σχολεία, εκκλησίες, γήπεδα κλπ. 
Αυτά και νιώθω περήφανη που μεγάλωσα στην εκκλησία ως κόρη παπά