Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ
Η αληθινή ιστορία της ομορφιάς που νικήθηκε απ' το γραμμένο

Saturday, August 10, 2019

Μια Τρυφερή Ωδή στους Κεκοιμημένους, Πενθούντες, Οδοιπορούντες!

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

«Υπέρ Κεκοιμημένων, Πενθούντων, Οδοιπορούντων» είναι οικεία ευχή υπέρ της αναπαύσεως των αγαπημένων προσώπων και η Ελένη Γκίκα διαλέγει αυτόν τον τίτλο για τη νέα συλλογή της με διηγήματα και σημειώματα προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στον μακαριστό πατέρα της αλλά και στις παιδικές της μνήμες.

Η Ελένη Γκίκα σε μια σειρά από εξομολογητικά κείμενα χωρίς φτιασιδώματα, με τα ατόφια υλικά της λογοτεχνικής της κράσης εξιστορεί τα μικρά και τα μεγάλα μιας παιδικότητας, που καθορίστηκε από την υπερπροστασία των γονιών της, καθώς ήταν ένα εύθραυστο μοναχοπαίδι στο χωριό του τρύγου και των ξυπόλυτων παιδιών της ανεμελιάς.

Η συγγραφέας με το βλέμμα τρυφερά στραμμένο στον κεκοιμημένο πατέρα της αναθυμάται τις στιγμές του τέλους, που σημαδεύτηκαν από την άνοια και τη φυγή του από την πραγματικότητα. Το πρώτο της κείμενο για «Τα παπούτσια» είναι συγκινητικό καθώς εκείνος της ζητάει να του τα φοράει κι εκείνη αρνείται, μα τελικά δραπετεύει τελικά ξυπόλυτος.

Ο πατέρας της ξεδιπλώνεται γενναιόδωρος, της χαρίζει δώρα στις αποτυχίες της, επιμένει να ρίχνει μόνος την ψήφο του στις εκλογές ως βαθειά πολιτικοποιημένο πρόσωπο παρά τις κρίσεις της αμνησίας, την μυεί στον περίφημο τρύγο των αμπελιών, στο πάτημα των κόκκινων σταφυλιών, την ταξιδεύει στην αυλή της γιαγιάς που αποπνέει ένα αέρα ελευθερίας και παιδικής ασυδοσιάς. Το τέλος του τρύγου με τη δημιουργία του συνεταιρισμού την πληγώνει «τρύγος είναι η πληγιασμένη γή, τρύγος είναι ή μάλλον ήταν ό,τι απόμεινε απ΄αυτόν, και το καινούριο αεροδρόμιο».

Ο χρόνος , η αμνησία, ο πόνος των χαμένων εποχών γυρνάνε και πληγώνουν την πένα που γράφει: «Γερνάει ή δεν γερνάει, τελικά, η μνήμη;»

« Οι Δευτέρες της Μάνας μου» αποτελούν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής  αποτυπώνοντας τα πρέπει και τα μη της μητρικής αυστηρότητας αλλά και την εξάρτηση μάνας με κόρη και κόρης με μάνα. ‘Θυμάμαι… Μια γυναίκα με λουλουδάτη ασπρόμαυρη φούστα και ένα μικρό ασπροκόκκινο κορίτσι σαν πασχαλίτσα. Σαν την καρφίτσα της, το μικρό τσαντάκι κρεμασμένο από τη φούστα της».

Τρυφερές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, όνειρα της μάνας για την κόρη, φόβοι, προσδοκίες, σημαδεμένοι και κατακτημένοι στόχοι.

« Οι Μεγάλες Παρασκευές μου» είναι η τρίτη ενότητα της συλλογής με σκόρπιες μνήμες απ΄αυτές που πλάθουν το συγγραφέα αποτελώντας υλικό γραφής ή μάλλον την πεμπτουσία της ανάπτυξής του και της κυριαρχίας του στο λόγο. Στέκομαι στο συμβολικό, λυρικό αφήγημα  « Το Παιδί και το Βιολί», όπου η Ελένη Γκίκα κορυφώνει την αφήγησή της ομορφαίνοντας τη γραφή της με όλα τα όμορφα και τα υπέροχα που καταδικάζουν τους ξεχωριστούς. «»Γιατί εκεί κάπου μακριά πια ξέρει ότι βρίσκεται  κι ένα άλλο παιδί με βιολί και ότι κανένας δεν θα πρέπει να ντρέπεται για το βιολί του, που είναι ο εαυτός του και η σκιά του».Η Αρασέλη που γεννήθηκε με ένα βιολί θυμίζει παραμύθι με αναφορές στις παιδικές ιστορίες που αγαπάει να γράφει η Ελένη.

Η τέταρτη ενότητα με τίτλο «Τα Σαββατόβραδα στη Γειτονιά» αναφέρεται σε σποραδικές ιστορίες , σε γείτονες που έγιναν περαστικοί , σε πρόσωπα που αποτύπωσε η παιδική μνήμη και τα έκανε μέσα της ηρωικα, στο θείο Μίμη που ήταν πρόσωπο αναπόσπαστο της παιδικότητάς της, στη Νόρα που διάλεξε για καλλιτεχνικό της όνομα γιατί της αρεσε ο ήχος του, στις αταξίες των γειτονόπουλων και τη δική της σοβαρότητα, στις μπερμπαντιές του θείου που τις πλήρωσε με τίμημα ακριβό.

Και από παντού αναφύεται ο Μπόρχες, ξεπροβάλλει, την καθορίζει, τη διαιρεί, την υψώνει, την βοηθάει, τη στηρίζει, την αγαπάει και τον αγαπάει. Είναι το Αλεφ, η Ελένη Γκίκα, είναι η αλήθεια της χωρίς καμιά προσπάθεια προσποίησης ή μεγαλοστομίας.

Όλα τα κείμενα αυτής της συλλογής χαρακτηρίζονται από μια ειλικρίνεια, μια τεντωμένη ειλικρίνεια που δεν φοβίζει ούτε προκαλεί, που δεν σοκάρει αν και είναι γυμνή αλήθεια χωρίς ούτε ένα σκέπασμα.

Η Ελένη Γκίκα μέσα σ΄αυτό το εκπληκτικό απόθεμα της μνήμης, της αγάπης, των φόβων της, της απελευθέρωσής, με την ευγενική λογοτεχνικότητά της αποκαλύπτει το βαθύτερο εγώ της. Τα κείμενά της αποκαλύπτουν όσα την καθόρισαν και το λέει ευθαρσώς.

Υπέρ κεκοιμημένων, αλλά οι ψυχές πετούν και γυρνούν πίσω, πίνουν νερό και τρέφονται  από τα μνημόσυνα …

Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα είναι ένα λογοτεχνικό μνημόσυνο, μια επική αναφορά στο χτες που απελευθερώνει το σήμερα. Ενας ύμνος στους αγαπημένους, στους οδοιπορούντες , μια τρυφερή ωδή στους κεκοιμημένους!

Thursday, August 8, 2019

Η Δεσποινίς Τσία και η Μόδα της!


Η κατσαμομάλλω με ταγεράκι σε γαλάζιο χρώμα ραμμένο από τη δεσπονίδα Τσία. Τα κουμπιά είχαν και φιόγκους!

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Η δεσποινίς Τσία από το Τασία Κακλαμάνη, η θρυλική μοδίστρα των ετών 60-70 της Λευκάδας δεν είναι πιά ανάμεσά μας. Τα νέα με βρήκαν μερικές μέρες αφότου έφτασα στο νησί. Όλοι γνώριζαν την αγαπητική μου σχέση με τις κοπέλες του Κακλαμάνη, τις δεσποινίδες  Τσία και Κατερίνα που έμειναν ανύπαντρες για λόγους δικούς τους και δυσεξήγητους.

Η δεσποινίς Τσία ήταν η επίσημη μοδίστρα μας τα αθώα χρόνια της παιδικότητας. Κι όταν λέω επίσημη, εννοώ πως μας έραβε τα καλά κυριακάτικα και γιορτινά μας ρούχα, με τα οποία θα εμφανιζόμασταν τις Κυριακές στην εκκλησία του πατερούλη, καθότι ήμασταν οι θυγατέρες του εφημέριου.

Η ιστορία μου στο εργαστήρι της Τσίας, που βρισκόταν λίγα μέτρα από το σπίτι μας, με θέα το παζάρι,  αρχίζει από τα πρώτα μου χρόνια. Θυμάμαι τη μαμά να με πηγαίνει στης Τσίας το ραφτάδικο, που ήταν στο δεύτερο όροφο του σπιτιού σε ένα μπαλκόνι όλο τζαμαρία (πόντζος λέγεται στη Λευκάδα) κι εκεί να βλέπω τις πάνινες κούκλες με τα φορέματα των κυριών καρφιτσωμένα, έτοιμα για την πρόβα. Τις φανταζόμουν να κυκλοφορούν με τα κομψά φουστάνια , τα ταγιέρ και τις τουαλέτες που έβγαιναν από τα χεράκια της Τσίας.

Η μαμά, λοιπόν, με έπαιρνε από το χεράκι και με έφερνε στο εργαστήρι της Τσίας, που δεν ήταν μόνη της αλλά είχε πάντα μαζί της την αδελφή της Κατερίνα Κακλαμάνη, μια σεμνή δεσποινίδα με λίγα λόγια και αμήχανη έκφραση. Αργότερα κατάλαβα ότι η σεμνότητά της είχε διοχετευθεί στην αγάπη της για την εκκλησία και το Κατηχητικό.

Η δεσποινίς Κατερίνα μου χάιδευε τις ξανθές μπούκλες και ο αδερφός της με φώναζε κατσαρομάλλω, εγώ έκλαιγα γιατί με αποκαλούσε «κατσαμωμάλλω», όπως πρόφερα τότε τη σύνθετη λέξη. ‘Ενιωθα την αγάπη τους να με πλημμυρίζει, μια αγάπη που προερχόταν από τη σχέση της οικογένειας με τη δική μου μητρική οικογένεια, καθώς ο πατέρας των κοριτσιών ήταν επίτροπος στην εκκλησία των Εισοδίων, όπου τότε λειτουργούσε ο παππούς ο παπα-Κώστας με εκείνη τη στεντορεία φωνή που ξεχυνόταν σε όλη την αγορά πλημμυρίζοντας την αστική Λευκάδα με ήχους πλάγιους δεύτερους.

Εκεί λοιπόν η δεσποινίς Κατερίνα άνοιγε το Burda , γερμανικό περιοδικό της εποχής που είχε σχέδια και πατρόν για μεγάλες κυρίες αλλά και για κοριτσάκια . Η μαμά με τη δεσποινίδα Τσία ξεφύλλιζαν το φιγουρίνι, κατέληγαν σε ένα σχέδιο που άρεσε και στις δυό , με ρωτούσαν αν συμφωνούσα. Κι εγώ κουνούσα το κεφαλάκι λέγοντας «ναι».

Τότε η μαμά με έπαιρνε και πηγαίναμε στην αγορά στα υφασματάδικα του Μασμανίδη , του Βερύκιου και άλλων και διάλεγε ένα ύφασμα ανάλογο με  εκείνο που είχε εντοπίσει στο φιγουρίνι. Το έκοβε ο υπάλληλος στις διαστάσεις που είχε δώσει η δεσποινίς Τσία, αν ήταν μονόφαρδο ή διπλόφαρδο αναλόγως.

Μετά η δεσποινίς Κατερίνα έβγαζε με γεωμετρικό τρόπο το πατρόν για το μέγεθος του σώματός μου κι έτσι άρχιζε ο γολγοθάς της πρόβας. Εκείνη η πρώτη πρόβα με το χάρτινο πατρόν ήταν περίπου μαρτυρική, διότι δεν ήταν από ύφασμα και οι καρφίτσες τσιμπούσαν αριστερά και δεξιά το παιδικό κορμάκι μου. Κι έβγαζα μια φωνούλα αλλά η μαμά και η δεσποινίς Τσία με καθησύχαζαν με κάτι αρωματικές καραμέλες χρώματος κόκκινου με επικάλυψη ζάχαρης.

Η πρώτη επίσημη πρόβα γινόταν μια εβδομάδα αργότερα κι εγώ με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια μου ένιωθα τις τσιμπιές από τις καρφίτσες  στο σωματάκι μου και έκλαιγα μερικές φορές, οπότε οι αρωματικές καραμέλες γίνονταν περισσότερες. Μετά από τρείς  πρόβες, επιτέλους το φουστάνι ήταν έτοιμο με ωραίους γιακάδες, γαρνιρίσματα με δαντέλες και κουμπιά ειδικά φτιαγμένα από το ύφασμα σε εργαστήριο κουμπιών.

Όταν ολοκληρωνόταν το φόρεμα η δεσποινίς Τσία το έστελνε με τον πατέρα της τον κύριο Χαράλαμπο τυλιγμένο σε νάιλον σακούλα και καθώς το έβλεπα από μακριά η καρδιά μου φτερούγιζε από προσμονή να το στολιστώ την Κυριακή στην εκκλησία και να χαίρεται η μαμά με τα κομπλιμάν που θα έπαιρνα. Μετά την εκκλησία ήθελα να το βγάλω επειγόντως για να μην το λερώσω πίνοντας το γάλα μου.

Οι δεσποινίδες στο σπίτι τους είχαν γατούλες τις οποίες λάτρευαν και πρέπει να πω ότι κι εγώ τις αγαπούσα πολύ κι έπαιζα μαζί τους. ¨Ηταν οι μόνες κατοικίδιες γάτες στη γειτονιά και δεν τους επιτρέπονταν να βγούν να παίξουν με τις αλανιάρες. Μα αυτές το έσκαγαν πότε-πότε και τις κυνηγούσαν να γυρίσουν στο σπιτικό τους.

Περιμένοντας για την πρόβα πολλές φορές έβλεπα κυρίες και δεσποινίδες που ράβονταν στης δεσποινίδας Τσίας  να κάθονται στημένες στον ολόσωμο καθρέφτη. Έφερναν μαζί τους τα καλά τους σουτιέν που θα φορούσαν κάτω απ΄το φουστάνι, μερικές και κορσέδες για να μαζεύουν το γερασμένο σώμα τους. Αυτό είχε μεγάλη σημασία στα μικρά μου μάτια.

Μεγαλώνοντας προστέθηκε και η αδελφή μου στη σειρά για να ραφτεί. Η μαμά μας διάλεγε πάντα τα ίδια υφάσματα για να μη ζηλεύει κι εγώ ντρεπόμουν που ήμουν μεγάλη και φορούσα τα ίδια ρούχα με τη μικρή μου αδελφή. ‘Όμως η δεσποινίς Κατερίνα έκανε το παν να πείσει τη μαμά μου να μας φτιάξει τουλάχιστον διαφορετικά σχέδια κι αυτό της το χρωστάω.

Η δεσποινίς Τσία ανελήφθη εις ουρανούς πρόσφατα , μα ελπίζω να με βλέπει από ψηλά πως έμαθα το γούστο εκεί στα πρώιμα παιδικά χρόνια ξεφυλλίζοντας το Burda. Εκεί γνώρισα τα χρώματα, τα υφάσματα και τους συνδυασμούς.

Αγαπημένη δεσποινίς Τσία πάντα θα μείνεις στις μνήμες μου και την καρδιά μου για πάντα αποτυπωμένη δίπλα στη λέξη ΜΟΔΑ!.

Monday, July 29, 2019

Δυό Γεννήσεις Μια Νύχτα Καλοκαιρινή!


Μεγάλωσα ακούγοντας κάθε χρόνια στα γενέθλιά μου την ίδια ιστορία. Η μαμά ανήμερα στα γενέθλιά μου αναθυμόταν τη γέννησή μου, που μάλλον την έζησε με αγωνία καθώς την ίδια μέρα κοιλοπονούσε και η Μέλπω Μελά γυναίκα του Μάκη Μελά και συνοδοιπόρος της στις βόλτες.

Ναι, η μαμή έφυγε βιαστική να προλάβει τη Μέλπω γιατί κοιλοπονούσε το πρώτο της παιδί και όφειλε να της δώσει χρόνο… Η μαμά μου μπορούσε να περιμένει. Έτσι έγιναν τα γεγονότα, η Μέλπω έτεκεν πρώτη τη Νανά στις 30 Ιουλίου και μετά η μαμή έτρεξε στο σπίτι μας να προλάβει τη δική μου γέννα, μια γέννα που κατέληξε να ολοκληρωθεί στις 5 τα χαράματα της 31ης Ιουλίου.

Δυό κοριτσάκια γεννήθηκαν την ίδια νύχτα, η Νανά Μελά πλην ολοκληρωθεί ο κύκλος της 30ης Ιουλίου  και η αφεντιά μου με το χάραμα της επόμενης 31ης Ιουλίου. Το Μελέικο υποδέχτηκε την πρωτόγεννη κόρη με ενθουσιασμό (άλλωστε είχαν εμπορικό και μπορούσαν να την προικίσουν)  ενώ το δικό μας σπιτικό δέχτηκε το δεύτερο παιδί γένους θηλυκού, εμένα δηλαδή,  με δισταγμό προκαλώντας απογοήτευση στους πατρικούς συγγενείς μας.

Η Νανά, λοιπόν, ως μύθος υπήρξε στη ζωή μου και προ της γέννησής μου, καθότι αυτή η ιστορία της διπλής γέννησης με την ίδια μαμή  ήρθε κι έδεσε τις δύο μαμάδες , τη Μέλπω και τη Μαρία, που μας έβγαζαν βόλτες με τα καροτσάκια μας στην παραλία, όπως συχνά τις άκουσα να διηγούνται μη χορταίνοντας αυτή την υπέροχη ιστορία τους.

Η Νανά, επειδή το σπίτι της βρισκόταν στην παραλία, πήγε στο Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας κι έτσι δεν είχαμε επαφές στην πρώιμη σχολική ηλικία. Θυμάμαι βέβαια το όμορφο κοριτσάκι που συναντούσαμε στο δρόμο συχνά με τις μαμάδες να μας θυμίζουν πως είχαμε γεννηθεί την ίδια βραδυά.

Ύστερα μεγαλώσαμε και πήγαμε στο Γυμνάσιο Θηλέων Λευκάδας, κοντά στο Μητροπολιτικό ναό της Λευκάδας. Η  Νανά λόγω Μ και δικού μου Φ στο επίθετο, βρέθηκε στο δεύτερο τμήμα της ίδια τάξης. Αλλά πρέπει να πω ότι εμείς τα κορίτσια του πρώτου δημοτικού ήμασταν κάπως πιο συντηρητικά από εκείνα της παραλίας και μια απόσταση μεγάλη μας χώριζε, που δεν ήταν ταξική ούτε κοινωνική αλλά μια απόσταση διαφορετικής νοοτροπίας. Η Νέλλη, η Δήμητρα και η Νανά ήταν πιο μοντέρνες, πιο προχωρημένες στο λουκ αλλά και στη στάση ζωής.

Η Νανά μεγάλωνε και ομόρφαινε, το πιο όμορφο στοιχείο του προσώπου της -εκτός από τα πράσινα μεγάλα μάτια της- είναι τα ζυγωματικά της που έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει με κουκλίστικο. Το σώμα της ήταν υπέροχο σαν της ελαφίνας και τα πόδια της ήταν χυτά και σμιλεμένα σαν από γλύπτη.

Η Νανά επιπλέον ντυνόταν και σούπερ μοντέρνα καθότι ο πατέρας της είχε τους Νεωτερισμούς Μελάς, ένα μαγαζί που εκείνη μετέτρεψε σε οίκο μόδας φέρνοντας καινούρια κοριτσίστικα και νεανικά ρούχα. Επιπλέον, κλεισμένη στη μπλε ποδιά, ήταν εκείνη που αποφάσισε να κάνει ρήξη με το κατεστημένο εισάγοντας τις ποδιές του Γιάννη Τσεκλένη στη Λευκάδα και καθιερώνοντας ένα στυλ πιο μοδάτο από εκείνες τις βαρετές στολές της σχολικής μας εφηβείας.

Δεν θα έλεγα ότι είχαμε ιδιαίτερη χημεία, παρότι μας έδενε εκείνη η καλοθύμητη ιστορία της γέννησης την ίδια νύχτα. Μάλλον, η Νανά με έβλεπε ως βαρετή καλή μαθήτρια, που προφανώς θα την ενοχλούσε καθώς εκείνη είχε αναπτύξει ένα πνεύμα πιο ελεύθερο κι ανάλαφρο από το δικό μου.

Ώσπου στην Τετάρτη Γυμνασίου η κα Ρουμπίνα, που λάτρευε τη Νανά έτσι για την ομορφιά της και την τσακπινιά της (μου το έχει ομολογήσει η ίδια) έβαλε τη Νανά να καθήσει στο ίδιο θρανίο με μένα κάνοντας τα στραβά μάτια αν της υπαγόρευα τις απαντήσεις στα Αρχαία και τα Νέα. Η Νανά πήγαινε φροντιστήριο στον μακαρίτη τον Τάκη Προδρομίτη και ήταν πάντα προετοιμασμένη για το επόμενο κεφάλαιο των Αρχαίων με όλες τις άγνωστες λέξεις και τη μετάφραση γραμμένα. Η Νανά μου άνοιγε το τετράδιό της στο οποίο εκείνη δεν έδινε σημασία κι εγώ άρπαζα τις γνώσεις κι όταν χρειαζόταν βοήθεια της ψιθύριζα τις απαντήσεις. Έτσι, αρχίσαμε η μια να συμπληρώνει την άλλη και να γινόμαστε αλληλοαπαραίτητες.

Η Νανά ήταν όμορφη, όμορφη, όμορφη. Σου κοβόταν η ανάσα να την βλέπεις ακόμη και μέσα στην χαριτωμένη ποδιά του Τσεκλένη. Έκανε όλα τα αγόρια να την ποθούν και να την φλερτάρουν. Εγώ ήμουν ακόμη χρυσαλλίδα  με μαλλιά αλογορουρά κι ένα λίγο αγορίστικο στυλάκι. Θαύμαζα τη θηλυκότητα της Νανάς, που είχε μεγάλη επίδραση στον αρσενικό πληθυσμό της Λευκάδας και έξω από αυτήν.

΄’Ωσπου την είδε και την ερωτεύθηκε ο Κώστας Μπίλίρης, τότε υπάλληλος του ΟΤΕ, που ξημεροβραδιαζόταν στο παράθυρο απέναντι από το Γυμνάσιο για την ομορφιά της. Την αγάπησε, τον αγάπησε και παντρεύτηκαν νωρίς όταν η Νανά ήταν δεν ήταν 21 χρόνων.

Η Νανά και ο Κώστας είναι ένα λατρεμένο ζευγάρι που έδωσαν ζωή στην Μελίνα και την Ανδριανή. Είναι αιώνιοι έφηβοι και γιορτάζουν καθημερινά εκείνη τη μαγική γειτνίαση που τους ένωσε και τους κρατάει αγαπημένους μέχρι σήμερα.΄Μας επισκέφθηκαν πριν από χρόνια στο Μοντρεάλ κι εξαντλήσαμε την ομορφιά της Βόρειας Αμερικής μαζί!

Μετά από 60 χρόνια αποφασίσαμε να ξαναθυμηθούμε με τη Νανά εκείνη τη νύχτα της γέννησης που ένωσε την ύπαρξή μας για πάντα. Χρόνια πολλά Νανά της Ωραιότητας.

Με αγάπη

Τζουστινάκι
























Saturday, July 27, 2019

Τα Κορίτσια που Γελούν!




Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη



Η Εύα Στάμου με πτυχία στην Ψυχολογία, με ενεργό συμμετοχή στα κοινά μέσα από τον προσωπικό πολιτισμό της , την αρθρογραφία της και την πολιτική συμμετοχή της στα δρώμενα , αποτελεί μια αξία στο χώρο της επιστήμης της αλλά και της γραφής.

Τελευταίο όμορφο ξάφνιασμα ήταν η συλλογή διηγημάτων και νουβελών υπό τον τίτλο ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΝ (εκδόσεις Αρμός), όπου η Εύα Στάμου με παρατηρητικότητα ψυχολόγου και με το νυστέρι χειρούργου παρατηρεί θέτοντας «τον τύπον επί των ήλων»  στο ανθρώπινο γένος. Με κινηματογραφική δεξιότητα τοποθετεί τις λέξεις σε εικόνες καταγράφοντας ανθρώπινες συμπεριφορές στην καθημερινότητά τους αλλά και στη σπανιότητα της ιδιαιτερότητάς τους.

Η παράξενη ιστορία με τίτλο « Ένα Τέλειο Σχέδιο» επιλέγεται ως αρχή μια συλλογής,σοκάροντας με την ευρηματικότητα και την παράλογη επιθυμία μιας κανονικής γυναίκας να σχεδιάσει και διαπράξει τον τέλειο φόνο. Αυτό που εντυπωσιάζει εδώ είναι η παράλογη επιθυμία μιας κατά τα άλλα κανονικής γυναίκας να κάνει προσομοίωση φόνου , προφανώς επηρεασμένη από την καθημερινότητα των στυγερών εγκλημάτων όπως καταγράφονται στα αστυνομικά δελτία και τις τηλεοπτικές ειδήσεις. Η κανονικότητα έρχεται σε αντίστιξη με τον παραλογισμό, αποδεικνύοντας τελικά πως στην ψυχή του ανθρώπινου γένους συγκατοικεί το λογικό με το παράλογο και τα όρια είναι σχεδόν αδιευκρίνιστα.

Η «Θερμοκοιτίδα» αφορά στην συνύπαρξη μιας γυναίκας που εργάζεται οικειοθελώς για το hotspot Λέρου με την ψυχολόγο που τελικά έρχεται στο νησί να αξιολογήσει την ψυχολογική κατάσταση των προσφύγων επισκεπτόμενη καθημερινά το Ψυχιατρείο της Λέρου. Η αντιδιαστολή ανάμεσα στην αθλιότητα της κατάστασης των προσφύγων και στην απέλπιδα και αναπόδραστη δυστυχία των ψυχασθενών συλλαμβάνεται με εξαιρετικό τρόπο από τη συγγραφέα, που ζυγιάζει τις ηρωίδες της με μαεστρία ψυχογραφικής αποτίμησης.

«Τα Κορίτσια που Γελούν» είναι το διήγημα που αποτελεί την έμπνευση του τίτλου και αφορά στην καθημερινή ιστορία της ώριμης γυναίκας που βγαίνει σε ραντεβού με ένα ωραίο και δυναμικό εργένη εκεί στην ηλικία των 40 όπου όλα επαναπροσδιορίζονται . Η ηρωίδα καταλήγει  να διαπιστώσει πικρά πως η δική της πείρα, η γοητεία των χρόνων της, η αυτογνωσία της ουδόλως συγκινούν το συνοδό της που παρασύρεται από το αλκοόλ και από τα ανέμελα γέλια των κοριτσιών, τη φρεσκάδα της νεότητάς τους  περιφρονώντας τη συνομιλήτρια της μέσης ηλικίας. Τα Κορίτσια που Γελούν είναι το απτό παράδειγμα της ελαφρότητας του αντρικού γένους,με μια υπαινικτική καταδίκη από τη συγγραφέα.

«Το Δείπνο» είναι η ιστορία μια νεαρής Ελληνίδας που μετακόμισε για δουλειά  στην Κοπεγχάγη προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτό που άφησε στην Ελλάδα και σε αυτό που βιώνει στο νέο της τόπο. Η ιστορία καταλήγει σε ακρότητα καθώς η πρωταγωνίστρια Λήδα γνωρίζει σε ένα δείπνο ανάμεικτων φυλών ένα Δανό τον Γιόχαν κι εκείνος τη συνοδεύει μέχρι το σπίτι της διεκδικώντας μια βραδυά με σέξ μαζί της . Όταν η Λήδα του αρνείται ο Γιόχαν ασκεί βία, την καταδικάζει να ακούσει τις βρισιές και την απόρριψή του. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που δεν αποτιμά σωστά το άλλο γένος και ενός άντρα που θεωρεί πως το σεξ είναι η κατάληξη μιας κουβέντας. Η διαφορά της νοοτροπίας , της κουλτούρας και του γένους αποτυπώνονται εδώ με τον βέλτιστο τρόπο από μια έμπειρη συγγραφέα, την Εύα Στάμου.

Η Εύα Στάμου μεταφέρει στα γραπτά της την τη βαθειά γνώση του αντικειμένου της, σκιαγραφώντας τους πόνους των παιδιών που γνώρισαν την παιδικότητά με μια διπολική μάνα η οποία μπαινοβγαίνει στο ψυχιατρείο. Με πραγματική μαεστρία ξεδιπλώνει τα τραύματα του αγοριού που αντρώθηκε με μια διαφορετική μητέρα στην ιστορία της  «Η Κυρία Με το Καπέλο».

Το κορυφαίο αφήγημα της συλλογής είναι η «Βοστόνη», μια νουβέλα όπου η Εύα Στάμου με αριστοτεχνικό τρόπο διαγράφει, αναλύει και παρακολουθεί ( κρατώντας σχεδόν μια κάμερα) την ιστορία ενός καθηγητού Πανεπιστημίου που πλήρωσε ακριβά την επιπολαιότητα μιας ερωτικής συνεύρεσης με μια φοιτήτριά του. Η συγγραφέας μεταφέρει όλη την παθογένεια του Έλληνα αρσενικού που, βρισκόμενος σε θέση εξουσίας, δεν  υπολογίζει τις καταστάσεις  αλλά και της φοιτήτριας που γνωρίζει το παιχνίδι της εκδίκησης εκεί στα ακριβά ακαδημαϊκά έδρανα του πανεπιστημίου της Βοστώνης.

Όλες οι ιστορίες της Εύας με λακωνικότητα, ευκρίνεια και λογοτεχνικότητα μεταφέρουν ερωτήματα της εποχής, που βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή στα μυαλά και τις ψυχές μας. Όλα μπορούν να συμβούν κι όλα υποβόσκουν μέσα μας ! Τα «Κορίτσια που Γελούν» είναι εκεί  στο βιβλίο της Εύας και μας αγαπούν, μας ειρωνεύονται και μας γοητεύουν!

Monday, July 1, 2019

Το Μεγάλο Ταξίδι της Κοντυλένιας!




Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ/ ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ -ΑΡΓΥΡΗ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ
 Γράφει ηΡίτσα Μασούρα
Είναι ευτύχημα, θα έλεγα δε πολλαπλώς ευτύχημα που υπάρχουν ακόμη εν ζωή άνθρωποι από την ελληνική περιφέρεια της εποχής του Μεσοπολέμου. Άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους σαν άγιο δισκοπότηρο ιστορίες κοντινών τους ατόμων. Ιστορίες που σημάδεψαν τον τόπο τους και που αξίζει να καταγραφούν από την έμπειρη γραφίδα του συγγραφέα και να περάσουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου σε αυτό που μας αρέσει σχεδόν φιλάρεσκα να αποκαλούμε αιωνιότητα.
Αυθεντικές, αληθινές ιστορίες που μαγικά σχεδόν θα μπορούσαν να μας παραπέμψουν στο μουσικό κουτί της νιότης μας, τότε που με το άνοιγμά του μια υπέροχη γυναικεία φιγούρα στροβιλίζονταν στους ήχους της μουσικής. Χωρίς κανείς από μας να μπορεί ποτέ να μαντέψει ή να αντιληφθεί την ύπαρξη και το εύρος των συναισθημάτων αυτής της φιγούρας, όπως και το φορτίο που πιθανώς να κουβαλούσε μέσα της.
Για το τανγκό, όπως ξέρετε, χρειάζονται δύο για να απογειωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αφηγητής και ο συγγραφέας. Έτσι και μόνον έτσι θα επιτευχθεί ο στόχος που δεν είναι απλά η συγγραφή και η ανάγνωση ενός βιβλίου, η αποτύπωση μιας ιστορίας. Αλλά η δημιουργία προθέσεων διάδοσης ενός σημαντικού μηνύματος. Φίλοι μου, δεν φτάνει ποτέ η ομορφιά, εξωτερική ή εσωτερική, για να πορευτούμε εν ειρήνη.

Διαβιβαστής, σηματωρός : Η θεία Ελένη Αργύρη -Ζαβιτσάνου

Αποδέκτης, συγγραφέας : H Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη.
Η θειά Ελένη κρατάει για χρόνια μέσα της την ιστορία της Κοντυλένιας, της πανέμορφης φτωχής κόρης απ’ το Μεγανήσι, σιμά στη Λευκάδα. Μια κόρη που κανείς δεν ξέρει αν αυτό είναι το πραγματικό της όνομα ή της χαρίστηκε απλόχερα από τους συγχωριανούς της καθώς τα πάντα πάνω της θύμιζαν τέλειες κονδυλιές. Κι ήταν αυτή η κόρη που με τις διαδρομές της συντάραξε το νησί κι άφησε το άλικο στίγμα της παντού για να θυμίζει στους νεότερους ότι η τύχη δεν είναι ποτέ, μα ποτέ κάτι δεδομένο και με το μέρος μας.
Η θεία Ελένη ένα ζεστό καλοκαίρι, εκεί ανάμεσα στις βουκαμβίλιες και τα γιασεμιά αποφασίζει να εναποθέσει στα χέρια της συγγραφέως Ιουστίνης Φραγκούλη – με καταγωγή από τη Λευκάδα – τη ζωή της Κοντυλένιας.
Η Ιουστίνη, γυναίκα με κρίση, ωριμότητα και αναγνωρισμένο συγγραφικό ταλέντο πήρε στα χέρια της τους «παπύρους» της Κοντυλένιας και τους μετουσίωσε σε σύγχρονη γραφή. Βήμα το βήμα, στιγμή τη στιγμή, από τη γέννα ως τη μεγάλη συμφορά που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Συμπυκνωμένη, σπαρακτική γραφή για την ταραγμένη ζωή μιας γυναίκας σε εποχές περίεργες. Εκείνη, το θύμα ενός μέθυσου πατέρα. Εκείνη, ο πόθος για τους νεαρούς της γειτονιάς και ολάκερου του νησιού. Εκείνη, η ελπίδα για τον άνδρα που αγάπησε. Εκείνη, η ύψιστη τραγωδός!
Η Ιουστίνη διανύει με φοβερή ταχύτητα τη διαδρομή, αν και ο χρόνος της Κοντυλένιας μοιάζει απροσπέλαστος. Η συγγραφέας παρεμβάλλει μικρές ανακουφιστικές στιγμές, ευκαιρία για αναφορά στα τοπικά ήθη και τα έθιμα κι ύστερα βαδίζει ακάθεκτη πάνω στις συντεταγμένες της όμορφης γυναίκας. Ποταμός αφήγησης!
Μια ιστορία, λοιπόν. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τη ζωή του άλλου. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο μπορώ να πω ότι σε όλο του το εύρος αναδύεται ένα ερώτημα, απίστευτα πιεστικό: Πώς μπορεί τόση ομορφιά να χάνεται ανάμεσα σε κακουχίες, μοιραίες επιλογές και συγκλονιστικές ατυχίες; Μόνον όσοι έχουν διαβάσει αρχαία ελληνική τραγωδία μπορούν να αντιληφθούν τα μεγέθη του ανθρώπινου δράματος.
Η Κοντυλένια του Νησιού της Ιουστίνης Φραγκούλη είναι καθηλωτική από μόνη της. Την ακολουθεί ο αναγνώστης βουβός, χωρίς να τολμάει να πηδήξει παραγράφους. Του φαίνεται σαν ιεροσυλία αυτό. Συμπάσχει μαζί της, μπορεί και να την ερωτεύεται σε κάποιες σελίδες. Νομίζω ότι της συμπαραστέκεται ως το τέλος σε εκείνο τον Γολγοθά, κι ύστερα την εναποθέτει στην αγκαλιά των Αγγέλων που με τις φτερούγες τους χρόνια τώρα την προστατεύουν και την κρατούν ζεστή για να υπάρχει ως οπτασία ανάμεσά μας, να είναι για πάντα η Κοντυλένια απ’ το Μεγανήσι.
Μια πραγματική ιστορία δοσμένη με την αγάπη που κουβαλάει μέσα της η Ιουστίνη. Την αγάπη που περιβάλλει τους αγαπημένους της ήρωες, αυτούς που τους παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό εν μέρει καθαρμένους από τις ανθρώπινες αγωνίες. Και λέω εν μέρει καθαρμένους, γιατί, ξέρετε, πάντα θα υπάρχει ένα λιλιπούτειο άνοιγμα απ’ όπου η Ιστορία θα κάνει αποκλειστικά κουμάντο..
«Λένε πως από την τόση ομορφιά, ο,τι άγγιζε καιγόταν,τα φυτά μαραίνονταν, οι βρύσες στέρευαν, η θάλασσα φουρτούνιαζε»