Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Sunday, November 11, 2018

Ο Καφές της Κυριακής στον Αη Γιώργη



Ο Καφές της Κυριακής είναι μια καινούρια ιδέα του ιερατικού προϊσταμένου του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Γεωργίου, π. Δημήτριου Αντωνόπουλου που έχει διακρίνει το κενό στην επικοινωνία των ενοριτών του.

Έτσι οι γενναιόδωρες κυρίες της Φιλοπτώχου ετοιμάζουν σπιτικά γλυκά και καφέ μετά την Κυριακάτικη λειτουργία, καλώντας όλους τους ενορίτες να κατέβουν κάτω στην μεγάλη αίθουσα του ναού για κουβεντούλα, καφεδάκι και γλυκό. Πρόκειται για μια καινούρια ιδέα που σκοπό έχει να συγκεντρώσει νέους και γέρους σε μια ωραία αγαπητική επικοινωνία.

Ο καφές και τα γλυκά είναι δωρεάν για όλους και υπάρχει ένα μικρό πανεράκι για όποιον θέλει να ρίξει τον οβολό του για την αποπεράτωση των έργων του ναού.

Η Παναγιώτα Τσίτουρα, μέλος της Φιλοπτώχου είναι ενθουσιασμένη με το Καφέ της Κυριακής, για το οποίο φτιάχνει κέικς κάθε Σάββατο. Μου λέει ψιθυριστά: «Ξέρεις τα γεροντάκια που δεν έχουν τόσο μεγάλη κοινωνική ζωή μπορούν να μαζεύονται μετά την εκκλησία και να περνούν τις ώρες τους κουβεντιάζοντας και πίνοντας τον καφέ τους. Είναι μια ιδέα για να συγκεντρωνόμαστε όλοι (πέρα απο τα μνημόσυνα) και να ανταλλάσσουμε λόγια κι ελπίδες. Είμαι πολύ χαρούμενη που μπορώ να συμμετέχω σ΄αυτή την ωραία παρέα, την οποία καλεί ο αρχιμανδρίτης μας π. Δημήτριος».

Πραγματικά ήταν κάτι που έλειπε απο την κοινοτική/ ενοριακή μας δράση. Ο  Καφές της Κυριακής δεν είναι μόνο για ηλικιωμένους αλλά και για νέους που θέλουν να βρεθούν με άλλους Ελληνες της Μοντρεάλης μετά την Κυριακάτικη λειτουργία.

Εύχομαι κάθε επιτυχία στη Φιλόπτωχο του Καθεδρικού μας που πραγματοποιεί μια όμορφη πρωτοβουλία του παπα-Δημήτρη της καρδιάς μας.

 Τζουστινάκι





Wednesday, November 7, 2018

Ο θάνατος Ενός Ήρωα. Η Τραγική Ιστορία του Βορειοηπειρωτικού!



Εμείς δεν ξεχνάμε της Ιστορία μας
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Αργοπαίζει μέσα μου ο θυμός αυτές τις μέρες , αργοπαίζει η αγανάκτηση για όλα τα πολιτικά παιγχνίδια που συνέθεσαν την τραγωδία της εκχώρησης της Βόρειας Ηπείρου στην Αλβανία το τραγικό έτος 1914.
Θεωρώ πως αυτή η εκχώρηση αποτελεί τεράτια προδοσία των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα εξαιτίας του επάρατου βασιλιά Κωνσταντίνου που δεν ήθελε να συμμετέχει κατ΄αρχάς στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Ελληνας της Βόρειας Ηπείρου, Κωνσταντίνος Κατσίφας πέθανε σαν ήρωας καρφώνοντας την ελληνική σημαία στον τόπου όπου ζει ακόμη Ελληνισμός.
Δεν είναι αλυτρωτισμός να ξέρεις την ιστορία σου. Δεν είναι αλυτρωτισμός να την διεκδικείς με ειρηνικό τρόπο! Μπερδευτήκαμε τελευταία και λησμονήσαμε την ιστορία μας.

«Στο πατρικό του σπίτι στους Βουλιαράτες έφτασε, μετά από 11 ημέρες, η σορός του Κωνσταντίνου Κατσίφα. Τη σορό του 35χρονου Βορειοηπειρώτη συνόδευσαν συγγενείς και φίλοι του ενώ...
προπορευόταν η ελληνική σημαία. Η κηδεία του θα τελεστεί αύριο στις 13:00’ τοπική ώρα (Αλβανίας).»

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας είναι σύμβολο ηρωισμού. Στη μνήμη του καταθέτω ένα κεφάλαιο απο το βιβλίο μου «ΠΕΤΑΕΙ, ΠΕΤΑΕΙ το ΣΥΝΝΕΦΟ», το οποίο είναι βασισμένο στα απομνημονεύματα του μακαριστού παππού μου παπα-Κώστα Κακαβούλη.



Μυθιστορηματική αδεία ο παπα-Κώστας Κακαβούλης στο μυθιστόρημα φέρει το όνομα Κωστάγγελος:



"Με το νέο του λόχο στρατοπέδευαν σε χωριά της Βορείου Ηπείρου, σιγουρεμένοι πως ήταν πιά δικαιούχοι του τόπου όπου πλήθαινε ο Ελληνικός λαός. Ο σκληρός χειμώνας με τις βροχές, τα χιόνια και την παγωνιά, πέρασε κάτω από τ’ αντίσκηνα. Οι κουβέρτες, λίγες και τραχειές στην αφή, στάθηκε αδύνατο να ζεστάνουν τ’ ανδρικά κορμιά. Τα πόδια ερμητικά κλεισμένα μέσα στις μπότες υπέφεραν απ’ τα κρυοπαγήματα.

Το αίσθημα της νίκης κόπηκε στα δύο όταν αναγγέλθηκε η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου το Μάρτη του 1914. Εκείνοι πάλευαν μέσα στις κακουχίες για το αύριο της Ελλάδας και οι Μεγάλες Δυνάμεις υπέγραφαν για έναν άλλο κόσμο, κομμένο και ραμμένο στα δικά τους μέτρα. Ο στρατός παρέδωσε σε πλήρη ταπείνωση τη Βόρειο Ηπειρο στην Ιταλική Καραμπινερία, προκειμένου να προστευθούν τα δικαιώματα του νέου Αλβανικού κράτους που ξαφνικά ξεφύτρωσε απ’ το πουθενά.

Η απογοήτευση έτρωσε κυριολεκτικά το κορμί και την ψυχή του Κωστάγγελου. Τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα θυμού καθώς έβλεπε τους Ελληνες να ολοφύρονται για την τραγωδία, να εγκαταλείπουν μαζικά τα σπιτικά τους μαζεύοντας τ’ απαραίτητα της προσφυγιάς σε μπόγους.

Σπάραζε η ψυχή του που η Ελληνική ηγεσία δέχθηκε τούτη την ταπείνωση και την ιστορική αδικία. Σύντομα οι Βορειοηπειρώτες βγήκαν στο αντάρτικο για ν’ανακτήσουν τη χαμένη πατρίδα. Τους πλαισίωσαν στελέχη του Ελληνικού στρατού στον αγώνα για την ανάκληση της ιστορικής αδικίας. Ο Κωστάγγελος ζήτησε απ’ το λοχαγό του να τον αφήσει να καταταγεί στους ανάρτες. Κι εκείνος πήρε πάνω του το ηθικό βάρος της προσφοράς του:

-Κωστάγγελε, παιδί μου, γύρνα πίσω στον τόπο σου, στους γονείς σου, στ’ αδέρφια σου. Σε λίγο τελειώνει η θητεία σου και θα είσαι ελεύθερος πολίτης. Θα πάω εγώ στη θέση σου στο αντάρτικο, που είμαι επαγγελματίας στρατιωτικός. Για μένα δεν είναι μόνο ιδεολογία η πατρίδα, είναι καριέρα και γαλόνια. Για τον απλό φαντάρο τελειώνει το χρέος όταν προδίδεται ο αγώνας!

Αβάσταχτη του αξιωματικού η ειλικρίνεια! Τον έπεισε όμως να κατηφορίσει στην Κόνιτσα με τον υπόλοιπο λόχο του. Το Πάσχα του 1914 ήταν ένα μαρτύριο για τον Κωστάγγελο. Η φύση πανηγύριζε την ανάδυσή της απ’ το χειμώνα κι εκείνος άφηνε πίσω του τή χίμαιρα της Μεγάλης Ελλάδας. Τα χαμομήλια κι οι παπαρούνες μέσα στις καταπράσινες πλαγιές για πρώτη φορά δεν τον χαροποιούσαν. Παραδινόταν με πόνο στην ιδέα ότι αυτή η γή που μόλις εγκατέλειπε δεν θα γινόταν ποτέ πιά Ελληνική. Η σφραγίδα των ξένων είχε μπεί για τα καλά στον απελευθερωτικό αγώνα της μικρής του πατρίδας.

Η μέρα του απολυτηρίου απ’ το στρατό ήρθε γρηγορότερα απ’ τις αντοχές του. Με απάθεια ο νέος λοχαγός του παρέδωσε το άψυχο χαρτί που τον έστελνε μ’ εύφημη μνεία στην αγκαλιά της οικογένειας και του χωριού του. Στις 20 Μαίου 1914 ο στρατιώτης Κωστάγγελος Αργυρίου έπαιρνε το ξανασφριγηλεμένο υγιές κορμί και τα λιγοστά υπάρχοντά του για να κατηφορίσει προς το νησί του. Αφηνε πίσω του τ’ όπλο, τη χλαίνη και την εποχή της αθωότητάς του. Η πατρίδα είχε στρογγυλοποιηθεί μέσα στον κριτικό του νού, χάνοντας τη μυθική διάσταση της αλάθητης δύναμης που τον καθοδηγούσε άκριτα στον όποιο αγώνα. "


Monday, November 5, 2018

Ο Αύγουστος που της χρωστούσα της Λευκάδας μου!




Μου το θύμισε ο φίλος μου ο Μπαμπίνος Φον Γκούρμεν σήμερα το ωραίο καλοκαίρι στη Λευκάδα, στέλνοντάς μου μια φωτογραφία όπου είμαι ηλιοκαμμένη απο τον ήλιο του Κάστρου.

Πέρασα τον Αύγουστο στο νησί και στην πόλη μου, συναντώντας τους φίλους και τις φίλες μου καθημερινά, σμίγοντας με παλιούς γνωστούς, ανακινώντας τις αναμνήσεις που με έπλασαν αυτήν που είμαι.

Θα αρχίσω απο την συγκατοίκηση με τον αδελφό μου τον Αποστόλη, τη γυναίκα του την ¨Εφη και τον υπέροχο γιό τους το Νικόλα. Ήταν απόλαυση να κάνουμε σχέδια πώς να είμαστε ελεύθεροι απο ωράρια ,πώς να απαλλαγούμε  απο τα πρέπει κι απο τα μη. Τα μπάνια στο Κάστρο, οι βόλτες τα βράδυα στην αγορά και οι περιπλανήσεις μας στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης στόλισαν τις μέρες του καλοκαιριού μου.

Η άφιξη του Αλεξανδρίνου μου απο τη Νέα Υόρκη, τα υπέροχα ξενύχτια του στην Taratsa Open, οι ύπνοι του μέχρι το απόγευμα μου θύμισαν την ωραία και ανέμελη νιότη μου, τότε που καταφθάναμε Κυριακή χαράματα κατά τις 6 την ώρα που ξυπνούσε ο πατερούλης για την εκκλησία και μας έλεγε πως σε δύο ώρες θάπρεπε να πάμε στους Αγίους Αναργύρους.

Βεβαίως, η μόνιμη σύντροφος στις βραδινές περιπλανήσεις μου ήταν η Μαριάννα, η αγαπημένη των εφηβικών χρόνων με την οποία ανυποψίαστες σαν κοριτσάκια γελούσαμε και μιλούσαμε και αναθυμόμασταν μέρες αθωότητας τότε που τίποτε δε σκίαζε τη ζωή μας. Ήταν σα να ξαναβουτούσαμε στις αναμνήσεις απο τους γονείς μας που δέθηκαν για πάντα μέσα απο τη δημιουργία και λειτουργία του Γηροκομείου Λευκάδας.

Το μεγάλο δείπνο των συμμαθητριών με θέα το πέλαγος ήταν μια ρουφηξιά από νιότη καθώς η Δήμητρα Καράμπαλη, η Μαριάννα Καρφάκη, η Αγγελική Σπηλιά, η Νέλλη Κατωπόδη, η Μόλυ Φλωρίου, η Σία Καμινάρη και η αφεντιά μου αφεθήκαμε σε εκείνα τα μύρια όσα λόγια για τις μικρές χαρές αλλά και τις αγωνίες που συνθέτουν τις ζωές μας ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού.

Η γειτονιά μου με την κυρά Λάμπρω να κρατάει τα σκήπτρα της ιστορίας της , με τη Μαρία να καμαρώνει για τα εγγόνια της και την Τασούλα να αφήνει τις εγγονές της να αυτοσχεδιάζουν πασαρέλες μόδας, με τη Σταυρούλα να κεντάει ασταμάτητα τα Λευκαδίτικα και με την Αλεξάνδρα να ποτίζει τα λουλούδια μας ήταν μια όαση αναβάπτισης στις παιδικές μνήμες.

Υστερα ήρθαν ο Ηλίας ο Φρούφαλος με τη γυναίκα του τη Μαρία Ζαχαρή και ο Ηλίας ο Γεωργάκης με τη γυναίκα του Σοφία Αναγνωστοπούλου. Και γελάσαμε τόσο πολύ με τόσες ιστορίες που οι δύο Ηλίες ήξεραν να αφηγούνται με τη λευκαδίτικη χροιά του λόγου τους, με την ξεχωριστή ιδιωματική τους αφήγηση. Γελάσαμε σαν παιδιά και αποτοξινωθήκαμε από όσα μας είχαν ίσως πληγώσει τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να τα ξεχνάμε.

Ο Φίλιππος ο Μεσσήνης ήταν ο καθημερινός μου συνομιλητής, τον συναντούσα με το ποδήλατο να ανεβοκατεβαίνει την αγορά και να παθιάζεται με την ιδέα να μιλήσουμε κάποια στιγμή ιδιαίτερα για την πολιτική του τόπου. Κι αυτή η στιγμή δεν έφτασε ποτέ αλλά δεν πειράζει γιατί θάρθει μια άλλη στιγμή σύντομα να πούμε αυτά που αφήσαμε στη μέση.

Ο Μπαμπίνος όμως ήταν η αποκάλυψη του καλοκαιριού, πάντα με το χιούμορ του, πάντα με τα ωραία του αστεία, πάντα με το χαμόγελο να χαιρετάει και να υπαινίσσεται ετούτο κι εκείνο. Και να γλιστράει σπίτι του νωρίς τα βράδυα για να περιποιηθεί τη γυναίκα του. Και το πρωί πάλι καφέδες στο Μερκάντο και κόσμος και κουβέντες και πολιτικές υποθέσεις και νέα, πολλά νέα. Ανέβηκα στο μηχανάκι του και με ταξίδεψε ως την πλατεία όπου ψώνισα λουκούμια κι άλλα καλούδια λευκαδίτικα της αγοράς.

Κι ένας φίλος μου απ΄τα παλιά μου είπε να πάμε για καφέ και τα είπαμε εφ΄όλης της ύλης, πολιτικά , θρησκευτικά, είπαμε για παρελθόντα γεγονότα, για αναμνήσεις που έχτισαν μια νιότη ξέφρενη με πολλά όνειρα για ταξίδια μακρινά.

Τη Βίκυ Μαζανίτη την πανέμορφη με το λυγερό σώμα τη συναντούσα στη γειτονιά και στα μπαράκια κι όλο μιλούσαμε για τα ωραία κοσμήματα που σχεδίαζε στο εργαστήριό της στα Γιάννενα κι όλο γελούσαμε δυνατά και αγοράζαμε φρέσκα φρούτα απο την αγορά.

Και βέβαια, συναντούσα συχνά στη Λευκάδα την κουμπάρα μου τη Μαριλένα Μελά και τη Χριστινούλα μας που έχει γίνει πανέμορφη και τον κουμπάρο τον Σάκη και την Κατρινούλα, την πρωτοκόρη τους. Και ξαναγαπήσαμε την παραλία του Κάστρου και κολυμπούσαμε σα να μην είχε περάσει μια μέρα από τότε που ήμασταν παιδιά.

 Aνέβηκα και στους κουμπάρους την Κατερίνα και το Δημήτρη Πετρόπουλο και απόλαυσα τη Νικολέτα μου που έχει γίνει δεσποινίς. Και έπαιξα με την καλοσυνάτη μας Μαρία που χαμογελούσε διαρκώς και χαιρόταν με τα πάντα. Και πήγαμε στο λούνα πάρκ όλοι μαζί και μας άρεσε γιατί τα παιδιά είναι η αφορμή της χαράς και της ευτυχίας.
Χτενίστηκα στο λατρεμένο Σπύρο μου με το εκλεκτικό γούστο και χάρηκα την στιλπνότητα των μαλλιών μου μόνο για λίγο καθώς η αρμύρα της θάλασσας τα ρουφούσε λαίμαργα στα μπάνια μου.

Είδα φίλους που είχα χρόνια να συναντήσω, είδα αγαπημένα πρόσωπα που είχα ξεχάσει πόσο μεγάλο ρόλο είχαν παίξει στη ζωή μου. Είδα με τα μάτια της ωριμότητας τον τόπο μου και τους ανθρώπους.

Αυτό το καλοκαίρι ξαναλάτρεψα τη Λευκάδα. Της έδωσα τον Αύγουστο που της χρωστούσα κι εκείνη μου ξαναχάρισε το αγαθό που λέγεται «κάθαρση»! Αυτό το καλοκαίρι θα το θυμάμαι πάντα για τη γλύκα του, για την ελευθερία του, για την ανεμελιά του.

Και του χρόνου!

  
Justinaki