Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ
Η αληθινή ιστορία της ομορφιάς που νικήθηκε απ' το γραμμένο

Saturday, August 10, 2019

Μια Τρυφερή Ωδή στους Κεκοιμημένους, Πενθούντες, Οδοιπορούντες!

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

«Υπέρ Κεκοιμημένων, Πενθούντων, Οδοιπορούντων» είναι οικεία ευχή υπέρ της αναπαύσεως των αγαπημένων προσώπων και η Ελένη Γκίκα διαλέγει αυτόν τον τίτλο για τη νέα συλλογή της με διηγήματα και σημειώματα προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στον μακαριστό πατέρα της αλλά και στις παιδικές της μνήμες.

Η Ελένη Γκίκα σε μια σειρά από εξομολογητικά κείμενα χωρίς φτιασιδώματα, με τα ατόφια υλικά της λογοτεχνικής της κράσης εξιστορεί τα μικρά και τα μεγάλα μιας παιδικότητας, που καθορίστηκε από την υπερπροστασία των γονιών της, καθώς ήταν ένα εύθραυστο μοναχοπαίδι στο χωριό του τρύγου και των ξυπόλυτων παιδιών της ανεμελιάς.

Η συγγραφέας με το βλέμμα τρυφερά στραμμένο στον κεκοιμημένο πατέρα της αναθυμάται τις στιγμές του τέλους, που σημαδεύτηκαν από την άνοια και τη φυγή του από την πραγματικότητα. Το πρώτο της κείμενο για «Τα παπούτσια» είναι συγκινητικό καθώς εκείνος της ζητάει να του τα φοράει κι εκείνη αρνείται, μα τελικά δραπετεύει τελικά ξυπόλυτος.

Ο πατέρας της ξεδιπλώνεται γενναιόδωρος, της χαρίζει δώρα στις αποτυχίες της, επιμένει να ρίχνει μόνος την ψήφο του στις εκλογές ως βαθειά πολιτικοποιημένο πρόσωπο παρά τις κρίσεις της αμνησίας, την μυεί στον περίφημο τρύγο των αμπελιών, στο πάτημα των κόκκινων σταφυλιών, την ταξιδεύει στην αυλή της γιαγιάς που αποπνέει ένα αέρα ελευθερίας και παιδικής ασυδοσιάς. Το τέλος του τρύγου με τη δημιουργία του συνεταιρισμού την πληγώνει «τρύγος είναι η πληγιασμένη γή, τρύγος είναι ή μάλλον ήταν ό,τι απόμεινε απ΄αυτόν, και το καινούριο αεροδρόμιο».

Ο χρόνος , η αμνησία, ο πόνος των χαμένων εποχών γυρνάνε και πληγώνουν την πένα που γράφει: «Γερνάει ή δεν γερνάει, τελικά, η μνήμη;»

« Οι Δευτέρες της Μάνας μου» αποτελούν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής  αποτυπώνοντας τα πρέπει και τα μη της μητρικής αυστηρότητας αλλά και την εξάρτηση μάνας με κόρη και κόρης με μάνα. ‘Θυμάμαι… Μια γυναίκα με λουλουδάτη ασπρόμαυρη φούστα και ένα μικρό ασπροκόκκινο κορίτσι σαν πασχαλίτσα. Σαν την καρφίτσα της, το μικρό τσαντάκι κρεμασμένο από τη φούστα της».

Τρυφερές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, όνειρα της μάνας για την κόρη, φόβοι, προσδοκίες, σημαδεμένοι και κατακτημένοι στόχοι.

« Οι Μεγάλες Παρασκευές μου» είναι η τρίτη ενότητα της συλλογής με σκόρπιες μνήμες απ΄αυτές που πλάθουν το συγγραφέα αποτελώντας υλικό γραφής ή μάλλον την πεμπτουσία της ανάπτυξής του και της κυριαρχίας του στο λόγο. Στέκομαι στο συμβολικό, λυρικό αφήγημα  « Το Παιδί και το Βιολί», όπου η Ελένη Γκίκα κορυφώνει την αφήγησή της ομορφαίνοντας τη γραφή της με όλα τα όμορφα και τα υπέροχα που καταδικάζουν τους ξεχωριστούς. «»Γιατί εκεί κάπου μακριά πια ξέρει ότι βρίσκεται  κι ένα άλλο παιδί με βιολί και ότι κανένας δεν θα πρέπει να ντρέπεται για το βιολί του, που είναι ο εαυτός του και η σκιά του».Η Αρασέλη που γεννήθηκε με ένα βιολί θυμίζει παραμύθι με αναφορές στις παιδικές ιστορίες που αγαπάει να γράφει η Ελένη.

Η τέταρτη ενότητα με τίτλο «Τα Σαββατόβραδα στη Γειτονιά» αναφέρεται σε σποραδικές ιστορίες , σε γείτονες που έγιναν περαστικοί , σε πρόσωπα που αποτύπωσε η παιδική μνήμη και τα έκανε μέσα της ηρωικα, στο θείο Μίμη που ήταν πρόσωπο αναπόσπαστο της παιδικότητάς της, στη Νόρα που διάλεξε για καλλιτεχνικό της όνομα γιατί της αρεσε ο ήχος του, στις αταξίες των γειτονόπουλων και τη δική της σοβαρότητα, στις μπερμπαντιές του θείου που τις πλήρωσε με τίμημα ακριβό.

Και από παντού αναφύεται ο Μπόρχες, ξεπροβάλλει, την καθορίζει, τη διαιρεί, την υψώνει, την βοηθάει, τη στηρίζει, την αγαπάει και τον αγαπάει. Είναι το Αλεφ, η Ελένη Γκίκα, είναι η αλήθεια της χωρίς καμιά προσπάθεια προσποίησης ή μεγαλοστομίας.

Όλα τα κείμενα αυτής της συλλογής χαρακτηρίζονται από μια ειλικρίνεια, μια τεντωμένη ειλικρίνεια που δεν φοβίζει ούτε προκαλεί, που δεν σοκάρει αν και είναι γυμνή αλήθεια χωρίς ούτε ένα σκέπασμα.

Η Ελένη Γκίκα μέσα σ΄αυτό το εκπληκτικό απόθεμα της μνήμης, της αγάπης, των φόβων της, της απελευθέρωσής, με την ευγενική λογοτεχνικότητά της αποκαλύπτει το βαθύτερο εγώ της. Τα κείμενά της αποκαλύπτουν όσα την καθόρισαν και το λέει ευθαρσώς.

Υπέρ κεκοιμημένων, αλλά οι ψυχές πετούν και γυρνούν πίσω, πίνουν νερό και τρέφονται  από τα μνημόσυνα …

Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα είναι ένα λογοτεχνικό μνημόσυνο, μια επική αναφορά στο χτες που απελευθερώνει το σήμερα. Ενας ύμνος στους αγαπημένους, στους οδοιπορούντες , μια τρυφερή ωδή στους κεκοιμημένους!

Thursday, August 8, 2019

Η Δεσποινίς Τσία και η Μόδα της!


Η κατσαμομάλλω με ταγεράκι σε γαλάζιο χρώμα ραμμένο από τη δεσπονίδα Τσία. Τα κουμπιά είχαν και φιόγκους!

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Η δεσποινίς Τσία από το Τασία Κακλαμάνη, η θρυλική μοδίστρα των ετών 60-70 της Λευκάδας δεν είναι πιά ανάμεσά μας. Τα νέα με βρήκαν μερικές μέρες αφότου έφτασα στο νησί. Όλοι γνώριζαν την αγαπητική μου σχέση με τις κοπέλες του Κακλαμάνη, τις δεσποινίδες  Τσία και Κατερίνα που έμειναν ανύπαντρες για λόγους δικούς τους και δυσεξήγητους.

Η δεσποινίς Τσία ήταν η επίσημη μοδίστρα μας τα αθώα χρόνια της παιδικότητας. Κι όταν λέω επίσημη, εννοώ πως μας έραβε τα καλά κυριακάτικα και γιορτινά μας ρούχα, με τα οποία θα εμφανιζόμασταν τις Κυριακές στην εκκλησία του πατερούλη, καθότι ήμασταν οι θυγατέρες του εφημέριου.

Η ιστορία μου στο εργαστήρι της Τσίας, που βρισκόταν λίγα μέτρα από το σπίτι μας, με θέα το παζάρι,  αρχίζει από τα πρώτα μου χρόνια. Θυμάμαι τη μαμά να με πηγαίνει στης Τσίας το ραφτάδικο, που ήταν στο δεύτερο όροφο του σπιτιού σε ένα μπαλκόνι όλο τζαμαρία (πόντζος λέγεται στη Λευκάδα) κι εκεί να βλέπω τις πάνινες κούκλες με τα φορέματα των κυριών καρφιτσωμένα, έτοιμα για την πρόβα. Τις φανταζόμουν να κυκλοφορούν με τα κομψά φουστάνια , τα ταγιέρ και τις τουαλέτες που έβγαιναν από τα χεράκια της Τσίας.

Η μαμά, λοιπόν, με έπαιρνε από το χεράκι και με έφερνε στο εργαστήρι της Τσίας, που δεν ήταν μόνη της αλλά είχε πάντα μαζί της την αδελφή της Κατερίνα Κακλαμάνη, μια σεμνή δεσποινίδα με λίγα λόγια και αμήχανη έκφραση. Αργότερα κατάλαβα ότι η σεμνότητά της είχε διοχετευθεί στην αγάπη της για την εκκλησία και το Κατηχητικό.

Η δεσποινίς Κατερίνα μου χάιδευε τις ξανθές μπούκλες και ο αδερφός της με φώναζε κατσαρομάλλω, εγώ έκλαιγα γιατί με αποκαλούσε «κατσαμωμάλλω», όπως πρόφερα τότε τη σύνθετη λέξη. ‘Ενιωθα την αγάπη τους να με πλημμυρίζει, μια αγάπη που προερχόταν από τη σχέση της οικογένειας με τη δική μου μητρική οικογένεια, καθώς ο πατέρας των κοριτσιών ήταν επίτροπος στην εκκλησία των Εισοδίων, όπου τότε λειτουργούσε ο παππούς ο παπα-Κώστας με εκείνη τη στεντορεία φωνή που ξεχυνόταν σε όλη την αγορά πλημμυρίζοντας την αστική Λευκάδα με ήχους πλάγιους δεύτερους.

Εκεί λοιπόν η δεσποινίς Κατερίνα άνοιγε το Burda , γερμανικό περιοδικό της εποχής που είχε σχέδια και πατρόν για μεγάλες κυρίες αλλά και για κοριτσάκια . Η μαμά με τη δεσποινίδα Τσία ξεφύλλιζαν το φιγουρίνι, κατέληγαν σε ένα σχέδιο που άρεσε και στις δυό , με ρωτούσαν αν συμφωνούσα. Κι εγώ κουνούσα το κεφαλάκι λέγοντας «ναι».

Τότε η μαμά με έπαιρνε και πηγαίναμε στην αγορά στα υφασματάδικα του Μασμανίδη , του Βερύκιου και άλλων και διάλεγε ένα ύφασμα ανάλογο με  εκείνο που είχε εντοπίσει στο φιγουρίνι. Το έκοβε ο υπάλληλος στις διαστάσεις που είχε δώσει η δεσποινίς Τσία, αν ήταν μονόφαρδο ή διπλόφαρδο αναλόγως.

Μετά η δεσποινίς Κατερίνα έβγαζε με γεωμετρικό τρόπο το πατρόν για το μέγεθος του σώματός μου κι έτσι άρχιζε ο γολγοθάς της πρόβας. Εκείνη η πρώτη πρόβα με το χάρτινο πατρόν ήταν περίπου μαρτυρική, διότι δεν ήταν από ύφασμα και οι καρφίτσες τσιμπούσαν αριστερά και δεξιά το παιδικό κορμάκι μου. Κι έβγαζα μια φωνούλα αλλά η μαμά και η δεσποινίς Τσία με καθησύχαζαν με κάτι αρωματικές καραμέλες χρώματος κόκκινου με επικάλυψη ζάχαρης.

Η πρώτη επίσημη πρόβα γινόταν μια εβδομάδα αργότερα κι εγώ με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια μου ένιωθα τις τσιμπιές από τις καρφίτσες  στο σωματάκι μου και έκλαιγα μερικές φορές, οπότε οι αρωματικές καραμέλες γίνονταν περισσότερες. Μετά από τρείς  πρόβες, επιτέλους το φουστάνι ήταν έτοιμο με ωραίους γιακάδες, γαρνιρίσματα με δαντέλες και κουμπιά ειδικά φτιαγμένα από το ύφασμα σε εργαστήριο κουμπιών.

Όταν ολοκληρωνόταν το φόρεμα η δεσποινίς Τσία το έστελνε με τον πατέρα της τον κύριο Χαράλαμπο τυλιγμένο σε νάιλον σακούλα και καθώς το έβλεπα από μακριά η καρδιά μου φτερούγιζε από προσμονή να το στολιστώ την Κυριακή στην εκκλησία και να χαίρεται η μαμά με τα κομπλιμάν που θα έπαιρνα. Μετά την εκκλησία ήθελα να το βγάλω επειγόντως για να μην το λερώσω πίνοντας το γάλα μου.

Οι δεσποινίδες στο σπίτι τους είχαν γατούλες τις οποίες λάτρευαν και πρέπει να πω ότι κι εγώ τις αγαπούσα πολύ κι έπαιζα μαζί τους. ¨Ηταν οι μόνες κατοικίδιες γάτες στη γειτονιά και δεν τους επιτρέπονταν να βγούν να παίξουν με τις αλανιάρες. Μα αυτές το έσκαγαν πότε-πότε και τις κυνηγούσαν να γυρίσουν στο σπιτικό τους.

Περιμένοντας για την πρόβα πολλές φορές έβλεπα κυρίες και δεσποινίδες που ράβονταν στης δεσποινίδας Τσίας  να κάθονται στημένες στον ολόσωμο καθρέφτη. Έφερναν μαζί τους τα καλά τους σουτιέν που θα φορούσαν κάτω απ΄το φουστάνι, μερικές και κορσέδες για να μαζεύουν το γερασμένο σώμα τους. Αυτό είχε μεγάλη σημασία στα μικρά μου μάτια.

Μεγαλώνοντας προστέθηκε και η αδελφή μου στη σειρά για να ραφτεί. Η μαμά μας διάλεγε πάντα τα ίδια υφάσματα για να μη ζηλεύει κι εγώ ντρεπόμουν που ήμουν μεγάλη και φορούσα τα ίδια ρούχα με τη μικρή μου αδελφή. ‘Όμως η δεσποινίς Κατερίνα έκανε το παν να πείσει τη μαμά μου να μας φτιάξει τουλάχιστον διαφορετικά σχέδια κι αυτό της το χρωστάω.

Η δεσποινίς Τσία ανελήφθη εις ουρανούς πρόσφατα , μα ελπίζω να με βλέπει από ψηλά πως έμαθα το γούστο εκεί στα πρώιμα παιδικά χρόνια ξεφυλλίζοντας το Burda. Εκεί γνώρισα τα χρώματα, τα υφάσματα και τους συνδυασμούς.

Αγαπημένη δεσποινίς Τσία πάντα θα μείνεις στις μνήμες μου και την καρδιά μου για πάντα αποτυπωμένη δίπλα στη λέξη ΜΟΔΑ!.

Monday, July 29, 2019

Δυό Γεννήσεις Μια Νύχτα Καλοκαιρινή!


Μεγάλωσα ακούγοντας κάθε χρόνια στα γενέθλιά μου την ίδια ιστορία. Η μαμά ανήμερα στα γενέθλιά μου αναθυμόταν τη γέννησή μου, που μάλλον την έζησε με αγωνία καθώς την ίδια μέρα κοιλοπονούσε και η Μέλπω Μελά γυναίκα του Μάκη Μελά και συνοδοιπόρος της στις βόλτες.

Ναι, η μαμή έφυγε βιαστική να προλάβει τη Μέλπω γιατί κοιλοπονούσε το πρώτο της παιδί και όφειλε να της δώσει χρόνο… Η μαμά μου μπορούσε να περιμένει. Έτσι έγιναν τα γεγονότα, η Μέλπω έτεκεν πρώτη τη Νανά στις 30 Ιουλίου και μετά η μαμή έτρεξε στο σπίτι μας να προλάβει τη δική μου γέννα, μια γέννα που κατέληξε να ολοκληρωθεί στις 5 τα χαράματα της 31ης Ιουλίου.

Δυό κοριτσάκια γεννήθηκαν την ίδια νύχτα, η Νανά Μελά πλην ολοκληρωθεί ο κύκλος της 30ης Ιουλίου  και η αφεντιά μου με το χάραμα της επόμενης 31ης Ιουλίου. Το Μελέικο υποδέχτηκε την πρωτόγεννη κόρη με ενθουσιασμό (άλλωστε είχαν εμπορικό και μπορούσαν να την προικίσουν)  ενώ το δικό μας σπιτικό δέχτηκε το δεύτερο παιδί γένους θηλυκού, εμένα δηλαδή,  με δισταγμό προκαλώντας απογοήτευση στους πατρικούς συγγενείς μας.

Η Νανά, λοιπόν, ως μύθος υπήρξε στη ζωή μου και προ της γέννησής μου, καθότι αυτή η ιστορία της διπλής γέννησης με την ίδια μαμή  ήρθε κι έδεσε τις δύο μαμάδες , τη Μέλπω και τη Μαρία, που μας έβγαζαν βόλτες με τα καροτσάκια μας στην παραλία, όπως συχνά τις άκουσα να διηγούνται μη χορταίνοντας αυτή την υπέροχη ιστορία τους.

Η Νανά, επειδή το σπίτι της βρισκόταν στην παραλία, πήγε στο Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας κι έτσι δεν είχαμε επαφές στην πρώιμη σχολική ηλικία. Θυμάμαι βέβαια το όμορφο κοριτσάκι που συναντούσαμε στο δρόμο συχνά με τις μαμάδες να μας θυμίζουν πως είχαμε γεννηθεί την ίδια βραδυά.

Ύστερα μεγαλώσαμε και πήγαμε στο Γυμνάσιο Θηλέων Λευκάδας, κοντά στο Μητροπολιτικό ναό της Λευκάδας. Η  Νανά λόγω Μ και δικού μου Φ στο επίθετο, βρέθηκε στο δεύτερο τμήμα της ίδια τάξης. Αλλά πρέπει να πω ότι εμείς τα κορίτσια του πρώτου δημοτικού ήμασταν κάπως πιο συντηρητικά από εκείνα της παραλίας και μια απόσταση μεγάλη μας χώριζε, που δεν ήταν ταξική ούτε κοινωνική αλλά μια απόσταση διαφορετικής νοοτροπίας. Η Νέλλη, η Δήμητρα και η Νανά ήταν πιο μοντέρνες, πιο προχωρημένες στο λουκ αλλά και στη στάση ζωής.

Η Νανά μεγάλωνε και ομόρφαινε, το πιο όμορφο στοιχείο του προσώπου της -εκτός από τα πράσινα μεγάλα μάτια της- είναι τα ζυγωματικά της που έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει με κουκλίστικο. Το σώμα της ήταν υπέροχο σαν της ελαφίνας και τα πόδια της ήταν χυτά και σμιλεμένα σαν από γλύπτη.

Η Νανά επιπλέον ντυνόταν και σούπερ μοντέρνα καθότι ο πατέρας της είχε τους Νεωτερισμούς Μελάς, ένα μαγαζί που εκείνη μετέτρεψε σε οίκο μόδας φέρνοντας καινούρια κοριτσίστικα και νεανικά ρούχα. Επιπλέον, κλεισμένη στη μπλε ποδιά, ήταν εκείνη που αποφάσισε να κάνει ρήξη με το κατεστημένο εισάγοντας τις ποδιές του Γιάννη Τσεκλένη στη Λευκάδα και καθιερώνοντας ένα στυλ πιο μοδάτο από εκείνες τις βαρετές στολές της σχολικής μας εφηβείας.

Δεν θα έλεγα ότι είχαμε ιδιαίτερη χημεία, παρότι μας έδενε εκείνη η καλοθύμητη ιστορία της γέννησης την ίδια νύχτα. Μάλλον, η Νανά με έβλεπε ως βαρετή καλή μαθήτρια, που προφανώς θα την ενοχλούσε καθώς εκείνη είχε αναπτύξει ένα πνεύμα πιο ελεύθερο κι ανάλαφρο από το δικό μου.

Ώσπου στην Τετάρτη Γυμνασίου η κα Ρουμπίνα, που λάτρευε τη Νανά έτσι για την ομορφιά της και την τσακπινιά της (μου το έχει ομολογήσει η ίδια) έβαλε τη Νανά να καθήσει στο ίδιο θρανίο με μένα κάνοντας τα στραβά μάτια αν της υπαγόρευα τις απαντήσεις στα Αρχαία και τα Νέα. Η Νανά πήγαινε φροντιστήριο στον μακαρίτη τον Τάκη Προδρομίτη και ήταν πάντα προετοιμασμένη για το επόμενο κεφάλαιο των Αρχαίων με όλες τις άγνωστες λέξεις και τη μετάφραση γραμμένα. Η Νανά μου άνοιγε το τετράδιό της στο οποίο εκείνη δεν έδινε σημασία κι εγώ άρπαζα τις γνώσεις κι όταν χρειαζόταν βοήθεια της ψιθύριζα τις απαντήσεις. Έτσι, αρχίσαμε η μια να συμπληρώνει την άλλη και να γινόμαστε αλληλοαπαραίτητες.

Η Νανά ήταν όμορφη, όμορφη, όμορφη. Σου κοβόταν η ανάσα να την βλέπεις ακόμη και μέσα στην χαριτωμένη ποδιά του Τσεκλένη. Έκανε όλα τα αγόρια να την ποθούν και να την φλερτάρουν. Εγώ ήμουν ακόμη χρυσαλλίδα  με μαλλιά αλογορουρά κι ένα λίγο αγορίστικο στυλάκι. Θαύμαζα τη θηλυκότητα της Νανάς, που είχε μεγάλη επίδραση στον αρσενικό πληθυσμό της Λευκάδας και έξω από αυτήν.

΄’Ωσπου την είδε και την ερωτεύθηκε ο Κώστας Μπίλίρης, τότε υπάλληλος του ΟΤΕ, που ξημεροβραδιαζόταν στο παράθυρο απέναντι από το Γυμνάσιο για την ομορφιά της. Την αγάπησε, τον αγάπησε και παντρεύτηκαν νωρίς όταν η Νανά ήταν δεν ήταν 21 χρόνων.

Η Νανά και ο Κώστας είναι ένα λατρεμένο ζευγάρι που έδωσαν ζωή στην Μελίνα και την Ανδριανή. Είναι αιώνιοι έφηβοι και γιορτάζουν καθημερινά εκείνη τη μαγική γειτνίαση που τους ένωσε και τους κρατάει αγαπημένους μέχρι σήμερα.΄Μας επισκέφθηκαν πριν από χρόνια στο Μοντρεάλ κι εξαντλήσαμε την ομορφιά της Βόρειας Αμερικής μαζί!

Μετά από 60 χρόνια αποφασίσαμε να ξαναθυμηθούμε με τη Νανά εκείνη τη νύχτα της γέννησης που ένωσε την ύπαρξή μας για πάντα. Χρόνια πολλά Νανά της Ωραιότητας.

Με αγάπη

Τζουστινάκι
























Saturday, July 27, 2019

Τα Κορίτσια που Γελούν!




Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη



Η Εύα Στάμου με πτυχία στην Ψυχολογία, με ενεργό συμμετοχή στα κοινά μέσα από τον προσωπικό πολιτισμό της , την αρθρογραφία της και την πολιτική συμμετοχή της στα δρώμενα , αποτελεί μια αξία στο χώρο της επιστήμης της αλλά και της γραφής.

Τελευταίο όμορφο ξάφνιασμα ήταν η συλλογή διηγημάτων και νουβελών υπό τον τίτλο ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΝ (εκδόσεις Αρμός), όπου η Εύα Στάμου με παρατηρητικότητα ψυχολόγου και με το νυστέρι χειρούργου παρατηρεί θέτοντας «τον τύπον επί των ήλων»  στο ανθρώπινο γένος. Με κινηματογραφική δεξιότητα τοποθετεί τις λέξεις σε εικόνες καταγράφοντας ανθρώπινες συμπεριφορές στην καθημερινότητά τους αλλά και στη σπανιότητα της ιδιαιτερότητάς τους.

Η παράξενη ιστορία με τίτλο « Ένα Τέλειο Σχέδιο» επιλέγεται ως αρχή μια συλλογής,σοκάροντας με την ευρηματικότητα και την παράλογη επιθυμία μιας κανονικής γυναίκας να σχεδιάσει και διαπράξει τον τέλειο φόνο. Αυτό που εντυπωσιάζει εδώ είναι η παράλογη επιθυμία μιας κατά τα άλλα κανονικής γυναίκας να κάνει προσομοίωση φόνου , προφανώς επηρεασμένη από την καθημερινότητα των στυγερών εγκλημάτων όπως καταγράφονται στα αστυνομικά δελτία και τις τηλεοπτικές ειδήσεις. Η κανονικότητα έρχεται σε αντίστιξη με τον παραλογισμό, αποδεικνύοντας τελικά πως στην ψυχή του ανθρώπινου γένους συγκατοικεί το λογικό με το παράλογο και τα όρια είναι σχεδόν αδιευκρίνιστα.

Η «Θερμοκοιτίδα» αφορά στην συνύπαρξη μιας γυναίκας που εργάζεται οικειοθελώς για το hotspot Λέρου με την ψυχολόγο που τελικά έρχεται στο νησί να αξιολογήσει την ψυχολογική κατάσταση των προσφύγων επισκεπτόμενη καθημερινά το Ψυχιατρείο της Λέρου. Η αντιδιαστολή ανάμεσα στην αθλιότητα της κατάστασης των προσφύγων και στην απέλπιδα και αναπόδραστη δυστυχία των ψυχασθενών συλλαμβάνεται με εξαιρετικό τρόπο από τη συγγραφέα, που ζυγιάζει τις ηρωίδες της με μαεστρία ψυχογραφικής αποτίμησης.

«Τα Κορίτσια που Γελούν» είναι το διήγημα που αποτελεί την έμπνευση του τίτλου και αφορά στην καθημερινή ιστορία της ώριμης γυναίκας που βγαίνει σε ραντεβού με ένα ωραίο και δυναμικό εργένη εκεί στην ηλικία των 40 όπου όλα επαναπροσδιορίζονται . Η ηρωίδα καταλήγει  να διαπιστώσει πικρά πως η δική της πείρα, η γοητεία των χρόνων της, η αυτογνωσία της ουδόλως συγκινούν το συνοδό της που παρασύρεται από το αλκοόλ και από τα ανέμελα γέλια των κοριτσιών, τη φρεσκάδα της νεότητάς τους  περιφρονώντας τη συνομιλήτρια της μέσης ηλικίας. Τα Κορίτσια που Γελούν είναι το απτό παράδειγμα της ελαφρότητας του αντρικού γένους,με μια υπαινικτική καταδίκη από τη συγγραφέα.

«Το Δείπνο» είναι η ιστορία μια νεαρής Ελληνίδας που μετακόμισε για δουλειά  στην Κοπεγχάγη προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτό που άφησε στην Ελλάδα και σε αυτό που βιώνει στο νέο της τόπο. Η ιστορία καταλήγει σε ακρότητα καθώς η πρωταγωνίστρια Λήδα γνωρίζει σε ένα δείπνο ανάμεικτων φυλών ένα Δανό τον Γιόχαν κι εκείνος τη συνοδεύει μέχρι το σπίτι της διεκδικώντας μια βραδυά με σέξ μαζί της . Όταν η Λήδα του αρνείται ο Γιόχαν ασκεί βία, την καταδικάζει να ακούσει τις βρισιές και την απόρριψή του. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που δεν αποτιμά σωστά το άλλο γένος και ενός άντρα που θεωρεί πως το σεξ είναι η κατάληξη μιας κουβέντας. Η διαφορά της νοοτροπίας , της κουλτούρας και του γένους αποτυπώνονται εδώ με τον βέλτιστο τρόπο από μια έμπειρη συγγραφέα, την Εύα Στάμου.

Η Εύα Στάμου μεταφέρει στα γραπτά της την τη βαθειά γνώση του αντικειμένου της, σκιαγραφώντας τους πόνους των παιδιών που γνώρισαν την παιδικότητά με μια διπολική μάνα η οποία μπαινοβγαίνει στο ψυχιατρείο. Με πραγματική μαεστρία ξεδιπλώνει τα τραύματα του αγοριού που αντρώθηκε με μια διαφορετική μητέρα στην ιστορία της  «Η Κυρία Με το Καπέλο».

Το κορυφαίο αφήγημα της συλλογής είναι η «Βοστόνη», μια νουβέλα όπου η Εύα Στάμου με αριστοτεχνικό τρόπο διαγράφει, αναλύει και παρακολουθεί ( κρατώντας σχεδόν μια κάμερα) την ιστορία ενός καθηγητού Πανεπιστημίου που πλήρωσε ακριβά την επιπολαιότητα μιας ερωτικής συνεύρεσης με μια φοιτήτριά του. Η συγγραφέας μεταφέρει όλη την παθογένεια του Έλληνα αρσενικού που, βρισκόμενος σε θέση εξουσίας, δεν  υπολογίζει τις καταστάσεις  αλλά και της φοιτήτριας που γνωρίζει το παιχνίδι της εκδίκησης εκεί στα ακριβά ακαδημαϊκά έδρανα του πανεπιστημίου της Βοστώνης.

Όλες οι ιστορίες της Εύας με λακωνικότητα, ευκρίνεια και λογοτεχνικότητα μεταφέρουν ερωτήματα της εποχής, που βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή στα μυαλά και τις ψυχές μας. Όλα μπορούν να συμβούν κι όλα υποβόσκουν μέσα μας ! Τα «Κορίτσια που Γελούν» είναι εκεί  στο βιβλίο της Εύας και μας αγαπούν, μας ειρωνεύονται και μας γοητεύουν!

Monday, July 1, 2019

Το Μεγάλο Ταξίδι της Κοντυλένιας!




Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ/ ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ -ΑΡΓΥΡΗ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ
 Γράφει ηΡίτσα Μασούρα
Είναι ευτύχημα, θα έλεγα δε πολλαπλώς ευτύχημα που υπάρχουν ακόμη εν ζωή άνθρωποι από την ελληνική περιφέρεια της εποχής του Μεσοπολέμου. Άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους σαν άγιο δισκοπότηρο ιστορίες κοντινών τους ατόμων. Ιστορίες που σημάδεψαν τον τόπο τους και που αξίζει να καταγραφούν από την έμπειρη γραφίδα του συγγραφέα και να περάσουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου σε αυτό που μας αρέσει σχεδόν φιλάρεσκα να αποκαλούμε αιωνιότητα.
Αυθεντικές, αληθινές ιστορίες που μαγικά σχεδόν θα μπορούσαν να μας παραπέμψουν στο μουσικό κουτί της νιότης μας, τότε που με το άνοιγμά του μια υπέροχη γυναικεία φιγούρα στροβιλίζονταν στους ήχους της μουσικής. Χωρίς κανείς από μας να μπορεί ποτέ να μαντέψει ή να αντιληφθεί την ύπαρξη και το εύρος των συναισθημάτων αυτής της φιγούρας, όπως και το φορτίο που πιθανώς να κουβαλούσε μέσα της.
Για το τανγκό, όπως ξέρετε, χρειάζονται δύο για να απογειωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αφηγητής και ο συγγραφέας. Έτσι και μόνον έτσι θα επιτευχθεί ο στόχος που δεν είναι απλά η συγγραφή και η ανάγνωση ενός βιβλίου, η αποτύπωση μιας ιστορίας. Αλλά η δημιουργία προθέσεων διάδοσης ενός σημαντικού μηνύματος. Φίλοι μου, δεν φτάνει ποτέ η ομορφιά, εξωτερική ή εσωτερική, για να πορευτούμε εν ειρήνη.

Διαβιβαστής, σηματωρός : Η θεία Ελένη Αργύρη -Ζαβιτσάνου

Αποδέκτης, συγγραφέας : H Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη.
Η θειά Ελένη κρατάει για χρόνια μέσα της την ιστορία της Κοντυλένιας, της πανέμορφης φτωχής κόρης απ’ το Μεγανήσι, σιμά στη Λευκάδα. Μια κόρη που κανείς δεν ξέρει αν αυτό είναι το πραγματικό της όνομα ή της χαρίστηκε απλόχερα από τους συγχωριανούς της καθώς τα πάντα πάνω της θύμιζαν τέλειες κονδυλιές. Κι ήταν αυτή η κόρη που με τις διαδρομές της συντάραξε το νησί κι άφησε το άλικο στίγμα της παντού για να θυμίζει στους νεότερους ότι η τύχη δεν είναι ποτέ, μα ποτέ κάτι δεδομένο και με το μέρος μας.
Η θεία Ελένη ένα ζεστό καλοκαίρι, εκεί ανάμεσα στις βουκαμβίλιες και τα γιασεμιά αποφασίζει να εναποθέσει στα χέρια της συγγραφέως Ιουστίνης Φραγκούλη – με καταγωγή από τη Λευκάδα – τη ζωή της Κοντυλένιας.
Η Ιουστίνη, γυναίκα με κρίση, ωριμότητα και αναγνωρισμένο συγγραφικό ταλέντο πήρε στα χέρια της τους «παπύρους» της Κοντυλένιας και τους μετουσίωσε σε σύγχρονη γραφή. Βήμα το βήμα, στιγμή τη στιγμή, από τη γέννα ως τη μεγάλη συμφορά που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Συμπυκνωμένη, σπαρακτική γραφή για την ταραγμένη ζωή μιας γυναίκας σε εποχές περίεργες. Εκείνη, το θύμα ενός μέθυσου πατέρα. Εκείνη, ο πόθος για τους νεαρούς της γειτονιάς και ολάκερου του νησιού. Εκείνη, η ελπίδα για τον άνδρα που αγάπησε. Εκείνη, η ύψιστη τραγωδός!
Η Ιουστίνη διανύει με φοβερή ταχύτητα τη διαδρομή, αν και ο χρόνος της Κοντυλένιας μοιάζει απροσπέλαστος. Η συγγραφέας παρεμβάλλει μικρές ανακουφιστικές στιγμές, ευκαιρία για αναφορά στα τοπικά ήθη και τα έθιμα κι ύστερα βαδίζει ακάθεκτη πάνω στις συντεταγμένες της όμορφης γυναίκας. Ποταμός αφήγησης!
Μια ιστορία, λοιπόν. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τη ζωή του άλλου. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο μπορώ να πω ότι σε όλο του το εύρος αναδύεται ένα ερώτημα, απίστευτα πιεστικό: Πώς μπορεί τόση ομορφιά να χάνεται ανάμεσα σε κακουχίες, μοιραίες επιλογές και συγκλονιστικές ατυχίες; Μόνον όσοι έχουν διαβάσει αρχαία ελληνική τραγωδία μπορούν να αντιληφθούν τα μεγέθη του ανθρώπινου δράματος.
Η Κοντυλένια του Νησιού της Ιουστίνης Φραγκούλη είναι καθηλωτική από μόνη της. Την ακολουθεί ο αναγνώστης βουβός, χωρίς να τολμάει να πηδήξει παραγράφους. Του φαίνεται σαν ιεροσυλία αυτό. Συμπάσχει μαζί της, μπορεί και να την ερωτεύεται σε κάποιες σελίδες. Νομίζω ότι της συμπαραστέκεται ως το τέλος σε εκείνο τον Γολγοθά, κι ύστερα την εναποθέτει στην αγκαλιά των Αγγέλων που με τις φτερούγες τους χρόνια τώρα την προστατεύουν και την κρατούν ζεστή για να υπάρχει ως οπτασία ανάμεσά μας, να είναι για πάντα η Κοντυλένια απ’ το Μεγανήσι.
Μια πραγματική ιστορία δοσμένη με την αγάπη που κουβαλάει μέσα της η Ιουστίνη. Την αγάπη που περιβάλλει τους αγαπημένους της ήρωες, αυτούς που τους παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό εν μέρει καθαρμένους από τις ανθρώπινες αγωνίες. Και λέω εν μέρει καθαρμένους, γιατί, ξέρετε, πάντα θα υπάρχει ένα λιλιπούτειο άνοιγμα απ’ όπου η Ιστορία θα κάνει αποκλειστικά κουμάντο..
«Λένε πως από την τόση ομορφιά, ο,τι άγγιζε καιγόταν,τα φυτά μαραίνονταν, οι βρύσες στέρευαν, η θάλασσα φουρτούνιαζε»


Monday, June 10, 2019

« Εξ Αποστάσεως: Η παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλα Παγώνη κι ένας Αποχαιρετισμός..



Στην κατάμεστη αίθουσα του Ελληνικού Κοινοτικού Κέντρου έγινε την Παρασκευή η παρουσίαση του βιβλίου «Εξ Αποστάσεως» το οποίο φέρει τη συλλογή πολιτικών κειμένων του προέδρου της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ, Νικόλα Παγώνη.

Το βιβλίο Εξ Αποστάσεως, το οποίο περιέχει την αρθρογραφία του Νικόλα Παγώνη στην τοπική εφημερίδα το ΒΗΜΑ, έχει την ιδιαιτερότητα ότι παρουσιάζει την ανίχνευση της ελληνικής οικονομικής κρίσης υπό το βλέμμα ενός ηγετικού στελέχους του Απόδημου Ελληνισμού, του προέδρου της ΕΚΜΜ Νικόλα Παγώνη ο οποίος εξετάζει με αγαπητική ματιά την κρίση αξιών και την εν πολλοίς έλλειψη πολιτικού πολιτισμού των γηγενών Ελλήνων.

Το βιβλίο παρουσίασε ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Μιχάλης Γαβριηλίδης, ο οποίος εστίασε στην προσωπικότητα του Νικόλα Παγώνη ως ηγέτη της ελληνικής παροικίας του Μόντρεαλ , ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική ματιά του συγγραφέα-αρθρογράφου.

Στη συνέχεια, η φιλόλογος Ευαγγελία Τσαλκίδου έκανε μια ενδελεχή ανάλυση στη σημειολογία των άρθρων επιλέγοντας τα σημαντικότερα εξ αυτών, προκειμένου να καταδείξει την λογοτεχνική πλευρά της πολιτικής άποψης του Νικόλα Παγώνη.

Ο μουσικός παραγωγός και τενόρος Δημήτρης Ηλίας, εξάλλου, με ιδιαίτερο χρώμα παρουσίασε την συλλογή των άρθρων του Νικόλα Παγώνη με δικό του τρόπο επισημαίνοντας τα στοιχεία που ξένισαν τον αθρογράφο και τα οποία είναι άκρως χαρακτηριστικά των Ελλήνων, όπως σημείωσε.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, που είχε το συντονισμό της εκδήλωσης ανάγνωσε με ιδιαίτερη χροιά και τόνο στη φωνή τα σημαντικότερα αποσπάσματα άρθρων προκειμένου να δοθεί μια γεύση του περιεχομένου στο ελληνόφωνο κοινό του Μόντρεαλ.

Η ίδια σημείωσε ότι η ελληνική παροικία του Μόντρεαλ στάθηκε ιδιαίτερα τυχερή να έχει στο τιμόνι του σπουδαιότερου οργανισμού της, τουτέστιν της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ, ένα πρόσωπο σαν το Νικόλα Παγώνη που εκτός απο την ηγετική του ικανότητα χαρακτηρίζεται απο την ευαισθησία του συγγραφικού και ποιητικού προσωπικού πολιτισμού του.

Ο ίδιος ο πρόεδρος μίλησε για τον ανακπλήρωτο έρωτα που νιώθει για την Ελλάδα και για την κατάθεση της μαρτυρίας του στην κρίση όχι κουνώντας το δάχτυλο στους συμπατριώτες του αλλά από την απόσταση ενός απόδημου. Όπως εξάλλου χαρακτηριστικά αναφέρει στο βιβλίο :

«….Ίσως εμείς οι ξενιτεμένοι να βλέπουμε τα εθνικά μας θέματα με μεγαλύτερη ευαισθησία. Ίσως, η απομάκρυνση μας από την καθημερινότητα της πατρίδας να μας έχει προσδώσει την ευκαιρία να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα πιο καθαρά και ρεαλιστικά. Ίσως να έχουμε παραμείνει ανεπανόρθωτα ρομαντικοί αναφορικά με την Ελλάδα. Ίσως…. Ίσως…. Ίσως….Πάντως, ένα είναι σίγουρο : Ότι ξέρουμε να τιμούμε και να σεβόμαστε τα εθνικά σύμβολα, την ιστορία μας και τους αγώνες του Ελληνικού λαού….» γράφει ο Νίκος Παγώνης.

Η βραδυά που κύλησε ως αφιέρωμα στον πρόεδρο Νικόλα Παγώνη επί τη αναχωρήσει του απο το πηδάλιο της Κοινότητας (στις 17 Ιουνίου θα παραδώσει τα σκήπτρα στη νέα πρόεδρο ‘Αννυ Κουτράκη) ήταν μια αφορμή συναισθηματικών αποχαιρετισμών απο την ομοσπονδιακή βουλευτή Εμμανουέλλα Λαμπρόπουλος, τη δημοτική σύμβουλο Μαίρη Ντέρος, τον πρόεδρο του Ελληνικού Κογκρέσσου του Κεμπέκ Τζον Θεοδοσόπουλο, τον επίτιμο πρόεδρο της ΕΚΜΜ Δημήτρη Μανωλάκο και άλλους επώνυμους της ελληνικής παροικίας.



























Άρωμα Γυναίκας στην Ελληνική Κοινότητα Μείζονος Μοντρεάλ



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Η πρώτη γυναίκα πρόεδρος εκλέχθηκε στις εκλογές της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ γράφοντας ιστορία στην ελληνική παροικία του Μοντρεάλ.

Η Άννυ Κουτράκη με την ομάδα της ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ κατόρθωσε να εκλέξει τους 24 συμβούλους της καθώς επίσης τα περιφερειακά συμβούλια του Λαβάλ, της Νότιας Ακτής και όλα τα μέλη Εξελεγκτικής Επιτροπής αναδεικνύοντας μια δυναμική ομάδα με μεγάλη συμμετοχή νεολαίας.

Τα αποτελέσματα όπως δόθηκαν απο την εφορευτική επιτροπή έχουν ως εξής: .Στο Ελληνικό Κοινοτικό Κέντρο ψήφισαν  577 μέλη, στη Νότια Ακτή 191 μέλη και στο Λαβάλ  315 μέλη.

Πρώτος σε σταυρούς ήρθε ο μειλίχιος εκτελεστικός αντιπρόεδρος Ανδρέας Κριλής, ο οποίος έχει υπηρετήσει επί δύο τριετίες τον οργανισμό με την αποχωρούσα διοίκηση του προέδρου Νικόλαου Παγώνη (729 ψήφους) και ακολούθησαν:

Αννυ Κουτράκη 718

Μπαρμπαρούτσης Χαράλαμπος 696

Δρίτσας ‘Αννα 686

Καλύβας Μιχάλης 675

Μουρελάτος Αφροδίτη 672

Νεοφώτιστος Βούλα 670

Δημητροκάλη ‘Αννα 668

Κληρονόμος Τζούλη Γεωργία 667

Μαρκάτος Ναταλί 661

Σωτηράκος Μαρία 653

Καρβέλας Κωνσταντίνα 644

Κατσαούνης Δημήτριος 642

Λάλος Γεώργιος 638

Τσαούσης Τασία 635

Καψής Επαμεινώντας 624

Παπαγεωργίου Πίτερ 614

Στρατουδάκης Εμμανουέλλα 612

Μακρής Ηλίας 608

Νικόπουλος Αχιλλέας 602

Καψάλης Βασίλης 592

Τσόκανος Πίτερ 578

Τσατσούλης Δημήτριος 569

Τούρλας Ζαχαρίας  561



Επιλαχόντες

Χοντρονικόλας Ηλίας 306

Κανελλάκης Γεώργιος 291

Πλέσσας Γεώργιος 287

Φούντας Νικόλαος 280

Χιώτης Χρήστος 279

Ξένος Γεράσιμος 274

Ιωαννίδης Δημήτριος 272

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την προεκλογική περίοδο το κλίμα φορτίσθηκε έντονα καθώς οι αντίπαλοι της ‘Αννυς Κουτράκη προσπαθούσαν να συνδέσουν τη μελλοντική της διοίκηση με πρόσωπα του παρελθόντος, μια καμπάνια που τελικά απέβη επιθετικά αρνητική.

H Άννυ Κουτράκη που φέρνει άρωμα γυναίκας στην Ελληνική Κοινότητα Μείζονος Μοντρεάλ με τη συμμετοχή πολλών νέων κυρίως γυναικών στο ψηφοδέλτιό της , έχει υποσχεθεί ότι προτεραιότητά της θα είναι η ενότητα και αγαστή συνεργασία των μελών, η αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οργανισμού, η οικονομική εξυγίανση, η προώθηση της ΕΚΜΜ μέσα στις δομές της Κεμπεκιώτικης και Καναδικής κοινωνίας και η προάσπιση του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

Με την ‘Αννυ Κουτράκη , την πρώτη γυναίκα πρόεδρο, νέοι ορίζοντες ανοίγουν για τον μεγάλο κοινοτικό οργανισμό ο οποίος καλύπτει τις ανάγκες 80.000 Ελλήνων του ευρύτερου Μοντρεάλ μέσα απο τα ελληνικά ημερήσια και Σαββατιανά σχολεία, τις έξι εκκλησίες, τις κοινωνικές υπηρεσίες, το αθλητικό κέντρο, τις καλοκαιρινές ημερήσιες κατασκηνώσεις, με άξονα πάντα τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας και γλώσσας.



Η μετεκλογική δήλωση της νέας προέδρου 'Αννυς Κουτράκη
  «Νιώθω συγκίνηση και περηφάνεια που εκλέχθηκα ως πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ (ΕΚΜΜ), ενός οργανισμού που έχει υπηρετήσει τους ‘Ελληνες του Μοντρεάλ επί 113 χρόνια. Είμαστε μια παροικία 70.000 κατοίκων Ελληνικής καταγωγής στο Μοντρεάλ των 4,2 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η ΕΚΜΜ διαθέτει έξι ημερήσια τρίγλωσσα σχολεία, έξι εκκλησίες, κοινωνικές υπηρεσίες, πρωταγωνιστεί σε πολιτιστικά γεγονότα κλπ με τους 300 υπαλλήλους της, τους αμέτρητους εθελοντές της και ένα ετήσιο προϋπολογισμό ύψους 17 εκατομμυρίων δολαρίων. Είναι η εστία των Ελλήνων του Μοντρεάλ και η κοινότητα σε όλόκληρη της Διασπορά που παρέχει τις περισσότερες υπηρεσίες.
Η ομάδα μου είναι σε θέση ετοιμότητας να εργασθούμε απο κοινού αμέσως μετά την ορκομωσία και να πραγματοποιήσουμε το προεκλογικό μας πρόγραμμα. Ο κύριος στόχος μας είναι να ενεργοποιήσουμε όλα τα μέλη της παροικίας με την ανοιχτή προσέγγιση, τον ενθουσιασμό και το πάθος για ό,τι κάνουμε και να προχωρήσουμε στο μέλλον κάνοντας την Κοινότητα τόπο συνύπαρξης της τρίτης και τεταρτης γενιάς των Ελλήνων του Μοντρεάλ.
Ειλικρινά πιστεύω πως με την ομάδα μας ΣΥΜΜΤΕΧΩ θα φέρουμε αλλαγές αλλά χρειαζόμαστε τη συμμετοχή της παροικίας. Γι αυτό αποκαλούμε την ομάδα μας ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ. Αποτελείται εν πολλοίς απο γυναίκες και νέους επαγγελματίες. Θεωρώ ότι η σαρωτική νίκη στις εκλογές δείχνει πως η Κοινότητα αναζητεί νέα άτομα για το Διοικητικό της Συμβούλιο ως προς την ηγεσία και την αποτελεσματικότητα. Θα κάνουμε τα πάντα για να διατηρήσουμε τον Ελληνισμό ζωντανό και σε υψηλό επίπεδο εδώ στο Μοντρεάλ.»



Wednesday, June 5, 2019

Ο νέος δήμαρχος και ο Ανθώνας !!!


Οι φωτογραφίες είναι από το Αρωμα Λευκάδας

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Νέος δήμαρχος στη Λευκάδα εκλέχθηκε ο Μπάμπης Καλός, ένας εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς. Κτηνίατρος το επάγγελμα φαίνεται ότι ήταν δημοφιλής ανάμεσα στη νέα γενιά , η οποία έδωσε το μήνυμα πως η  δημοτική αρχή χρειάζεται δήμαρχο πέρα απο το κατεστημένο και απο κομματικές αναφορές.

Βεβαίως, έχουμε δει αρκετούς επαγγελματίες που κέρδισαν το δήμο της Λευκάδας με τη δημοφιλία τους, αλλά ελάχιστοι απ΄αυτούς κατόρθωσαν να επιδείξουν ικανότητα στην καθημερινή διαχείριση των προβλημάτων του Δήμου αλλά και στη μακροπρόθεσμη δημιουργία και αξιοποίηση νέων υποδομών του νησιού που αναπτύσσεται ραγδαία αλλά χωρίς σχέδιο, δυστυχώς.

Ο Μπάμπης Καλός καλείται να διαχειριστεί τεράστια προβλήματα, απο τα σκουπίδια μέχρι την υδροδότηση κατά την βεβαρυμένη τουριστική περίοδο, απο την αποχέτευση μέχρι το κυκλοφοριακό του νησιού. Και βεβαίως θα πρέπει να επανδρώσει και να θέσει σε πλήρη λειτουργία του νέο υπερσύγχρονο νοσοκομείο της Λευκάδας...

Εδώ ακριβώς θα σταθώ για να μιλήσω περί της τύχης του παλιού νοσοκομείου Λευκάδας και πώς θα πρέπει να αποβληθεί απο την εικόνα της πόλης.

Αυτό το ογκώδες κτήριο που κρύβει όλη τη μέση πόλη, που την ταλαιπώρησε επί δεκαετίες με την ασχήμια του , τη βρώμα του αλλά και τα απόβλητά του ήρθε η ώρα να εξαφανισθεί απο προσώπου γής. Ηρθε η ώρα να γκρεμισθεί και στη θέση του να ξαναγίνει το πάρκο του Ανθώνα που υπήρξε ανέκαθεν ο πνεύμοντας της μέσης Λευκάδας.

Ο Ανθώνας  σχεδιασμένος απο τους Ιταλούς υπήρξε ένα εκπληκτικό πάρκο στην καρδιά της Λευκάδας με ευκαλύπτους (λένε ότι τους πρόσθεσαν οι Αγγλοι) που απορροφούσαν την υγρασία του τόπου, λουλούδια της εποχής αλλά και με παρτέρια απο αρωματικά φυτά που γέμιζαν την ατμόσφαιρα με αβάσταχτες μυρωδιές τη μέρα και τη νύχτα.

Δυστυχώς, πρώτα ο Ανθώνας καταπατήθηκε απο τον λυόμενο παιδικό σταθμό μετά το σεισμό  καθώς και τα άλλα λυόμενα κτήρια που προστέθηκαν αργότερα καταστρέφοντας την αισθητική και την υγιεινή της περιοχής. Υστερα, χτίσθηκε το επαίσχυντο νοσοκομειακό κτήριο ρουφώντας όλο το πάρκο καθώς το παλιό νοσοκομείο ήταν μικρό και εκτός Ανθώνα. Αυτό το τερατούργημα έφερε το τελικό χτύπημα στην περιοχή που δεν αναπνέει απο πουθενά καθώς δεν βρίσκεται ούτε κοντά στη θάλασσα ούτε μέσα στον ελαιώνα.

Σαν παιδί που μεγάλωσα σ’ εκείνη τη γειτονιά αναθυμάμαι τις μέρες του Ανθώνα. Οι γονείς μας μας έπαιρναν απο το χέρι και μας πήγαιναν βόλτες εκεί, αφήνοντάς μας να παίζουμε με τα άλλα παιδιά. Ο χώρος ήταν περιφραγμένος με κάγκελα γι αυτό το πάρκο ήταν ακίνδυνο. Ειδικοί κηπουροί περιποιούνταν τα δέντρα και τις πρασιές, ποτίζοντάς τα και καθαρίζοντας με θρησκευτική ευλάβεια το χώρο.

Δεν επιτρέπονταν αδέσποτα ζώα κι έτσι ο τόπος ήταν υπόδειγμα υγιεινής γι αυτό οι γονείς μας επέτρεπαν να παίζουμε με τα χώματα, να γεμίζουμε και να αδειάζουμε τα κουβαδάκια μας και να τρέχουμε πάνω κάτω στις μικρές αλέες και τα δρομάκια που ήταν στολισμένα με ασβεστωμένες πέτρες.

Σε κάποια άκρη του Ανθώνα υπήρχε ένα καφενείο, απο εκείνα τα παλιά παραδοσιακά καφενεία με ξύλινες ψάθινες καρέκλες και στρογγγυλά μεταλλικά τραπεζάκια σε μπλέ χρώμα. Τα παραδοσιακά γλυκά του κουταλιού, η σουμάδα και ο ελληνικός καφές σερβίρονταν στο καφενείο.

Ωστόσο έντονα στη σχεδόν νηπιακή μου μνήμη καταγράφηκε η περίοπτη πίστα του χορού. Θυμάμαι έντονα τα βράδυα που τα ζευγάρια χόρευαν υπό τους ήχους ζωντανής ορχήστρας. Εμείς ήμασταν μικρά και δεν πηγαίναμε στους καλοκαιρινούς χορούς του Ανθώνα. Και οι γονείς ήταν της εκκλησίας κι έτσι δεν συνηθίζοταν τότε να συμμετέχουν σε τέτοιους ευρωπαϊκούς χορούς.

Αλλά η κυρά Ζωή με τον κυρ Πάνο, η κυρία Αίθρα με τον καμαρωτό Βασίλη της περνούσαν απο τη γειτονιά καλοντυμένοι κι αρωματισμένοι. Εκείνες ντυμένες με τουαλέτες απο μεταξωτό ταφτά κι εκείνοι με κουστούμια και γυαλιστερές γραβάτες.

Θυμάμαι μέχρι αργά τη νύχτα να φτάνουν οι μουσικές τρυφερές, ρομαντικές και να με συνεπαίρνουν και να με κάνουν να ονειρεύομαι πως μια μέρα θα συναντήσω τον πρίγκηπά μου για να με στροβιλίζει στους ρυθμούς του βάλς και του ταγκό.

Ο πρίγκηπας ήρθε πολλά χρόνια αργότερα και με έπαιρνε κάθε μέρα απο τα σκαλοπάτια του παιδικού σταθμού του πρώην Ανθώνα να με πηγαίνει με την παρέα μου στο Κάστρο για μπάνιο.

Κανένας δεν θυμόταν τον Ανθώνα , ούτε τη βοή των ευκαλύπτων όταν φυσούσαν δυνατά οι ανέμοι, ούτε το άρωμα των λουλουδιών της νύχτας... Κανένας! Μόνον το μικρό κορίτσι που τα κατέγραψε στο σκληρό δίσκο της τρυφερής μνήμης!

Καιρός να ξαναγίνει ο Ανθώνας κέντρο της πόλης, πνεύμονας ζωής και χαράς!

Wednesday, May 29, 2019

Ο Ξενοφώντας Βεργίνης των Απέραντων Οριζόντων!




Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Μετά λόγου γνώσεως και εν όψει εκλογών σας αποκαλύπτω πως αυτήν την εποχή γράφω τη βιογραφία του συμπολίτη μας δρος Ξενοφώντα Βεργίνη, ενός πολιτικού ανδρός με μεγάλο ανάστημα, ενός ανθρώπου που θα πρέπει να εκπροσωπήσει τη Λευκάδα στο επόμενο Κοινοβούλιο για να την βάλει στην τροχιά της ποιοτικής ανάπτυξης.

Μετά απο πολύωρες συνεντεύξεις κατά την παραμονή μου στη Λευκάδα το περσινό καλοκαίρι, μου προέκυψε ο απόλυτος θαυμασμός για τον πολιτικό άνδρα που μπορεί να προωθήσει τα πάγια ζητήματα του τόπου μας στη νέα Βουλή.

Σας αποκαλύπτω λοιπόν τον πρόλογο του βιβλίου μου για να πάρετε μια γεύση περί όσα δεν γνωρίζετε για το δικό μας Φώντα:



ΑΝΤΙ ΠΡΟΙΜΙΟΥ

(Απο την βιογραφία του Ξενοφώντα Βεργίνη την οποία συγγράφω με μεγάλη συγκίνηση για την εμπιστοσύνη του αυτή την εποχή -Εκδόσεις Ωκεανός)

Σε μια εποχή που οι αξίες λιγοστεύουν, που η πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας φτωχαίνει διαρκώς καθώς τα νέα πρόσωπα υπολείπονται των προκατόχων τους, ευτύχησα να γνωρίσω απο κοντά τον Ξενοφώντα Βεργίνη, ένα πολιτικό άνδρα που αγωνίζεται απ’ όλα τα μετερίζια για την πρόοδο και αναβάθμιση του σύγχρονου πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα .

 Ο Ξενοφών Βεργίνης αποτελεί διαχρονικό πολιτικό πρόσωπο στον καμβά της ιδιαίτερης πατρίδας μου, της όμορφης Λευκάδας. Καθηγητής πανεπιστημίου, πολιτικός, επιχειρηματίας, άνθρωπος και συνάνθρωπος έγινε το σύμβολο του Ελληνικού ονείρου, που ήταν η μεταπολεμική έξοδος απο τον περιορισμένο ορίζοντα της φτωχής επαρχίας.

Έχοντας βιώσει τον απόηχο του Β Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής, της μεταπολεμικής Ελλάδας, της δικτατορίας, της μεταδικτατορικής Ελλάδας με το πτυχίο του δασκάλου και αργότερα με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά του στην Οικονομία, αποτελεί την ενσάρκωση του επιτυχημένου ‘Ελληνα του 20ου αιώνα, που πάλεψε για Παιδεία κι Ελευθερία κατακτώντας την θέση του στη σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

Με αυτά τα δεδομένα και θέλοντας να καταγράψω την ιστορία του πολιτικού ανδρός που συμμετείχε στην ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη μέσα απο τους διαλόγους για την αγροτική πολιτική, θαύμασα το μυαλό του, το πολιτικό κριτήριο αλλά και τις γνώσεις του πάνω στο γνωστικό αντικείμενο της Αγροτικής Οικονομίας. Θαύμασα την εξέλιξή του από παιδί της αγροτιάς στους Τσουκαλάδες σε ισότιμο συνομιλητή του εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή, του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και όλων των ηγετών που έγραψαν την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.

Ετσι τον πλησίασα  να του γράψω τη βιογραφία, πιστεύοντας πως ο Ξενοφών Βεργίνης αποτελεί ένα σιωπηρό κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς υπήρξε μοχλός στον εξευρωπαϊσμό της αγροτικής πολιτικής μας.

Συνομιλώντας όμως μαζί του αλλά και με άτομα του περιβάλλοντός του ανακάλυψα το άνθρώπινο πρόσωπο του Ξενοφώντα Βεργίνη. Περιηγήθηκα τους Τσουκαλάδες, ένα απομονωμένο χωριό της Λευκάδας, λίγο ορεινό λίγο πεδινό, όπου γεννήθηκε έβδομος στη σειρά σε μια πολυμελή οικογένεια που δεν είχε να ταϊσει άλλα παιδιά.

Έζησα τη φτώχεια της οικογένειας την εποχή της κατοχής, το στρίμωγμα στο κατώι, τη σειρά των παιδιών να πάρουν λίγη ζέστη μπροστά απο την πυροστιά τους υγρούς χειμώνες της Λευκάδας... Είδα με με τα μάτια μου το αγόρι που προοριζόταν να βόσκει πρόβατα για να βοηθήσει την οικογένειά του να δραπετεύει  διαβάζοντας κρυφά κάτω από τα λιόδεντρα. Είδα τα μάτια να φεγγοβολούν, είδα την εξυπνάδα και το σχεδιασμό του μελλοντος να ανατρέπει τα δεδομένα της ζωής του.

Τον παρακολούθησα νοερά να κατεβαίνει στη Λευκάδα με τα πόδια και να ανεβαίνει την ανηφόρα των Τσουκαλάδων δέκα χιλιόμετρα κάθε μέρα για να κερδίσει την παιδεία στον Γυμνάσιο της Λευκάδας. Τον είδα μουσκεμένο απο τις ατέλειωτες βροχές του σαραντάημερου να αγωνίζεται να κερδίσει μια θέση στον ήλιο μελετώντας με πάθος και αφοσίωση τα μαθήματά του.

Τον είδα να παίζει ανέμελα με τα πολλά αδέρφια του, να σκαρφαλώνει στην αγκαλιά της αδερφής του της Πεπονιάς για να τον μεταφέρει στα χωράφια... τον είδα να πέφτει να ματώνει τα γόνατα και να σηκώνεται τινάζοντας τα χώματα για να ακολουθήσει μια  ζωή πέρα από τον ορίζοντα. Α! Ναι ο ορίζοντας ήταν απέραντος κι αυτός έγινε στόχος του, να δει την όχθη πέρα απ΄τον ορίζοντα.

Αυτές οι σκηνές της ζωής του Ξενοφώντα Βεργίνη και άλλες πολλές περνούν μέσα απο τη βιογραφία του, ορίζοντας και καθορίζοντας το παιδί που αγωνιούσε να περάσει πέρα από τον ορίζοντα της μικρής του ύπαρξης, του στενού του κύκλου και της περιορισμένης Λευκάδας ...

Μέσα απο τη βιογραφία  ανακαλύπτει κανείς ποιά δύναμη οδήγησε το παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας απο τους Τσουκαλάδες της Λευκάδας στην Αθήνα του χάους και των ευκαιριών. Μέσα από τις σελίδες αυτής της βιωματικής αφήγησης προκύπτει ο άνθρωπος πίσω απο τον πολιτικό, τον ακαδημαϊκό, τον επιχειρηματία.

Νιώθω τυχερή κι ευλογημένη που ένας άνδρας αυτού του αναστήματος εμπιστεύθηκε την ζωή του στην πένα μου, αναθέτοντάς μου την προσωπική και πολιτική βιογραφία του.

Ζώντας την παιδική του ηλικία από τις δικές του αφηγήσεις αλλά και απο τις αφηγήσεις της οικογένειάς του, εκτίμησα τον άνθρωπο, τον αγωνιστή τον οραματιστή μιας Ελλάδας και μιας Λευκάδας με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ανακάλυψα τις στροφές που έκυβε ο δρόμος σε μια πορεία διαρκούς ανόδου.

Μέσα από τον πολιτικό διάλογο μαζί του έμαθα όλη την ιστορία του 20ου αιώνα για την Ελλάδα και τη Λευκάδα μου. Πληροφορήθηκα τους αγώνες για την εισδοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το πέρασμα απο την αγροτική στην αστική Ελλάδα!

Ο Ξενοφών Βεργίνης μπορεί άξια να διεκδικήσει τον τίτλο του αρχιτέκτονα της Ελληνικής Αγροτικής Πολιτικής μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, μπορεί να δρέψει δάφνες για όσα έπραξε ως διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας, ως διοικητής του ΟΓΑ αλλά και ως βουλευτής Λευκάδας.

Ο Ξενοφών Βεργίνης συνεχίζει ακάματος την πορεία του στην πολιτική και αληθινή ζωή ταγμένος να εξαντλήσει τον ανεξάντλητο ορίζοντα των προοπτικών!