ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Friday, July 11, 2008

Aρωμα Υάκινθου στη Μαδρίτη

Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Απο τη συλλογή διηγημάτων του εγχειριδίου Στις Αγορές του Κόσμου

Απροετοίμαστος για τον έρωτα, ανοχύρωτος απέναντι στην καταιγίδα βρέθηκα στην αυτοκρατορική πόλη. Σύνεδρος ενός άχρωμου συνεδρίου απ αυτά που διοργανώνονται με τις ντουζίνες κάθε χρόνο στη Μαδρίτη. Ενας στεγνός γραφειοκράτης με καλοσιδερωμένα κοστούμια στις βαλίτσες κι ασορτί γραβάτες κατέφθασα στο Ρίτζ σαν μέρος ενός προδιαγεγραμμένου όλου.

Την ώρα που υπέγραφα ανυποψίαστος την παραμονή μου στον χαμογελαστό ρεσεψιονίστ αφήνοντας ως παρακαταθήκη το διαβατήριό μου ένιωσα ένα βαρύ αρωματισμένο ίσκιο. Μιά ζάλη με συνεπήρε σα ν’ αναποδογύριζε το τοπίο μπροστά στα μάτια μου. Γύρισα το βλέμμα προς τα κεί, απο όπου ερχόταν η ανείπωτη μυρωδιά των υακίνθων. Κι αντίκρυσα μια γυναίκα μελαχρινή και δακρυσμένη, μια απαρηγόρητη έυθραυστη γυναίκα με δύο μαύρα μάτια σα λίμνες που είχαν πλημμυρίσει απο τα νερά της βροχής.

Εμεινε η ανάσα μου καρφωμένη στο σημείο μηδέν μην τύχει κι ακουστεί , μην τύχει και διακόψω τα δάκρυά της, μην ξεκλέψω τούτη τη μοναδική αφοσίωση στο κλάμα της. Εκαμα με βουβό νόημα ένα σσσς... στον υπάλληλο της ρεσεψιόν να γίνει κι αυτός συνένοχος της θλίψης της.

Πέρασε απο μπροστά μας σα να μή μάς είδε. Τα απαλά της αναφιλλητά καταργούσαν το χώρο και το χρόνο οριοθετώντας τη σιωπή μέσα στο σύννεφο των υακίνθων της . Η λεπτή σιλουέτα κατευθύνθηκε στο μεγαλοπρέπές σαλόνι με το μπαρόκ ουρανό. Τα χρυσοποίκιλτα παχουλά αγγελάκια της χαμογελούσαν απο ψηλά ανυποψίαστα για τον καταιγισμό των δακρύων της. Εμοιαζαν ασήμαντα και γελοία μπροστά στο μελαχροινό πόνο που ανάβλυζε απο το μέρος της καρδιάς. Νόμιζα πως θα τρελλαινόμουν απο την υπόκωφη βοή του σπαραγμού της, πως ξαφνικά θα πάθαινε συγχρονισμό ο χτύπος της καρδιάς μου με τους ρυθμούς των αναφιλλητών της κι εκεί ακριβώς θα τέλειωνα σα μια παλιά γέφυρα που την κατάργησε ο φυσικός νόμος.

Την παρακολούθησα να κάθεται με μια αεράτη κίνηση στη φαρδειά πολυθρόνα με τα ξυλόγλυπτα χερούλια. Ηθελα να τρέξω να πιάσω τους καρπούς της να τους αποθέσω απαλά πάνω στο στήριγμα απο φόβο πως θα της τρυπούσαν το διάφανο δέρμα. Το φόρεμα σκέπαζε μόνο τους ώμους της. Σαν ιερόσυλος παρατηρούσα το λεπτό σκελετό της που κούρνιαζε κάτω απο το μαύρο φουστάνι καλύπτοντας το σώμα μέχρι τις λευκές γάμπες. Κάθε της κίνηση κορύφωνε την αγωνία μου καθώς ανάδινε μιά δόση πνοής απο το άρωμα των υακίνθων.

Ηθελα να ακινητοποιήσω τον περιβάλλοντα χώρο, να μην επιτρέψω σε κανένα να διακόψει την παράδοσή της στον απόλυτο πόνο. Με γέμιζε ένοχη ικανοποίηση το κλάμα της που κατέβαινε βουβό απο τα μάτια αυλακώνοντας το αλαβάστρινό πρόσωπό της. Πονούσα κι εγώ απο την ικανοποίηση της τέλειας στιγμής.

Μια ισπανίδα θεά, μια χορεύτρια που άλλες ώρες ίσως να τύλιγε το σώμα της σε κατακκόκινη στόφα για να χορέψει φλαμέγκο χτυπώντας με πάθος τα τακούνια στη γή, καθόταν λίγα βήματα πιό πέρα με την ανάσα της ν΄ανεβοκατεβαίνει λυγμικά απο ένα άγνωστο πόνο. Ερμαιο στην αδηφάγα ματιά μου,μόνη κι εύθραυστη, ξέπλενε το δώρο της ομορφιά της στα δάκρυα αναπέμποντας το άρωμά της.

Με συνέλαβε απροετοίμαστο η στιγμή, ανίκανο να μαζέψω το νού μου, ανώριμο να κάμω ένα βήμα, άλαλο να της μιλήσω. Με μικρά αθόρυβα βήματα χορτασμένος απο την πνοή του υάκινθού της απομακρύνθηκα για να μη χαλάσω την τελειότητα. Ξεχύθηκα έξω απο το ξενοδοχείο στη λεωφόρο των δέντρων που δεν είχα την ψυχραιμία ούτε να τα προσέξω. Στο βάθος το πάρκο Del Retiro με το πλούσιο πράσινο και τη λίμνη που έβγαζε στους Βοτανικούς Κήπους με άφησε εντελώς αδιάφορο. Δεν με παρηγορούσε μια βόλτα στους γεωπονημένους και συντεταγμένους κήπους με τα πλούσια συντριβάνια. Είχα ανάγκη να συντονίσω την αναστάτωση της ψυχής μου με τη ρευστή κι ανάστατη ατμόσφαιρα της πόλης. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε κόσμος. Χώθηκα κι εγώ μέσα στο πλήθος κουβαλώντας μαζί μου την εικόνα της.

Με βασάνιζε το αίνιγμα του πόνου της. Χίλιες δυό υποθέσεις περνούσαν απο το μυαλό μου και ανακατευόνταν με τα αυτοκρατορικά κτίσματα, την πλατεία των ανακτόρων, τα πάρκα που περνούσαν μπροστά απο τη θέα μου μέσα απο τα σκονισμένα τζάμια του λεωφορείου. Αίφνης σα να μού φάνηκε πως άκουσα ελληνικά . Γύρισα τα μάτια αλλά δεν αναγνώρισα τίποτε οικείο. Συνέχιζα να κοιτάζω με αναίδεια τα πρόσωπα των γυναικών μήπως ανακαλύψω κάτι απο το μάυρο βελούδινο βλέμμα της γυναίκας του υακίνθου. Ξεθάρρεψα και άπλωνα την εξεταστική μου ματιά στους άντρες. Κάποιος απ’ αυτούς τους μελαχροινούς αρσενικούς με τα αρμονικά χαρακτηριστικά μπορεί και να ήταν ένοχος για τα καυτά της δάκρυα. Αφριζε η ψυχή μου απο ένα ανεξήγητο θυμό κι έσφιγγα τις γροθιές μου για επίθεση.


Σε κάθε στροφή του δρόμου με καταδίωκαν τα φρένα του λεωφορείου που έτριζαν σαν τις πανοπλίες των ιπποτών της Μαδρίτης. Ο Δόν Κιχώτης με τον Πάντσο πήραν τη θέση τους στους συνειρμούς μου χαρίζοντάς μου ένα νοσταλγικό ερέθισμα της μνήμης. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ποτέ δεν με έπεισε ο δον Κιχώτης. Εγώ ήμουν παράγωγο του Λούκυ Λούκ. Και μέσα σ’ αυτή την πεζή διαπίστωση η καρδιά μου έγερνε απο το αβάσταχτο βάρος ενός πρωτόγνωρου έρωτα για μια γυναίκα που δεν τόλμησα να γνωρίσω.

Εφερα γύρο όλη την πόλη με το λεωφορείο. Μέσα σε μια ασαφή ονειροπόληση περνούσαν απο μπροστά διάφορα μεγαλόπρεπα κτίρια μαζεμένα στην καρδιά της πόλης. Αλλοτε θα έδινα σημασία στον καθεδρικό της Αlmudena, γιατί είχα μια προσήλωση στα θρησκευτικά μουσεία των λαών. Ισως να με συνέπαιρνε η θέα του Δημαρχείου ή οι φοντάνες με τα αγάλματα των ισπανών βασιλιάδων και των ηρώων τους. Ισως να με εκνεύριζε κιόλας η καινούρια πόλη με τους ουρανοξύστες και τα σκόρπια χτίσματα που νομιμοποιούνται στο όνομα του Πάμπλο Πικάσο, που επικαλύπτονται απο τις ζωγραφιές του Ντε Μίρο και απο κάποια επιπόλαια αγγίγματα της αισθητικής του Σαλβατόρ Νταλί. Αλλά εγώ αντλούσα απόλαυση μόνο απο τα πρόσωπα των συνεπιβατών μου.

Κατέβηκα στη στάση για το μουσείο Prado. Περίμενα υπομονετικά στην ουρά για ένα εισιτήριο.Ολη η παρατηρητικότητά μου στους επιβάτες του λεωφορείου λίγο πρίν, μεταβλήθηκε ξαφνικά σε μια αιρετική απάθεια για τους τουρίστες-συνδαιτυμόνες μου στο μουσείο.Μπήκα μέσα και παρέλειψα επιδεικτικά να περιπλανηθώ στους μεγάλους ισπανούς ζωγράφους σαν τον Velázquez και τον Goya και τον Ribera . Ηρθα αποκλειστικά εδώ για να σταθώ ακίνητος μπροστά στους πίνακες του Ελ Γκρέκο.Εβαλα πίσω μου τις νωπές εντυπώσεις, τη συγκίνηση της μέρας νιώθοντας την ανάγκη να ταυτιστώ με κάτι δικό μου αλλά εις μάτην.

Ασκητικές μορφές, λιτός πόνος κι ένα ασήκωτο βάρος στο μέρος του Σταυρού. Σα να εξαργύρωνε ο Θεοτοκόπουλος το ταλέντο του εξαγοράζοντας την εύνοια του Θεού του.Αυτές οι σκέψεις κατέκλυζαν το νού μου, χιλιοειπωμένες και μονότονες σα ν’ ανάβλυζαν απο τα πέτρινα χρόνια του σχολείου. Οχι πως είχα την ικανότητα να συγκεντρωθώ, να παρατηρήσω έστω και το ελάχιστο.Κι αυτό γιατί η εικόνα της γυναίκας του ξενοδοχείου ερχόταν εντονότερη τώρα να καταργήσει την ελάχιστη ευχαρίστηση που μού έδινε η θέα προς τους πίνακες.

Το αλαβάστρινο πρόσωπό της, τα βελούδινα μάτια,τα ήρεμα δάκρυα, τα σιωπηλά αναφυλλητά κατέκλυζαν την ύπαρξή μου και με συγκλόνιζαν ολάκερο. Πόσο θάθελα νάμουν ζωγράφος, να αποτυπώσω αυτή την ιέρεια του πόνου σ’ ενα κομμάτι μουσαμά. Αλλά μού λείπει και το παραμικρό εργαλείο έκφρασης. Είμαι ένας στεγνός πολίτης σαν τους ατάλαντους όλους.

Ζηλεύω το Θεοτοκόπουλο , ζηλεύω τους ζωγράφους, τους ποιητές, τους λογοτέχνες . Ζηλεύω τους φωτογράφους γιατί κι αυτοί έχουν μια ψυχραιμία που εμένα μού λείπει ολότελα. Εγώ το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ τη ώρα που με συγκλόνιζε σαν κύμα ο άγνωστος έρωτας ήταν ν’ ακινητοποιήσω τη στιγμή, να κρατήσω για πάντα εκεί αιχμάλωτη στον πόνο τη γυναίκα των δακρύων.Αυτή θάταν η ολοκλήρωσή μου.

Το Prado είναι λίγα βήματα απο το Ρίτζ. Παίρνω το δρόμο της επιστροφής καταπονημένος απο το μεσημεριάτικο ήλιο της Μαδρίτης. Αυτές οι ακτίνες που στην Αθήνα με γεμίζουν αισιοδοξία, εδώ τρυπούν το μεδούλι αποστάζοντας μια δόση ανικανοποίητου, που δεν ήξερα πως ήταν συστατικό του οργανισμού μου.

Καθώς οδεύω προς το ξενοδοχείο, που μπορεί να έχει αδειάσει απο την παρουσία της, διάφορες ιδέες με κυριεύουν.Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι γιατί οι ισπανοί χορεύουν μέχρι τελικής πτώσεως λιώνοντας τα τακούνια τους, συνθλίβοντας τα δάχτυλα στις κλακέτες. Για να κάνουν επίδειξη του νάρκισου πάθους τους.Τώρα κατανοώ το αυθάδικο ταγκό τους, όπου αντί να αγκαλιάζονται και να νιώθουν καυτές τις ανάσες ο ένας του άλλου, επιδίδονται σε αυτάρεσκες φιγούρες. Για να κερδίσουν το θαυμασμό του ακροατηρίου. Τώρα συνειδητοποιώ γιατί χώνουν επιδεικτικά στα μάτια του αχρωματόπτη ταύρου τα κόκκινο μαντήλι, παρασύροντας το κοινό σε χειροκρότημα βάζοντας στοίχημα με τη ζωή τους. Για το πέρασμα στην αιωνιότητα.

Τα βήματά μου φτάνουν στην είσοδο του ξενοδοχείου. Μετά απο τόσες ώρες περιπλάνησης στην πόλη, το μόνο που ελπίζω είναι να μην έχουν στεγνώσει τα δάκρυά της, αυτά που σαν παχύς χείμαρρος με παρέσυραν στη Μαδρίτη μηδενίζοντας τις εντυπώσεις μου τις οποίες θα άγρευα αχόρταγα σε άλλη περίπτωση. Η καρδιά μου πάλλεται απο αγωνία και φόβο μήπως δεν είναι εκεί. Η πολυθρόνα της είναι στραμμένη με την πλάτη προς τα μένα. Ενα σύννεφο καπνού αναδύεται προς τον ουρανό με τα βεβαρυμένα απο το χρυσή πάστα αγγελάκια. Προτιμώ την ψευδαίσθηση πως χύνει ακόμη ποταμούς δακρύων, βουβών και ανεξήγητων.

Ηρθα στη Μαδρίτη απροετοίμαστος για ένα ξαφνικό έρωτα, ανοχύρωτος για μια επέλαση ψυχής...Ενας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου μπολιασμένος απο την αίσθηση του ανικανοποίητου και της ατολμίας μου. Μα ποιός είμαι επιτέλους για ν’ αντέξω την αβάσταχτη ομορφιά μιάς γυναίκας; Ας υποκύψω λοιπόν στο καλοβολεμένο μου είναι. Αύριο αναχωρώ για την Αθήνα.

Tuesday, July 8, 2008

Ομογένεια και γενικότητες

Με αφορμή το συνέδριο της ΑΧΕΠΑ στην Ελλάδα αλλά και τις διάφορες δραστηριότητες του ΣΑΕ, οι φακοί της δημοσιότητας στράφηκαν πάλι στην ομογένεια μ’ ένα τρόπο γραφικό και επιπόλαιο, όπως συνηθίζεται στη μακρινή πατρίδα.

Στο πλαίσιο αυτό η εκπομπή Ανεμολόγιο φιλοξένησε μια θεματική ενότητα με επίκεντρο την Ομογένεια. Κι ενώ είχαμε ετοιμασθεί μετά της Δεσποινούλας και Μελισσούλας να συμμετάσχουμε καταθέτοντας την εμπειρία μας στον αέρα, μεσολάβησε ένα ακαταλαβίστικο ένθετο κι έτσι τα κορίτσια δεν βγήκαν.

Εγώ χάθηκα στα μπάρμπεκιου καθώς φιλοξενώ από χθές τη συνάδελφο και φίλη μου Ιωάννα Κολοβού μετα του γιού της Αντώνη. Ετσι, δεν κατάλαβα τί έτρεχε το πρώτο τρίωρο. Ακουσα μόνο κάποιον παραπονεμένο Ελληνα της Γερμανίας να λέει τα δικά του και αποφάσισα να παρέμβω γιατί απεχθάνομαι τη γενίκευση και την προχειρότητα σε θέματα σοβαρά όπως είναι ο Απόδημος Ελληνισμός.

Ετσι έκανα μια διορθωτική παρέμβαση -πολύ αργά και πολύ γενικά- λόγω έλλειψης χρόνου. Πάντως, αναφέρθηκα στις μπλογκογειτόνισσες που δεν μίλησαν κι ένα σύνδρομο στέρησης με κατακυρίευσε.

Σε μια άλλη εκπομπή με θέμα Τις Μπλογκογειτονιές του Κόσμου, ίσως να χαρώ τις φωνούλες τους. Πάντως, δεν έχω ακόμη καταλάβει τί έγινε χθές βράδυ απο τη 1 μέχρι τις 2 το πρωί στο Ανεμολόγιο!

Τέλος, μπορείτε να ακούσετε το απόσπασμα της εκπομπής όπου κατέθεσα τη δική μου άποψη για την ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ! (όπως τη ζώ απο κοντά).

Φιλιά λουσμένα σε ήλιο.

Saturday, July 5, 2008

Θεματική βραδιά: Φεγγάρι μου χλωμό

Το πόστ αυτό το αφιερώνω εξαιρετικά στην Αλεξάνδρα Μπλάνα, που ως Ανεμολογίτισσα με προσκάλεσε στο Ανεμολόγιο του Κωνσταντίνου Λαβίθη, στον ραδιοφωνικό σταθμό SKY FM την περασμένη Παρασκευή.

Πέρασα όμορφα γράφοντας το κείμενο για το φεγγάρι, μιλώντας με τον Κωνσταντίνο απο ραδιοφώνου και διαβάζοντας το εφημεριδάκι των Ανεμολογιτών στην ιστοσελίδα τους. Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με φαντασία και πάθος, κι αυτό με κάνει ν΄ανασαίνω.

Την Αλέκα θα την βρείτε στο ιστολόγιό της:

http://gefyrismoi.blogspot.com/

Α! Ξέχασα να σας ζητήσω να μου παίξετε το θρυλλικό Χάρτινο το Φεγγαράκι του Μάνου Χατζηδάκι. Παραγγελιά για τη Δευτέρα!

Ιουστίνη


Απ’τους Ανεμολογίτες

Ακούστε απόσπασμαhhh
hπου φιλοξενεί συνέντευξηh
hτης Ιουστίνης Φραγκούληh

Φεγγάρι μου χλωμό
Της ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ*

Φεγγαράκι μου λαμπρό/Φέγγε μου να περπατώ…

Έτσι καταγράφηκε το φεγγαράκι στην παιδική μου μνήμη ως σημείο αναφοράς των σκλαβωμένων Ελληνόπουλων που πήγαιναν κρυφά στις εκκλησιές τις νύχτες να μυηθούν στα γράμματα και την Ορθοδοξία.

Το λάτρεψα στα παιδικά μου χρόνια γιατί έφεγγε την στράτα μου εκεί στα σκοτεινά σοκάκια της μικρής πολίχνης μου, όπου ο ουρανός ντυνόταν κατάμαυρος μετά την πρόωρη δύση του χειμωνιάτικου ήλιου.

Μου άρεσε να το θωρώ τις καλοκαιρινές νύχτες όταν έβγαινε τη βόλτα του στον ουρανό μέσα απο τα βουνά της Λάμιας βιαστικό και ανυπόμονο πριν ακόμη καλά καλά ο ήλιος πάρει τη νυχτερινή του βουτιά στη θάλασσα. Αυτό το ετερόφωτο φεγγάρι ξεπρόβαλε μεγάλο και καμαρωτό κάνοντας ζήλιες στον ηλιάτορα που αναχωρούσε γι΄ άλλες πολιτείες. Πόσο τολμηρό και αγνώμον φεγγάρι, συλλογιζόμουν συχνά πυκνά εκείνες τις ώρες που ο νους και οι ιδέες δεν είχαν ακόμη σχετικοποιηθεί μέσα μου!

Λάτρευα να βλέπω να μαζεύονται μέσα του τα συννεφάκια και να δημιουργούνται σχήματα, που προσπαθούσα να ερμηνεύσω με το παιδικό μυαλό μου. Κι όταν στο τέλος του κύκλου του γινόταν μια στενή φέτα, τότε ήθελα να πετάξω μέχρι εκεί σαν τον Μικρό Πρίγκιπα να κάνω αιώρα στη χλωμή αγκαλιά του.

Κι ύστερα στα χρόνια του γυμνασίου το φεγγαράκι έγινε σελήνη με τον πύραυλο Απόλλωνα ΙΙ να προσγειώνεται στο έδαφός του. Ολάκερη η πόλη κολλημένη στην ασπρόμαυρη τηλεόραση να χαζεύει το φαντασμαγορικό πάτημα του ανθρώπου στο φεγγάρι. Κι ο παππούς μου να με παίρνει παραδίπλα να μου ψυθυρίζει στ’ αυτί πως αυτό είναι μια απάτη, μια καλοστημένη προπαγάνδα των Αμερικάνων για να πιστέψει η υφήλιος πως μπορούν να κατακτήσουν όλο το σύμπαν.

Το απέρριψα το πατημένο απ΄ τους ανθρώπους φεγγάρι, που έτσι κι αλλιώς ήταν θύμα της πλεκτάνης ενός λαού που δολοφονούσε προέδρους και πολιτικούς. Είχα θυμώσει τόσο πολύ μαζί του, που δεν κοίταζα κατά το μέρος του στις βραδινές εξόδους. Άλλωστε, η γειτονιά είχε φωτισθεί με ηλεκτρικές κολώνες.

Ξαναφιλιώθηκα με το φεγγάρι στα φοιτητικά χρόνια, όταν στο γέμισμά του ξεσηκωνόμασταν και τρέχαμε στις παραλίες με όλα τα παιδιά της παρέας ν΄ ανάψουμε φωτιές, να κολυμπήσουμε στα νερά που γίνονταν ασημένια από την αντανάκλαση του. Στις πανσέληνους αφήναμε με την αδελφή μου τα παράθυρα του υπνοδωματίου μας ανοιχτά να μην κοιμηθούμε όλη τη νύχτα για να φτιάξουμε ιστορίες του φεγγαριού κι ας ήμασταν γυναίκες πια.

Εκείνη είχε άλλη σχέση με το φεγγάρι, το κοίταζε κατάματα κι εγώ της έλεγα να χαμηλώσει το βλέμμα μην κάψει τη ματιά της. Αλλά η μικρή μου αδελφή δεν χόρταινε να το ρουφάει, να παίρνει από την ετερόφωτη λάμψη του λες και ήξερε πως και τούτη η αγάπη της θάταν περαστική.

Στο Μόντρεαλ το φεγγάρι έχει δυο πρόσωπα. Το χειμώνα γίνεται μεγάλο και φωτεινό ακόμη και στο τελείωμά του. Λάμπει σαν το βόρειο σέλας ολάκερες τις νύχτες αντανακλώντας το φως του χιονιού, δίνοντας λάμψη στη λευκή παγωμένη ατμόσφαιρα. Σα να πανηγυρίζει το χειμώνα τούτο το μεγάλο φεγγάρι, μου φαίνεται, που εξοστρακίζει τον ήλιο από νωρίς το απόγευμα για να μονοπωλήσει τις πολιτείες του βορρά.

Κι όταν έρχεται το καλοκαίρι, εδώ στην πόλη μου το φεγγάρι μικραίνει, χάνεται στα ύψη του ουρανού αφήνοντας λίγες άνευρες και μακρινές ακτίδες τις θερμές νύχτες. Πώς να διεκδικήσει θέση στον ορίζοντα όταν ο ήλιος, ο ηλιάτορας ,ο βασιλιάς ο ήλιος κάθεται στο θρόνο του 16 ώρες το 24ωρο;

Τότε το φεγγάρι χλωμιάζει από ντροπή γιατί δείχνει την αδυναμία του. Η φύση αποκαλύπτει πως δεν είναι παρά ένας ετερόφωτος δορυφόρος που ζει στο περιθώριο του ζωογόνου ήλιου.

Τότε βγαίνω στο μπαλκόνι της λίμνης και του τραγουδώ με μια καρδιά γεμάτη συμπόνια για την ταπείνωσή του:

Φεγγάρι μου χλωμό/Μάθε πως σ’ αγαπώ/Γιατί εσύ μόνο μπορείς/Στην πεταλούδα μου να πεις/Πως η ζωή μου έχει χάσει/Τη λάμψη της τη μαγική/Τρελό, ανυπότακτο φεγγάρι/Είμαι αφώτιστη, λειψή!

* Η Ιουστίνη Φραγκούλη είναι δημοσιογράφος και λογοτέχνις, ανταποκρίτρια του ΑΠΕ στο Μόντρεαλ.

Friday, July 4, 2008

Πρόσκληση στο Ανεμολόγιο του ΣΚΑΙ απόψε με το χλωμό φεγγάρι!

Την εκπομπή Ανεμολόγιο http://anemologio-skai.blogspot.com/ θα τη γνωρίζετε όσοι ακούτε πιστά κι επαναλαμβανόμενα το ιερό ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ (Ειρήσθω εν παρόδω πως αποτέλεσα μία απο τις πρωτεργάτριες της δημιουργίας του κατα τη λαμπρή περίοδο ).

Απόψε λοιπόν, μπορείτε να με ακούσετε κι εμένα ζωντανά στην εκπομπή, που αρχίζει στη 1 το πρωί (ώρα Ελλάδας) ή έξι το απόγευμα (ώρα ανατολικών ΗΠΑ) με θέμα το «Φεγγάρι μου Χλωμό». Η πρόσκληση ήρθε απο την ανεμολογίτισσα Αλεξάνδρα Μπλάνα και την ευχαριστώ πολύ όπως και το συνάδελφο Κωνσταντίνο Λαββίθη για την φιλοξενία στην εκπομπή του.

Ανεμολόγιο

Η νυκτερινή ζώνη του ΣΚΑΪ (1-5 το πρωί) εδώ και τρία σχεδόν χρόνια καλύπτεται από την εκπομπή "Ανεμολόγιο", όλες τις ημέρες εκτός από Σάββατο, του αγαπητού συναδέλφου μου Κωνσταντίνου Λαβίθη.

Η εκπομπή δίνει ένα βήμα λόγου στους ακροατές 3 φορές την εβδομάδα με ελεύθερο θέμα συζήτησης και τις άλλες 3 με συγκεκριμένο (θεματικές βραδιές) έχει σήμα κατατεθέν τον Λύκο και μουσικό χαλί αντίστοιχο (Νίκος Χατζηιωαννίδης-ηχολήπτης του ΣΚΑΪ).

Το τελευταίο έτος, 2-3 νέοι άνθρωποι δημιούργησαν μια σελίδα φίλων της εκπομπής όπου γράφουν σχόλια εκείνοι που παρακολουθούν μέσω διαδικτύου (από την Ελλάδα και από 30 χώρες όλων των ηπείρων).

Ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες είναι ο θεσμός των "Καλεσμένων" στις θεματικές βραδιές!

Wednesday, July 2, 2008

Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας με νέο μυθιστόρημα





Της Ιουστίνης Φραγκούλη


Τον γνώρισα στην εφημερίδα 24 Ωρες, όπου μας υποδέχθηκε ως προϊστάμενος του ειδικού τεύχους με καλωσύνη, γενναιόδωρία και μια μεγάλη αγαπητική αγκαλιά.

Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας ήταν ήδη φτασμένος δημοσιογράφος και τηλεοπτικός στάρ της κρατικής τηλεόρασης κι όμως έθεσε τον εαυτό του στη διάθεσή μας, αναγνωρίζοντας τα ιδιαίτερα ταλέντα ημών των νεαρών δημοσιογράφων.

Τον λάτρεψα εξ αρχής για την αρχοντιά του, τη γνώση του, την ανθρωπιά του και την προσήνειά του. Δούλεψα μαζί του με πραγματικό ενθουσιασμό καθώς το αφεντικό μας, ο Γιώργος Κοσκωτάς, μας έκανε να νιώσουμε πρίγκηπες στις νέες τότε εγκαταστάσεις της Γραμμής στην Παλλήνη.

Ανάμεσα στους δημοσιογραφικούς αστέρες ήταν ο Παύλος Αλέπης, η Ελλη Στάη, η Ολγα Τρέμη, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, η Σόνια Ζαχαράτου και άλλοι ώς ουκ έστι αριθμός. Στη δεύτερη γραμμή των ασκουμένων ήταν και η Αμάντα Μιχαλοπούλου, που δούλευε με προσήλωση στο μεταφραστικό τμήμα του ενθέτου μας.

Ετσι, οι 24 Ωρες έγιναν φυτώριο συγγραφέων θάλεγε κανείς, αν και κανείς μας δεν είχε υποπτευθεί τότε πως θα ξεφεύγαμε απο το ρεπορτάζ για να ανοιχτούμε στα πελάγη της συγγραφής. Πάντως, ο Δημήτρης πρώτος έβαλε το λίθο στη λογοτεχνική καριέρα με την υπέροχη βιογραφία του πατέρα του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Εκτοτε ακολούθησαν κι άλλα βιβλία του, το καθένα σμιλεμένο με τον ιδιαίτερο τρόπο του Δημήτρη.

Αυτό που λάτρεψα σε τούτο τον άνθρωπο ήταν πως ποτέ δεν σκιάστηκε η λαμπερή προσωπικότητά του απο τη φήμη του γεννήτορά του. Με το ταλέντο και τη λεβεντιά του χάραξε τη δική του πετυχημένη πορεία τόσο στη δημοσιογραφία όσο και στη λογοτεχνία και στην πολιτική.Είναι απο τα ελάχιστα παραδείγματα παιδιών που ακολούθησαν το σπαρτιάτικο ρητό : Αμες δε γεσόμεθα πολλώ κάρρονες! Γιατί ο Δημήτηρης έγινε κάρρων του πατρός του.

Αυτό το καλοκαίρι ο Δημήτρης διεκδικεί τους αναγνώστες με ένα νέο του μυθιστόρημα υπο τον τίτλο Η Τελευταία Καληνύχτα απο τις εκδόσεις Καστανιώτης. Πρόκειται για μια απόπειρα του Κωνσταντάρα να αποτιμήσει τη χαμένη γενιά του Πολυτεχνείου στην οποία εν πολλοίς ανήκε ο ίδιος και η παρέα του.



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

ΣΧΗΜΑ: 13x21,5 ΣΕΛΙΔΕΣ: 304 ΕΥΡΩ:16.00 Ι5ΒΝ: 978-960-03-4651.0



Όλοι εμείς. του '60 η γενιά, όπως και ο ήρωας της Τελευταίας Καληνύχτας. περάσαμε μέσα από γεγονότα που δεν πολυκαταλαβαίναμε, που θαρρούσαμε ότι μας δικαίωναν, που άρχισαν να μας υποψιάζουν, καθώς και μέσα από τα τανκς του Απρίλη του '67 που μας μαστίγωσαν. Επιζήσαμε. Χωρίς μεγάλες απώλειες. Και με γεμάτες μπαταρίες. Τελειώσαμε το πανεπιστήμιο δουλεύοντας από δω κι από κει, βγάζοντας χαρτζιλίκι, άλλος μεγάλο κι άλλος μικρό, δείξαμε ποιοι ήμασταν και τι θέλαμε δίχως να κρυφτούμε από κανέναν, γνωρίσαμε τις γυναίκες μας, που άλλοι τις κράτησαν κι άλλοι όχι. Το '67 «κρυφτήκαμε» ή απλώς επιζήσαμε λάθρα βιώνοντας, ματώσαμε λίγο ή πολύ, ή και καθόλου, μέσα ή και έξω από το Πολυτεχνείο, είπαμε τις αλήθειες και τα ψέματά μας, αμπαρωθήκαμε πίσω από μύθους που μόνοι μας φτιάξαμε και συντηρήσαμε, μπήκαμε στη ζωή με «τα μούτρα», ο καθένας στο δικό του «μεροκάματο», δεχτήκαμε ο καθένας τα δικά του τραύματα κι ανταμώσαμε τη μεταπολίτευση τραυματίες μεν αλλά ώριμοι. Όλα σχεδόν τα παιδιά της «χαμένης γενιάς», τα παιδιά που γεννήθηκαν στον εμφύλιο και λίγο μετά, πέρασαν μέσα από τις ίδιες μυλόπετρες. Εκτός βέβαια των ελαχίστων «εκλεκτών», που και σήμερα άλλωστε αποτελούν την αδιαφιλονίκητη νομενκλατούρα, διότι γι' αυτό ακριβώς γεννήθηκαν. Ένα απλό. σαν κι εμάς. παιδί είναι κι ο ήρωας της Τελευταίας Καληνύχτας. Όχι κραυγαλέο θύμα. Τυπικό. Γενναίο πριν από το τελευταίο του δρομολόγιο.
Δ.Κ.


Βιογραφικό σημείωμα

Ο Δημήτρης Κωνσταντάρας γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου εργάζεται και ζει έως σήμερα. Είναι γιος των ηθοποιών Λάμπρου Κωνσταντάρα και Γιούλης Γεωργοπού-λου. Αφού τελείωσε το σχολείο στην Αμερική, σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικών και Ελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Άσκησε τη δημοσιογραφία, από το 1968, επί τριάντα πέντε χρόνια στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Στην τηλεόραση, ειδικότερα, άρχισε να εργάζεται το 1976, ενώ στο ραδιόφωνο, με το ξεκίνημα της «ελεύθερης ραδιοφωνίας», το 1987. Ειδικεύτηκε στις τηλεοπτικές μεταδόσεις στίβου, τένις, ιππασίας, ενόργανης γυμναστικής, Φόρμουλας 1 και στα τηλεοπτικά Δελτία Ειδήσεων. Υπήρξε επίσης αθλητής στίβου και κολύμβησης στην Ελλάδα και την Αμερική. Το 2002 εξελέγη πρώτος νομαρχιακός σύμβουλος Αθηνών-Πειραιώς και το 2004 βουλευτής της Α' Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία. Στις εκλογές του 2007 δεν επανεξελέγη στο Κοινοβούλιο.
Έχει γράψει στίχους, μουσική, την ιστορία της Φόρμουλας 1, παραμύθια, διηγήματα, θεατρικά έργα, επιθεωρησιακά νούμερα, κινηματογραφικά σενάρια, τηλεοπτικές σειρές, καθώς και τα βιβλία: Λάμπρος Κωνσταντάρας -Μέσα απ'τα δικά μου μάτια, Απόψε θα σου ορκιστώ πως σ' αγαπάω, Στα δύσκολα σε θέλω, Το μαύρο κουτί, Δόξα χαι δάκρυ - Η ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων (σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέων), Γράμματα στον Παράδεισο, 24 Δευτερόλεπτα και Η τελευταία καληνύχτα. Ασχολήθηκε ενεργά με την προετοιμασία και τη διεκδίκηση από την Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων' του 1996 και του 2004. Σχεδίασε και οργάνωσε την τηλεοπτική παραγωγή των Πανευρωπαΐκών Αγώνων Ανοιχτού Στίβου του 1982, των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Κλειστού Στίβου του 1985, του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Κολύμβησης του 1991 και των Μεσογειακών Αγώνων, επίσης του 1991.
Έχει τιμηθεί με διακρίσεις, επαίνους, μετάλλια και με το Βραβείο Ελληνοτουρκικής Ειρήνης και Φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί».
Είναι παντρεμένος από το 1973 με τη Βίκυ Βουρλάκη, με την οποία έχουν δύο παιδιά, την Παυλίνα, σκηνοθέτρια και παραγωγό ραδιοφώνου, και τον Λάμπρο, δημοσιογράφο και παρουσιαστή τηλεοπτικών εκπομπών.