Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Monday, September 22, 2014

Απο το κάδρο της φωτογραφίας


 
Σαν σήμερα μίσεψες

Πάνε κιόλας δέκα χρόνια αφότου μας εγκατέλειψες μικρή Πεταλούδα της αδιάκοπης φυγής και η απουσία σου αντί να συνηθίζεται, χαράζεται βαθύτερα μέσα στο μυαλό και την ψυχή μου.Η απουσία σου κατέχει παραμόνιμη παρουσία στην καθημερινότητά μου, που έχει χάσει το χρώμα και το νόημά της.

 Σε αναζητώ παντού, στα καλοκαίρια και τους χειμώνες, στους τόπους που γυρνάω, στις στιγμές της γραφής. Σε κυνηγώ στις πεταλούδες που φτερουγίζουν γύρω μου πολύχρωμες και πλουμιστές. Σε βλέπω σαν αερικό να περνάς μπροστά μου στιγμές ανυποψίαστες και τρέχω να σε πιάσω , να σου μιλήσω, να σου πώ: Πέσμου γιατί;

Θυμάμαι που στα παιδικά μας κρεβατάκια στο πατρικό σπίτι της Λευκάδας κάναμε όνειρα πριν κοιμηθούμε, που εσύ ήθελες να γίνεις Πριγκίπισσα ντυμένη στα ρόζ να παντρευτείς ένα Γαλάζιο Πρίγκηπα κι εγώ σε κορόιδευα γιατί ήθελα απλά να παίζουμε κρυφτό και κυνηγητό στους δρόμους.

Που εσύ έπαιζες με τα καροτσάκια πηγαινοφέρνοντας τις κούκλες σου πάνω κάτω στη γειτονιά κι εγώ σου κατέστρεφα τα παιγνίδια, θέλοντας να σε παρασύρω στην ξενοιασιά του δρόμου. Που εσύ φύλαγες τους μπουναμάδες σου κι εγώ τους ξόδευα για σφυρήχτρες και μπάλες.

Που εσύ ήσουν προκομμένη και πάνσοφη, όμορφη, λεπτοδίνικη, περιποιημένη, κομψή, και ήσουν η αγαπημένη της μαμάς. Ησουν το μικροκαμωμένο μας κοριτσάκι που είχε μια θέληση μεγαλύτερη απο τη ζωή.

Κι όμως ήρθε ο σίφουνας, αυτός που λέγεται καρκίνος και σε παρέσυρε στο διάβα του. Οι γιατροί μας παρηγορούσαν πως ήταν ιάσιμο το νόσημα, πως τώρα πιά ο καρκίνος πολεμιέται με τα νέα μέσα, τις χημειοθεραπείες και τα τοιαύτα.

Και πήγαμε στους ειδικούς τους ογκολόγους κι εκεί κι εδώ και παραπέρα κι όλα τους τα μαντάτα ήταν ενθαρρυντικά. Μα εσύ ολοένα κατρακυλούσες στην ασθένεια και όμως μου έλεγες πως θα γίνεις καλά και πως θα ζήσεις. Κι εγώ σε πίστευα κι ας έβλεπα το σώμα σου να αλλοιώνεται, το κεφαλάκι σου ν΄αδειάζει απο μαλλιά, το πράσινο βλέμμα σου να είναι βυθισμένο στο άπειρο και το μηδέν. Σε ΄πίστευα κι ας άδειαζε το αίμα σου κι ας κάναμε τις μεταγγίσεις τη μιά πίσω απο την άλλη.

Στο Μόντρεαλ, όπου κι αν πήγαμε, στους ογκολόγους, στους πνευμονολόγους, μου το είπαν καθαρά: «Η αδελφή σας έχει μόνο τρείς μήνες ζωής, χαρείτε αυτό το χρόνο μαζί της». Κι εσύ το κρυφάκουσες κι είπες πάλι πως θα νικήσεις το θεριό και πως θα ζήσεις. «Μην τους ακούς, θα γίνω καλά», μου ψυθίρισες.

Ετσι κύλησε εκείνο το τραγικό καλοκαίρι του 2004, όπου η Ελλάδα είχε βάλει τα καλά της να υποδεχτεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Περνούσαν κάτω απο το σπίτι μας οι Μαραθωνοδρόμοι κι εσύ ήσουν καρφωμένη στο κρεβάτι του πόνου. Γέλια, χαρές, φωνές, νίκες, ρεκόρ κι εμείς είχαμε κάνει το Καλλιμάρμαρο-Αλεξάνδρα τη μόνη διαδρομή του βίου μας.

 Κι εσύ έφευγες και με ρωτούσες κάθε μέρα την ίδια ερώτηση: Πώς γίνεται εγώ, μια Πεταλούδα, να είμαι καρφωμένη στο κρεβάτι; Πώς;

Και τρέξαμε με τον αγαπημένο σου τον Τεντ μέχρι την Κούβα, να σου φέρουμε το φάρμακο του μπλέ σκορπιού, αγοράζοντας ψεύτικες ελπίδες απο αγύρτες. Στις λευκές παραλίες του Βαραντέρο όπου κάποτε εμείς οι δυό κολυμπούσαμε ανέμελα μας βρήκαν τα τραγικά νέα. Εφυγες λέει, έφυγες και δεν περίμενες να γυρίσω να σε ξαναδώ...

Υστερα ήρθαν τα υπόλοιπα, η κηδεία στην ενορία του πατέρα μας, η Φιλαρμονική με τον Μπάχ, τα δάκρυα της οικογένειας, και το βύθισμά σου στα σπλάγνχα της γής. Αυτή η σκηνή ξεκόλλησε τα σωθικά μου, ούρλιαξα, φώναξα, έκλαψα, χτυπήθηκα γιατί έβλεπα ολοκάθαρα τον οριστικό μας αποχωρισμό. Εσύ να γλιστράς στα χώματα κι εγώ να σπαράζω.

Απο τότε κοιτάζω και ξανακοιτάζω τις φωτογραφίες σου. Προσπαθώ να διακρίνω αν υπήρχε έστω κι ένα δείγμα, ένας υπαινιγμός για τη φυγή σου. Και ανακαλύπτω ένα μελαγχολικό βλέμμα που κοιτούσε πάντα στο άπειρο.

Ισως αυτό το άπειρο να αναζητούσες στην πεπερασμένη μας ζωή, ίσως να απογειώθηκες σε ένα κόσμο άυλο. Κι εκεί να πετάς με τα φτερά της Πεταλούδας, ανέμελη και ξένοιαστη απο τα βάρη του βίου.

Εγώ καθημερινά σου ανάβω το χρωματιστό κεράκι σου με όλα τα αρώματα των ανθών και σε χαϊδεύω στο κάδρο της φωτογραφίας, αναζητώντας τη δροσιά σου. Καληνύχτα Κωνσταντίνα! Καληνύχτα! 

 Η αδελφή σου

2 comments:

Μηθυμναίος said...

Οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχνάς, μόνο όταν δεν τους νοσταλγείς… Κι εσύ, φίλη μου, την έχεις κάθε στιγμή δίπλα σου...

Σ' έχω στη σκέψη μου.

Κατερίνα δε. στα. πα. said...

....Ιουστίνη, είχα πολύ καιρό να έρθω, με τελείωσες!
Ο σταθερός φίλος σου, μια χαρά τα λέει!
"Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε, όταν τους λησμονάνε"!
Κι εσύ, σίγουρα, δεν την έχεις λησμονήσει!
Να είσαι γερή να την θυμάσαι!