ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Friday, August 14, 2026

Ο Μίμης Κούρτης ανάστησε την Εγκλουβή και τη ντοπολαλιά της

 


Ο Μίμης Κούρτης ανάστησε την Εγκλουβή και τη ντοπολαλιά της

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Ο Μίμης Κούρτης γεννήθηκε στην Εγκλουβή, στο χωριό που βρίσκεται στην καρδιά της κοιλάδας, βυθισμένο και περιτριγυρισμένο από τα Σταυρωτά όρη. Ήρθε στον κόσμο στο σπίτι που δεσπόζει πάνω στην πλατεία∙ εκεί όπου συνέβαιναν όλα. Μικρός τόπος η Εγκλουβή, με αμπέλια σκαρφαλωμένα στις πλαγιές του οροπεδίου και τα φακοχώραφα να παράγουν τον γνήσιο καρπό της γης. Γεννήθηκε – θα έλεγα αστός – στο κέντρο και το επίκεντρο του χωριού, κι έτσι εκτέθηκε από μικρό παιδί στα γεγονότα, στα πηγαινέλα, στις αξίες ενός τόπου που άδειαζε ολοένα, καθώς οι νέοι αναχωρούσαν για την ξενιτιά ή τα αστικά κέντρα της Ελλάδας για μια καλύτερη τύχη.

Από μικρός είχε αγάπη για την εκκλησία και επιθυμία να ασπαστεί την ιεροσύνη. Γι’ αυτό έτρεφε μεγάλο σεβασμό στον πατερούλη μου, τον παπα-Νίκο , ενώ η μητέρα μου τον θεωρούσε λαμπρό υποψήφιο ιερωμένο. Το όνειρο αυτό ακυρώθηκε στα πέτρινα χρόνια της Λευκάδας, κι έτσι ο Μίμης στράφηκε σε άλλο επάγγελμα προσφοράς: έγινε νοσοκόμος στον Ευαγγελισμό, όπου εξυπηρέτησε εκατοντάδες Λευκαδίτες και ασθενείς κάθε καταγωγής και φυλής.

Μοναχοπαίδι καθώς ήταν, επέστρεφε πάντα στον τόπο του. Αποφάσισε μάλιστα να κάνει την Εγκλουβή κέντρο του δικού μας κόσμου. Με την άνοδο των κοινωνικών μέσων άρχισε να ανεβάζει φωτογραφίες του χωριού, προκαλώντας νέο ενδιαφέρον για έναν τόπο που είχε εγκαταλειφθεί από τους πολιτικούς λόγω αριστερών φρονημάτων.

Ταυτόχρονα, το πηγαίο ταλέντο της γραφής του άρχισε να αναπτύσσεται. Έστελνε ποιήματα σε διαγωνισμούς και εισέπραττε βραβεία. Στα τέλη του 2000 άρχισε να εκδίδει τα βιβλία του: Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς, Της αλμύρας λόγια, Προσκύνημα στην Αβρούπολη, Δεν με ρώτησε κανείς.

Ο Μίμης επέστρεφε ξανά και ξανά στον τόπο – όχι για να τον εξιδανικεύσει, αλλά για να τον φωτίσει από μέσα. Η Εγκλουβή γίνεται σκηνικό και ταυτόχρονα χαρακτήρας∙ μια πατρίδα που δεν λειτουργεί ως καταφύγιο, αλλά ως πυρήνας. Εκεί βρίσκονται οι άνθρωποι που χάθηκαν νωρίς, τα λόγια που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, οι φόβοι που δεν μολογηθήκανε, οι ελπίδες που διαψεύστηκαν.

Η γραφή του είναι λιτή, καθαρή, χωρίς περιττά στολίδια. Κι όμως, μέσα στην απλότητα υπάρχει βάθος: μια συνεχής συνομιλία με την απώλεια, την τρυφερότητα, την καθημερινή ζωή που συχνά περνά απαρατήρητη. Στο Προσκύνημα στην Αβρούπολη η ποίηση γίνεται δρόμος∙ στο Δεν με ρώτησε κανείς γίνεται παραδοχή∙ στα Λόγια της αλμύρας εξομολόγηση∙ και στο Γι’ αυτούς που φύγανε νωρίς μνημόσυνο χωρίς θρήνο.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, γραμμένο στην τοπολαλιά της Εγκλουβής, Πτήδεια. Πτήδεια καμάρ’ μ’, παρουσιάζεται αυτή τη Δευτέρα στην αυλή του πρώην Δημοτικού Σχολείου της Εγκλουβής – σήμερα Μουσείου – απέναντι από την πλατεία όπου ο Μίμης έχει δημιουργήσει το παραδοσιακό εστιατόριο «Λιθανώφλι», συγκεντρώνοντας όλους τους Λευκαδίτες.

Τα λόγια που δεν είχαν ειπωθεί ανάμεσά μας

Πώς σε έχει διαμορφώσει η Εγκλουβή και η Λευκάδα ως άνθρωπο και ως δημιουργό;

Η Λευκάδα είναι Έρωτας και η Εγκλουβή η απόλυτη Αγάπη. Όταν αυτά τα υψηλά συναισθήματα κυριαρχούν μέσα σου, τότε έχεις κερδίσει πάντα. Έχεις διαμορφώσει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα και έχεις πάρει την ευλογία να δημιουργείς.

Ποια εικόνα από το χωριό σου επιστρέφει πιο συχνά στη γραφή σου;

Οι γεμάτες γειτονιές, η αγάπη και οι καυγάδες των γειτόνων, το σχολείο της συναναστροφής, τα απογεύματα στα καφενεία και τα πεζούλια της πλατείας. Εκεί όπου το πηγαίο χιούμορ πρωταγωνιστούσε και η πλατεία, με τον πλάτανο και τις μουριές, μεταβαλλόταν στο πανηγύρι του Αη Λια σε μια τεράστια χορευτική πίστα.

Πιστεύεις ότι ο τόπος είναι μοίρα ή απλώς αφετηρία;

Είναι και τα δύο. Αφετηρία, γιατί από εκεί ξεκινάς – και είναι ευχής έργο να επιστρέφεις στο ίδιο σημείο, αδιάφορο αν έχουν συντελεστεί πολλές αλλαγές και σε θλίβουν οι απουσίες. Είναι όμως και μοίρα, γιατί εδώ διαμορφώνεις χαρακτήρα και ίσως να γίνεσαι δέσμιος μιας μοιρολατρίας και τυπολατρίας που επικρατούσε στους απλοϊκούς ανθρώπους. Τα «πρέπει» και τα «μη» που ίσως δεν μπορείς να αποβάλεις ολοκληρωτικά, είναι η πληγή που σέρνεται για πάντα.

Στο “Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς” μιλάς για απώλειες που σε σημάδεψαν. Ποια απώλεια σε ακολουθεί ακόμη;

Η απώλεια του αδελφού μου, του Σπύρου, που έφυγε στα τεσσεράμισι του χρόνια, όταν εγώ ήμουν ενός. Πάντα είχα ανάγκη από την παρουσία ενός αδελφού και αυτό με στοιχειώνει ακόμα. Δεν φεύγει από το μυαλό μου ο πόνος της μάνας μου, που συχνά έλεγε: «Ήθελα μάνα να με πει, μιας έχανα τον κόσμο».

Ποιο πρόσωπο της παιδικής σου ηλικίας νιώθεις ότι γράφει μαζί σου κάθε φορά που ξεκινάς ένα νέο έργο;

Όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους έζησα ιδιαίτερες στιγμές: οι γυναίκες με τα κότολα και τις μπέρτες, οι άντρες με τις σκούφιες, τα παιδιά με μπαλωμένα ρούχα και γρατζουνισμένα γόνατα.

Πώς δουλεύεις τη γλώσσα ώστε να παραμένει λιτή αλλά βαθιά; Γιατί επέλεξες την τοπολαλιά στο πιο πρόσφατο έργο σου;

Οι πρωταγωνιστές μου είναι απλοί και σπουδαίοι άνθρωποι, και οι ιστορίες αληθινές. Αυτό απαιτεί απλότητα στη γραφή – σε κάνει κατανοητό, γιατί είναι η ίδια η γλώσσα των ανθρώπων μου. Την ντοπιολαλιά την μιλούσα πάντα με ευχέρεια. Με τα χρόνια, καθώς οι άνθρωποί μας έφευγαν, ένιωσα την ανάγκη να κάνω κάτι για να μη χαθεί αυτό το όμορφο ιδίωμα. Έτσι γεννήθηκε το βιβλίο, που πιστεύω ότι θα βοηθήσει στη διατήρησή του.

Ποιοι ποιητές ή συγγραφείς σε επηρέασαν περισσότερο;

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος.

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδικασίας της γραφής για σένα;

Γενικά δεν με δυσκολεύει κάτι. Στο τελευταίο βιβλίο με δυσκόλεψε αφάνταστα η ιδιωματική γραφή. Όσο εύκολα τα μιλάω, τόσο δύσκολο μου ήταν να τα γράψω.

Πώς θέλεις να νιώθει ο αναγνώστης όταν κλείνει ένα βιβλίο σου;

Θέλω να μην κουράζεται από ανούσιες επαναλήψεις και φλυαρίες που κάνουν ένα βιβλίο πολυσέλιδο και βαρετό. Θέλω, κλείνοντάς το, να νιώθει ευφορία και να λέει «κρίμα που τελείωσε».

Ποιο θεωρείς ότι είναι το αποτύπωμα που αφήνεις στη λογοτεχνία της Λευκάδας;

Αυτό το αφήνω να το απαντήσει ο κόσμος της λογοτεχνίας. Δεν θεωρώ ότι κάνω κάτι σπουδαίο∙ απλώς καταγράφω εικόνες και συναισθήματα που απορρέουν από τη συναναστροφή μου με τους ανθρώπους του νησιού και από την αγάπη μου για τη φύση. Ο άμεσος στόχος είναι να πρωταγωνιστεί πάντα η Εγκλουβή και η Λευκάδα γενικότερα.

Τα τελευταία χρόνια έχεις συμβάλει ώστε η Εγκλουβή να γίνει κέντρο πολιτισμού και τουριστική ατραξιόν. Πώς συνέβη αυτό; Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές του νέου Λαογραφικού Μουσείου;

Με την επιστροφή μου στο χωριό, μετά από απουσία 45 χρόνων, και προβληματισμένος για την απαξίωση της ορεινής Λευκάδας, αποφάσισα να αναδεικνύω παντού τις ιδιαιτερότητες και τις ομορφιές της ενδοχώρας. Το Facebook αποδείχτηκε πολύτιμο εργαλείο: μέσα από φωτογραφίες, ποιήματα και κείμενα, έδειξα ότι η Λευκάδα δεν είναι μόνο οι υπέροχες παραλίες, αλλά και ο ορεινός όγκος της , γεμάτος ιστορία και πολιτισμό.

Η προσπάθεια ευοδώθηκε. Σε συνδυασμό με τα νεαρά παιδιά που ανέπτυξαν επιχειρήσεις και με τη συμβολή του Πολιτιστικού Συλλόγου, η Εγκλουβή πήρε τη θέση που της άξιζε. Με ιδιωτική πρωτοβουλία – Τομ και Γιάννης Φραγκούλης, Θωμαής, Μάκης Κοντογεώργης, Μπουρδέλης και πολλοί συγχωριανοί – το πρώην Δημοτικό Σχολείο μετατράπηκε σε χώρο πολιτισμού: βιβλιοθήκη, αίθουσα εκδηλώσεων και λαογραφικό μουσείο που κρατά ζωντανή την ιστορία της Εγκλουβής.

Πώς θα χαρακτήριζες σήμερα το χωριό;

Η Εγκλουβή παραμένει ένα στολίδι της ορεινής Λευκάδας. Θα τολμούσα να τη χαρακτηρίσω σύγχρονο, φιλόξενο χωριό, που κοιτάζει μπροστά χωρίς να παραμερίζει τη σπουδαία ιστορία του. Μόνος εχθρός του τόπου μου , δυστυχώς,είναι η έλλειψη κατοίκων και η αδιαφορία των κρατούντων.

Γιατί ασχολήθηκες με τη δημιουργία του παραδοσιακού εστιατορίου «Λιθανώφλι»; Τι σημαίνει η μαγειρική για σένα;

Η μαγειρική είναι τέχνη. Από μικρός, που έμενα μόνος επειδή οι δικοί μου ξενόδουλευαν, πειραματιζόμουν. Με τα χρόνιαα η ανάγκη έγινε αγάπη. Η μαγειρική θέλει αφοσίωση. Το «Λιθανώφλι» ήταν ιδέα του γιου μου, που εργαζόταν στην εστίαση όσο σπούδαζε στη Λάρισα. Εγώ απλώς βάφτισα το κατάστημα και μαγειρεύω τα παραδοσιακά φαγητά: φακές Εγκλουβής, πεταστή και άλλα.

Σχεδιάζεις ένα επόμενο πόνημα;

Ο άμεσος στόχος είναι η επανέκδοση όλων των βιβλίων μου, ώστε να γίνει μια συνολική παρουσίαση της δεκαετούς παρουσίας μου στη συγγραφή. Ύστερα – το αναφέρω πρώτη φορά δημόσια – θα αποπειραθώ να γράψω ένα παραμύθι αφιερωμένο στην εγγονή μου.

 






No comments: