Οταν η συγγνώμη γίνεται θηλειά
στην τοπική Εκκλησία της Λευκάδας
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Το πρόσφατο συμβάν στον Ιερό Ναό Αγίου Βησσαρίωνος
στο Βαθύ Μεγανησίου δεν ήταν απλώς ένα ατυχές περιστατικό· ήταν η σπίθα που
φώτισε μια βαθύτερη παθογένεια. Το δεσποτικό που έπεσε και παραλίγο να
τραυματίσει τον Μητροπολίτη Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεόφιλο έγινε η αφορμή για
μια ποινή δυσανάλογη, αυστηρή και – όπως αποδείχθηκε – βαθιά διχαστική: την
επιβολή δεκαπενθήμερης αργίας στον εφημέριο π. Ευάγγελο Αρώνη.
Και σαν να μην έφτανε η ποινή, ακολούθησε κάτι ακόμη
πιο βαρύ: η δημόσια ταπεινωτική επιστολή, ένα κείμενο αυτοενοχοποίησης,
όπου ο ιερέας εμφανίζεται να φορτώνεται κάθε ευθύνη, κάθε παράπονο, κάθε σκιά,
κάθε πιθανή ή απίθανη αιτία πικρίας του Μητροπολίτη. Ένα κείμενο που δεν
μοιάζει με ελεύθερη δήλωση, αλλά με εξαναγκασμένη μετάνοια, με εκείνο το
είδος «ομολογίας» που γράφεται όχι από εσωτερική ανάγκη, αλλά από φόβο, πίεση,
ή από την αγωνία να διασωθεί η ιερωσύνη και η οικογένεια.
Η Εκκλησία, όμως, δεν είναι χώρος επιβολής· είναι
χώρος θεραπείας. Και ο επίσκοπος δεν είναι άρχων που απαιτεί υποταγή· είναι
πατέρας που εμπνέει υπακοή.
Στην περίπτωση αυτή, ο Μητροπολίτης Θεόφιλος δεν
λειτούργησε ως ποιμένας που αγκαλιάζει το λάθος, αλλά ως διοικητής που
επιβάλλει ποινή. Η αντίδρασή του δεν έδειξε διάκριση, αλλά δυσκαμψία. Δεν
έδειξε συγκατάβαση, αλλά αυστηρότητα. Και το χειρότερο: δεν έδειξε εμπιστοσύνη
στον κλήρο του, αλλά ανάγκη για δημόσια δικαίωση.
Η επιστολή του π. Ευαγγέλου – με τις δεκάδες
«επειδή» που θυμίζουν κατάλογο κατηγοριών – δεν είναι καρπός ελευθερίας. Είναι
καρπός φόβου. Και αυτό το αντιλήφθηκαν πρώτοι οι ενορίτες του Μεγανησίου, οι
οποίοι αντέδρασαν, στάθηκαν δίπλα στον ιερέα τους και είπαν καθαρά: η ποινή
ήταν άδικη, η απαίτηση για δημόσια αυτοταπείνωση ακόμη πιο άδικη.
Η Εκκλησία της Λευκάδας δεν έχει ανάγκη από κείμενα
μετάνοιας που θυμίζουν άλλες εποχές. Έχει ανάγκη από ποιμένες που συγχωρούν,
που κατανοούν, που δεν μετατρέπουν ένα ατύχημα σε πειθαρχικό δράμα. Έχει ανάγκη
από αρχιερείς που δεν πληγώνονται από ανθρώπινα λάθη, αλλά θεραπεύουν τα λάθη
με αγάπη.
Ο π. Ευάγγελος δεν είναι «ασεβής», «ανοίκειος»,
«υπεροπτικός», όπως αναγκάστηκε να γράψει. Είναι ένας ιερέας που υπηρετεί με
συνέπεια, που αγαπιέται από τον λαό του, που στάθηκε δίπλα στην κοινότητα του
Μεγανησίου με ευθύνη και σεμνότητα.
Και η αλήθεια είναι απλή: κανένας ιερέας δεν
πρέπει να εξαναγκάζεται να αυτοεξευτελίζεται για να διατηρήσει την ειρήνη με
τον επίσκοπό του. Η συγχώρηση δεν απαιτεί δημόσια δήλωση ενοχής. Η αγάπη
δεν απαιτεί ταπείνωση. Η ποιμαντορία δεν απαιτεί υποταγή.
Αν κάτι πρέπει να γραφτεί δημόσια, δεν είναι η
μετάνοια του ιερέα, αλλά η ανάγκη η Εκκλησία να θυμηθεί ξανά το πρόσωπο της: το
πρόσωπο της επιείκειας, της διάκρισης, της αληθινής πατρικής αγάπης.

No comments:
Post a Comment