Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Saturday, October 6, 2007

Η φιλαναγνωσία δεν είναι πολυτέλεια, είναι χρέος!

\

Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Πριν απο δυο εβδομάδες περίπου στο Μόντρεαλ πυροσβέστες, αστυνομικοί, πολίτες, φοιτητές είχαν ξεχυθεί στους δρόμους πουλώντας εφημερίδες προκειμένου να συγκεντρώσουν έσοδα για να υποστηριχθεί το Ιδρυμα Νέων Αναγνωστών.

Οι δύο μεγάλες εφημερίδες του Μόντρεαλ , η αγγλόφωνη The Gazette και η γαλλόφωνη Le Devoir αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να χρηματοδοτήσουν την εκστρατεία, που αποβλέπει στη δημιουργία νέων περιφερειακών βιβλιοθηκών ανά το Μόντρεαλ με σκοπό την προσέλκυση ανήλικων αναγνωστών. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει δημιουργία λεσχών ανάγνωσης καθώς και αγορά 500.000 βιβλίων ετησίως για να καλύπτονται οι ανάγκες φιλανάγνωσης των παιδιών στην καναδική μεγαλούπολη.

Η διαπίστωση πως όλο και λιγότερα παιδιά διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία είναι θλιβερή όχι μόνο σε τούτη την πλευρά του Ατλαντικού, αλλά και στην απέναντι. Η αποπλάνηση των ανηλίκων απο τη νέα ηλεκτρονική εποχή αλλά και η έλλειψη οικονομικών πόρων φτωχαίνουν αυξητικά και επικίνδυνα τη λογοτεχνική παιδεία των ανηλίκων.

Το φαινόμενο παρατηρείται όχι μόνο στον Καναδά και στις ΗΠΑ αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τα παιδιά, αντί να καθοδηγούνται απο τους κατα πλειοψηφία εγγράμματους γονείς τους στην φιλαναγνωσία και την ανακάλυψη του λογοτεχνικού γαλαξία, οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην απομάκρυνση απο την παραδοσιακή μορφή της διεύρυνσης του ορίζοντός τους.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι οξύτερο, καθώς η καταναλωτική κοινωνία προσανατολίζει τους ανήλικους στις πάσης φύσεως εξωσχολικές δραστηριότητες, που πόρρω απέχουν απο το διάβασμα.

Πώς μπορεί όμως να καμφθεί αυτή η θλιβερή πραγματικότητα στη μικρή πατρίδα, που γέννησε φιλόσοφους, ιστορικούς, ρήτορες, ποιητές, λογοτέχνες; Πώς μπορεί να ανατραπεί το σκηνικό σε μια χώρα που κατέκτησε μεταπολεμικά δύο βραβεία Νομπελ στη λογοτεχνία;

Προσωπικά πιστεύω πως η μύηση στο διάβασμα ξεκινάει απο τα προσχολικά χρόνια. Τα παιδιά, αντί να αποκοιμιούνται μπροστά στην τηλεόραση των κινούμενων σχεδίων, (εύκολη λύση για τους γονείς της καθημερινής ταλαιπωρίας) θα πρέπει να σφαλίζουν τα ματάκια τους με ένα παραμύθι που διαβάζει η μητέρα, ο πατέρας , η γιαγιά ή ο παππούς. Ετσι μαθαίνουν πως μέσα στα βιβλία υπάρχει ένας κόσμος μαγικός, που όταν θα μάθουν να διαβάζουν, θα μπορούν να ανακαλύψουν και τα ίδια.

Η δημοτική εκπαίδευση μπορεί δυναμικά και ελκυστικά να βάλει τα παιδιά στο ταξίδι της ανάγνωσης. Οι δάσκαλοι οφείλουν να ωθήσουν τα παιδιά στο διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων της ηλικίας τους, προτείνοντας καταλόγους της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας (και είναι πλούσιοι αυτοί!) αλλά και της ξένης κλασικής λογοτεχνίας του είδους. Τα παιδιά στο τέλος κάθε μήνα θα είναι υποχρεωμένα να μοιράζονται τις εντυπώσεις τους απο την ανάγνωση κάποιων βιβλίων της προτίμησής τους με τους δασκάλους και τους συμμαθητές σε μια ελεύθερη συζήτηση, που θα προβάλει τη λογοτεχνία μέσα απο τους ακατέργαστους κώδικες της αθωότητάς τους.

Η μέση εκπαίδευση, που συμπίπτει με την εφηβεία και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του μεταλλασσόμενου νέου, πρέπει αναντίρρητα να παίξει το σκληρό επιθετικό παιχνίδι της φιλαναγνωσίας. Το υπουργείο παιδείας θα πρέπει επιτέλους να καταρτίσει λίστα με Ελληνες κλασικούς συγγραφείς , τους οποίους θα διαβάσουν και θα αξιολογήσουν οι έφηβοι στα φυτώρια της μάθησης. Το σώμα των Ελλήνων φιλολόγων ας κληθεί να συμμετάσχει στη μεταλαμπάδευση αυτής της μοναδικής γνώσης.

Δε νοείται ελληνική εκπαίδευση χωρίς υποχρεωτική ανάγνωση έργων του Παπαδιαμάντη, του Καζαντζάκη, του Καραγάτση, του Λουντέμη , του Ξενόπουλου και όλων των σπουδαίων Ελλήνων συγγραφέων του 19ου και 20ου αιώνα. Η Γαλλία, η Αγγλία και αυτή ακόμη η νεοσύστατη Αμερική υποχρεώνουν το σχολικό σύστημα να επιβάλει τα βιβλία των κλασικών συγγραφέων τους ανά τους αιώνες , για να γίνουν οι έφηβοι κοινωνοί της κουλτούρας και της λογοτεχνικής ιστορίας τους.

Επιτέλους, ήγγικεν η ώρα για την ελληνική παιδεία να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Αντί για σπασμωδικές κινήσεις στα βιβλία της ιστορίας, αντί για ανώφελα κυνήγια εντυπώσεων, ας καταρτίσει το Υπουργείο παιδείας ένα συμπαγές πρόγραμμα υποχρεωτικής ανάγνωσης μιας σειράς Ελληνικών βιβλίων προορισμένων να σχηματίσουν συνειδήσεις νέων Ελλήνων αναγνωστών.

11 comments:

cook the book said...

δυστυχως με το ελληνικο εκπαιδευτικο συστημα συμβαινει οτι κανει τα παντα για να ωθησει τα παιδια να σιχαθουν το διαβασμα...και ναι μεν,οι ευθυνες βαραινουν το Υπ.Παιδειας και το Παιδ.Ινστιτουτο που καταρτιζει τα προγραμματα(με ανθρωπους που οι πιο πολλοι ακαδημαϊκη γνώση διαθετουν κι ελαχιστη εμπειρια για το πώς δουλευεις σε μια ταξη),αλλά απο την αλλη,αλλο τοσο υπευθυνοι ειναι οι εκπαιδευτικοι,στους οποιους η λεξη διαβαζω ειναι ταυτοσημη της λεξης διδασκω,όχι ταξιδευω,όχι ονειρευομαι,όχι ανοιγω πορτες του νου μου ξεφυλλιζοντας τις σελιδες ενος βιβλιου...αντε τωρα ανθρωποι που δεν εχουν νοιωσει αυτη τη μαγεία να εισαγουν τα παιδια στον κοσμο του βιβλιου...
αυτα που λες οτι γινονται στον Καναδα για τη Λεσχη Νεων Αναγνωστων..ούτε στα όνειρά μας...οι βιβλιοθηκες ειναι γενικώς ανυπαρκτες...

Ιουστίνη Φραγκούλη said...

Αγαπημένη μου,
Εχεις δίκιο. Πώς να μεταλαμπαδεύσεις τη μαγεία του διαβάσματος, όταν το σύστημα έχει κάνει τους εκπαιδευτικούς μηχανισμό ρουτίνας;
Θέλει αρετή και ανάταση η φιλαναγνωσία.
Πάντως, αν το υπουργείο παιδείας επιβάλει στο σχολικό πρόγραμμα την ανάγνωση κάποιων βιβλίων, τουλάχιστον θα μπούν τα παιδιά στην έννοια της λογοτεχνίας.
Αλλοιώς, οι επόμενες γενιές θα χάσουν το στοίχημα με την ομορφιά του διαβάσματος, αυτή την εσωτερική απόσυρτση σε μια εποχή απόλυτης εξωστρέφειας.
Οσο για τις βιβλιοθήκες, πιστεύω πως υπάρχουν όλες οι προύποθέσεις για να δημιουργηθούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Εδώ στη Λευκάδα είχαμε δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη τη δεκαετία του 60 και τα καλοκαίρια τρέχαμε να δανειστούμε τα καλύτερα. Δεν μπορώ να διανοηθώ πως δεν έχει επεκταθεί το αυτονόητο σύστημα της βιλιοθήκης.

Kollas said...

Τη Δημοτική βιβλιοθήκη του Πύργου την θυμάμαι μικρός και μάλιστα θυμάμαι δύο-τρία βαν κινητής βιβλιοθήκης που ταξίδευαν στο νομό και πηγαίναμε με δέος και ευλάβεια να δανειστούμε κανά βιβλίο. Το κτίριο τώρα καταρρέει και δεν γνωρίζω την τύχη των αυτοκινούμενων Βιβλιοθηκών. Πάντως στη Α’ Δημοτικού πέρσι στη γειτονιά μας, κάθε εβδομάδα τα παιδάκια διάλεγαν ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του σχολείου και μάλιστα είχαν μετά μια φόρμα που έγραφαν δύο-τρία λόγια. Το ίδιο κάνει και η σύζυγος (δασκάλα). Δεν ξέρω αν είναι πρωτοβουλία του κάθε δάσκαλου αυτό. Πρόβλημα σίγουρα υπάρχει. Ο άνθρωπος που διαβάζει φαίνεται.
Καλημέρα και καλή εβδομάδα.

mithymnaios said...

Στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου, Ιουστίνη μου, είχαμε μια από τις καλύτερες βιβλιοθήκες του νησιού με σπάνιες εκδόσεις. Την έχουμε ακόμη! Μα εδώ και αρκετά χρόνια είναι κλειστή!!! Στην απορία μου, όλα τα τελευταία χρόνια που τον επισκέπτομαι, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει διορισμένος υπάλληλος (βιβλιοθηκάριος πιστεύω) και γι' αυτό παραμένει κλειστή.
Θυμάμαι κι εγώ, παιδί ακόμα, ότι μέσα σ' αυτή τη βιβλιοθήκη και με βιβλία αυτής της βιβλιοθήκης έβαλα τα θεμέλια της αγάπης μου για το διάβασμα.
Δεν γνωρίζω κατά πόσο ισχύει αυτό το να είναι κλειστή ελλείψη υπαλλήλου, αλλά είναι μια ελληνική πραγματικότητα. Προσφέρθηκα, τα καλοκαίρια, να διαθέτω μερικές ώρες με την παρουσία μου, αλλά... αυτή είναι μια θέση δημόσιου υπαλλήλου. Τι κρίμα...
Τηλεόραση, καφετέρια και κινητά είναι σήμερα τα κίνητρα της νέας γενιάς. Άλλο κρίμα...

ανάσα ελπίδας said...

Κι εγώ συμφωνώ Ιουστίνη μου, ότι απ' τα σχολεία πρέπει να ξεκινήσει η ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων.
Φιλάκια πολλά!
Άντε και πλησιάζουν οι μέρες! Τις μετράς, φαντάζομαι!
Άντε με το καλό!

Ιουστίνη Φραγκούλη said...

Αγαπημένοι μου,
Θύμιο, Στράτο, Ανασούλα,
Χαίρομαι που συμπίπτουν οι απόψεις μας για το θέμα της παιδείας στο διάβασμα.
Θύμιε μου καλέ,
Είχε ο Πύργος ακόμη και κινητές βιβλιοθήκες; Απίστευτο και προχωρημένο για την εποχή. Και τώρα το απόλυτο μηδέν; οπισθοχώρηση στην πρόοδο; Λυπάμαι!
οσο για την ιστορική βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης, που παραμένει επι χρόνια κλειστή, θα ΄πρέπει να εγερθεί πολιτικό ζήτημα. Δεν μπορεί η πατρίδα του Μυριβήλλη να κρατάει κλειστές τις πόρτες στη λογοτεχνία! Θλιβερό!

mithymnaios said...

Διευκρινίζω, Ιουστίνη μου, (προς αποφυγή παρεξηγήσεων) κλειστή παραμένει η βιβλιοθήκη της Μήθυμνας (Μήθυμνα είναι η αρχαία και επίσημη ονομασία του Μόλυβου) κι όχι της Μυτιλήνης! Μήθυμνα ή Μόλυβος είναι, καθώς ξέρεις, η μικρή μου πατρίδα, αλλά και η γενέτειρα του Αρίωνα του Μηθυμναίου, του Αργύρη Εφταλιώτη, του Μήτσου Καμίτζου, του Μήτσου Τσιάμη κ.λπ. Εκεί ζούσε στα τελευταία του χρόνια και ο Ηλίας Βενέζης και από το γειτονικό χωριό τη Συκαμιά ήταν ο Στρατής Μυριβήλης.
Αυτή η βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1863 και λεγόταν «Βιβλιοθήκη των Μουσών», αριθμούσε δε γύρω στους 8.000 τόμους από αξιόλογα και μεγάλης αξίας βιβλία, ξενόγλωσσα και πολλά αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Σήμερα, ως Δημόσια Βιβλιοθήκη παραμένει κλειστή, όπως αναφέραμε και πιστεύω να σώζονται γύρω στους 5.000 τόμους, (ελπίζω).
Αυτά τα λίγα έτσι για να ξέρουμε...

Ιουστίνη Φραγκούλη said...

Αγαπημένε Στράτο,
Ευχαριστώ για τη διευκρίνιση. Ξέρεις, με τη γρηγοράδα του διαδικτύου μου ξέφυγε και διάβασα Μυτιλήνη.
Ευχαριστούμε και για την ενημέρωση πάνω στη βιβλιοθήκη της Μήθυμνας.
Κι αυτή η ιστορική βιβλιοθήκη να παραμένει κλειστή, έγκλημα είναι.
Ελπίζω πως η πολιτεία θα ευαισθητοποιηθεί κάποια μέρα, όταν δεν θα είναι απελπιστικά αργά για όλους!
Φιλιά απο το φθινοπωριάτικο τοπίο

foteinoula said...

Συγχαρητήρια Ιουστίνη, πολύ καλή δημοσίευση. Δυστυχώς τα περισσότερα παιδιά σήμερα απεχθάνονται το διάβασμα. Ξέρεις τι πιστεύω? Ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι σίγουρα η κακή διδασκαλία της λογοτεχνίας στα σχολεία. Είναι απίστευτος ο τρόπος με τον οποίον διδάσκεται η λογοτεχνία σήμερα (και παλιότερα βέβαια είχε τα χάλια του αλλά σήμερα έχει παραγίνει). Τους δίνουν ένα κείμενο, το κάνουν μια ανάγνωση, λέει ο δάσκαλος αυτό και αυτό, τους δίνει και ένα κάρο ερωτήσεις για το σπίτι, που είναι αδύνατον να τις απαντήσεις αν δεν έχεις αισθανθεί τον συγγραφέα, και αυτό είναι όλο. Πως να σου αρέσει μετά το διάβασμα? Επίσης, είναι πολύ σημαντικό αυτό που λες, πως "Δε νοείται ελληνική εκπαίδευση χωρίς υποχρεωτική ανάγνωση έργων του Παπαδιαμάντη, του Καζαντζάκη, του Καραγάτση, του Λουντέμη , του Ξενόπουλου και όλων των σπουδαίων Ελλήνων συγγραφέων του 19ου και 20ου αιώνα". Όπως είναι γνωστό Καζαντζάκης ΔΕΝ διδάσκεται στα σχολεία για τους γνωστούς ηλίθιους λόγους. Όταν ήμουν 15 διάβασα τον Καπετάν Μιχάλη και ενθουσιάστηκα. Ζήτησα από την φιλόλογο να κάνουμε Καζαντζάκη στην τάξη. Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: δεν κάνουμε τέτοια εδω. Σήμερα νομίζω ότι τα πράγματα είναι χειρότερα. Τα παιδιά μαθαίνουν τον Καραγάτση μέσα από τα σίριαλ και νομίζουν ότι είναι σεναριογράφος...

Νίκος Λαγκαδινός said...

Ιουστίνη μου, καταρχήν (έστω και αναδρομικά) ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ: μέσα σ' αυτές τις δυο λέξεις έβαλα λουλούδια και καλές ευχές.
Νιώθω λίγο ένοχος που με τη σιωπή μου φάνηκε πως σε ξέχασα. Όχι δεν σε ξέχασα. Κανονικά αυτή την εβδομάδα άρχισα την ενασχόλησή μου με τις διαδικτυακές "υποχρεώσεις" μου. Έγραφα κάπου-κάπου από τον υπολογιστή της κόρης μου ή του γιου μου διότι ο δικός ήταν στον τεχνικό. Τέλος πάντων. Μόλις σήμερα μου τον έφεραν σπίτι. Είδα που έστειλες ένα μηνυματάκι κι ελπίζω ότι μπορεί και να βρεθούμε - εννοώ στην Αθήνα αν έρθεις. Μη σου πω ότι τώρα είμαι κάπως "απασχολημένος". Θα τα πούμε από κοντά. Σε φιλώ, πάντα φίλος, Νίκος

Kleon Gelastos said...

ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ

(από το βιβλίο του «Ο ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΕΚΤΥΠΩΤΗΣ»)

Μία μικρή παρέκκλιση



Ναι, είναι μια μικρή παρέκκλισις...
αυτός ο τρόπος της γραφής-των παρακάτω ποιημάτων.
Ναι, είναι, όμως η πορεία δεν αλλάζει έτσι κι
αλλιώς.
Κι αυτός ο δρόμος στο Χαμό τραβάει.
Η παρέκκλισις μπορεί λοιπόν ν' ανοίξει νέο δρόμο, παράλληλο, με διαφορά μόνο του τρόπου του βαδίσματος πάνω σ' αυτόν.
Να πάω aπ’ αυτόν λοιπόν ή στον ίδιονε να
συνεχίσω;
(αυτονοείται πως αν συνεχίσω εδώ
τα νοήματα βαθαίνουν)
Ποιος θα μου πει-ποιος θα μου δώσει μία γνώμη;
Κανένας δε μιλάει.
Μα και να μιλούσε με τι γνώσεις θα γνωμοδοτούσε;
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα θεέ μου ,να κάνω τι;
("Κουράστηκε η καρδιά μου να ζητάει")
Ότι μ' απόμεινε με τα δόντια το κρατώ
για ν' αγοράσω το εισιτήριό μου να περάσω.
Αυτοί όλοι έχουν πράγματα να δώσουνε γι
αντίτιμο.
Δεν τους περνάει από το νου,
πως δεν περνούν αυτά εκεί.
Έχουνε σπίτια, βίλλες, κόττερα, στρέμματα ελιές και πορτοκάλια. ημέρες ξεγνιασιάς και ηδονής, εκατομμύρια.
Τύχη αγαθή τέτοιο κάτι να μην αποκτήσω μ'
έκαμε.
Γιατί θα είχα επαναπαυτεί.
Μου λένε να πάω μαζί τους.
Μα αυτοί τις νύχτες έχουν ύπνο.
Μα αυτοί όταν βρέχει λένε με μια σιγουριά:
βρέχει.
Μα αυτοί δεν ξέρουν πόσο απέχει ο
άνθρωπος από τον εαυτό του.
Μα αυτοί δεν ακούν τα ρυάκια να μιλούν.
Νιώθουν τη θλίψη των πεσμένων δέντρων;
Έχουν ραγίσει με το κλάμα τους αυτοί
το κρύσταλλο της νύχτας;
Πια με τι γλώσσα εγώ μαζί τους να μιλήσω;
Και τότε τι θα δώσω στους κριτές μου σαν
απόδειξη
πως γνώριζα από τότε που εζούσα-
στην τύχη ότι δεν ήμουν αφημένος
παρά προετοιμαζόμουνα
έστω και μόνο για το δεύτερο
να γίνω άξιος βραβείο;
Λοιπόν, να επεκτείνω την παρέκκλιση; (Αρκετά εξαρτώνται απ' αυτό)
Θα δω...










(Είμαι ο τάδε, γεννήθηκα εκεί,
εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο, λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...
Ουφ! Αντί τέτια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους.
Η νύχτα τίποτα δε με ρωτά
κι ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.)









α. Τρίπολη
Ax! Τρίπολη με τα βραχιόνια σου υψωμέγα στον σταχτί ουρανό!
Αχ! Τρίπολη με τρεις σταγόνες μάραθο στου λαγηνιού τον πάτο!
Ax! Τρίπολη!
Κτίρια μαβιά-δρόμοι κλεισμένοι!
Τα παιδιά σου τραγουδούν στα στέκια των αγάδων.

Για μάτια πράσινα όλα τα δέντρα σου μιλούν.
(Στην Τάκα πλένεις τα ρηχά σου πόδια, Στους αγέρηδες τα λόγια σου σκορπάς}.
Αχ! Τρίπολη! Με τo θάνατο στους στενούς σου δρόμους
και τις μαύρες κορδέλες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους.
(Ένα ποτάμι πίσσας σε κυκλώνει
και μέσα του το πέτρινο κορμί σου ανασαίνει)
Ax! Τρίπολη! Με όνομα από τρεις χάντρες τσιγγάνικες
και με μαλλιά τα πεύκα της Δεξαμενής σου!
(Στα πηγάδια σου τρελές γυναίκες
πνίγονται.
Ρόπαλα βάφουν μ' αίμα τις αυλές σου).









β. Νάσια

-Ποιητή γιατί για μέγα oλa τα τραγούδια σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Αχ! Για του ποταμιού τις δάφνες
και για της ιτιάς τα μυτερά κλαδιά εγώ τραβάω.
Στο χωράφι με τις καλαμιές
τρεις θεριστάδες νιούτσικοι
τη Νάσια την καλή αντιπερνάνε:
-Κυρά μου ax! To ποτάμι δρόμο άλλαξε και δε θα το 'βρεις!
-Ποιητή γιατί για μένα όλες οι θλίψες σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Εγώ είμαι στον πλατύ ουρανό δοσμένη
κι εκεί αλαφρά πηγαίνω.
Τρεις άγγελοι ανταμώνουν την ωραία Νάσια
στον ανοιχτό το δρόμο τ' ουρανού.
-Κυρά μου αχ! Να μάθει ότι έρχεσαι
ο ουρανός τραβήχτηκε στον πύργο του
μ' όλα τ' αστέρια του μαζί.


-Ποιητή γιατί για μένα όλοι οι χτύποι της καρδιάς σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
To άσπρο αίμα μου ντυμένη
για το νεραιδοπάλατο ενώ τραβώ
σέρνοντας βάρος πίσω μου στο χώμα πάνω
ης σκονισμένες σου κραυγές.
Τρία πουλιά τη φωτεινή τη Νάσια
στου παλατιού το έμπα καρτερούν.
-Κυρά μου το παλάτι αχ! κλειδωμένο!
Kαι στη χρυσή του κλειδαριά ταιριάει
μονάχα το κορμί το χαρισμένο!

-Ποιητή γιατί με θέλεις μες στην αγκαλιά σου;
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα)
Ενώ ιδέα είμαι κι αερικό.
Εγώ
απ' τα ποιήματά σου μέσαθε περνώντας
πνοή τους δίνω
και για το πεπρωμένο μου τραβώ.
Ax! Mιαν αχτίδα από σβυσμένο αστέρι αγάπησες.
Αχ! Για το χάρτινό μου ψέμα εγώ τραβώ.
-Εγώ τ' αστέρι σου είμαι το σβυσμένο.
To χάρτινό σου ψέμα ειμ' εγώ.
(φόρμα κόκκινη, μάτια σμαράγδινα).





γ. τσιγγάνα
(Ας ξαναδώ αυτό το ποίημα πριν το δώσω.
Την καρέκλα του Άλλου βάζω απέναντί μου
και στη δικιά μου κάθομαι εγώ.
-Κοιτάξτε, λέω, το τρίτο ποίημά μου εδώ.
Τι λέτε για τον πρώτο στίχο; Είναι ποίηση αυτή
τα στήθη έτσι ανοιχτά στήθη να λέγωνται-
να δείχνονται πες-
και να ρωτιέται η τσιγγάνα ποιος της το χαϊδεύει;
Στην άλλη κάθομαι καρέκλα,
ύφος παίρνω κριτικού εμβριθούς
και
-Ισως, λέω,
πράγματι θα 'τανε καλλίτερα
εκείνο το «χαιδεύει» να 'φευγε.
Ας πούμε να το λέγατε "ορίζει"-ποια η γνώμη σας;
Όχι πως κι έτσι είστε εν απολύτω τάξει ποιητική,
μα ορισμένως κάπως έτσι ο στίχος στέκει.
Πάω στην καρέκλα μου.
-Σα δίκιο να 'χετε.
Λοιπόν ας το αλλάξω». Άλλο τι
σ' αυτό το ποίημα θσ διορθώνατε;
Αλλάζω θέση.
-Να σας πω...
To άνοιγμα των ποδιών των γυναικείων
κάπως χυδαίο δε σας μοιάζει και φτηνό;
Αφήστε
που λέγεται σε κάθε άπρεπο ανέκδοτο,
κάτι που και κοινό πολύ το κάνει
έξω από χυδαίο.
Ίσως το άνοιγμα, να πούμε, των γονάτων...
Πάλι δεν ξέρω...σεις τι λέτε; Μήπως
για κάποιο λόγο που πιο κάτω θα χρειαζόσασταν
τόσο να δείχνατε θα θέλατε ωμός;
Σεις ξέρετε…
Παίρνω τη θέση μου απέναντι.
-Κι εγώ το έβλεπα, μα ήθελα
και όπως τη δική σας μία γνώμη. Για τα υπόλοιπα τι λέτε;
Στην άλλη την καρέκλα βρίσκομαι.
-Καλά μου φαίνονται αλήθεια.
Η άνοιξη ειναι αλαφριά-μια ίδέα-δε βαραίνει,
όπως θα νόμιζε κανείς σε πρώτη ανάγνωση,
τα φύλλα που καθένα κι από μία δέχονται.
Κι ούτε κανείς κουτός δε θα φανεί
νο σας ρωτήσει τόσες άνοιξες πού βρήκατε
(κι αν θα βρεθεί, βεβαίως τον αγνοείτε).
Δεν έχει φαίνεται η τσιγγάνα σας αγόρι.
Μα δεν της χρειάζεται αφού έχει φτάσει
στην τέτοια ταύτισή της με τη φύση. Πάλι
μπορεί σα σύμβολο κανείς να την δεχθεί
της παραδοσιακής τσιγγάνικης ελευθερίας
που κάπως ξένη είναι για μας.
Αν πάλι δεν είν' έτσι,
και η τσιγγάνα σας
δε βρήκε ακόμα ταίρι
ΚΙ ας το θέλει,
ΤΗΝ περηφάνια έτσι δε δείχνει πάλι ΤΗΝ τσιγγάνικη
και το αγέρωχο της λυγερής φυλής της;
«Και τι σε νοιάζει εσένα και ρωτάς;»
θα ήτανε υποθέτω η απόκρισή της
σε μιαν ακόμα σας ερώτηση…
Και θα 'ΧΕ δίκιο,. Όμως και σεις
δίκιο έχετε και σταματάτε να ρωτάτε.
Ύστερα, νιώθοντας μονάξα ένα πλάσμα μέσα σ' ένα ποίημα
τη μοναξά μετριάζει του ποιητή του.
Όχι, εντάξει όλ’ αυτά νομίζω είναι.
Στην άλλη ΤΗΝ καρέκλα μου πηγαίνω.
-Αυτή τη γνώμη έχω κι εγώ.
Σε κάθε όμως περίπτωση ευχαριστώ
για τις καλές σας συμβουλές.
Σας έχω χάρη.

Και δίχως πια να μετακινηθώ:

-Παρακαλώ. Καθόλου. Νιώθω τόσο
ένα μαζί σας, που έτσι πάρτε το,
σα γα μιλούσατε με ΤΟΝ εαυτό σας.
Nα συμπληρώσω θα 'θελα όμως
ότι αυτή η στάση της τσιγγάνας
είναι κι η στάση η προαιώνια
του θηλυκού προς το αρσενικό-
στάση εχθρική και μίσους,
στάση-αντίδραση σε κάτι απ' έξω,
που με τη βiα επιβλημένο είναι,
κάτι που επιβεβαιώνει
σαν λεκτική τουλάχιστον απέχθεια
το αναμφισβήτητο το γεγονός).






-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα
ορίζει;
-Ο αγέρας που απ' ολούθεν έρχεται κι
ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιxτά
ποιος σου τ' ανοίγει;
-To νερό του ποταμiού που πάει απ' το βουνό
στον κάμπο.
-Και ποιος είν' ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου
μικρή;
-To ρόδο με μιαν άνοιξη σε κάθε πέταλό του.






δ. Κύριε...
Κύριε,
Ο ουρανός με βλέπει ως τον βλέπω;
Η γη ακούει τα πατήματά μου τα δειλά;
Την ψυχή μου η ψυχή των Πραγμάτων
τη νιώθει,
ως εγώ τη δική τους νιώθω την ψυχή;
Ή μη το περπάτημά μου στη γη πάνω
εγώ μονάχα το γνωρίζω;
Κύριε,
ξέρεις πως υπάρχω;





ε. απιστία
Ανοιχτή πληγή στο σώμα τ' ουρανού το
φεγγάρι.
Η μαυρομάτα η νιόπαντρη εβγήκε
τ' απλωμένα της τα ρούχα να μαζέψει.
Τρεις νέοι έξω από την πόρτα της περνούνε.

-Νια μου κυρά, τα ρούχα κι αν μαζέψεις
μα η ευωδιά τους τον αγέρα έχει μυρώσει.
-Αγέρας είναι κι ας μυρώνεται.

-Νια μου κυρά τα ρούχα σου, που τα 'δα μόνο,
την καρδιά μου μάτωσαν.
-Καρδιά είναι κι ας ματώσει.


-Νια μου κυρά το σώμα μου άναψε ολόκληρο
για σένα.
-To βράδυ ο άντρας μου βαριοκοιμάται, Θα
'χω την πόρτα μου μισανοιχτή.




ΣΤ. ο νιος τραγουδιστής
-Σε τούτο το χωριό ήξερα έναν νιο
τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλα μου;
-Είναι αυτός εδώ, μα η φωνή του
στ' ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ αστέρια με τα λαμπερά τ' αυτιά τους.
Και το φεγγάρι, με το μαντήλι η γη να του
κρατάει, γύρω της αυτό χορεύει.
-Αχ! Και πού τον έχουνε θαμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο μέσα το λευκό και
χρυσαφένιο
και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού







ζ. Αν, Κύριε
Αν, Κύριε,
ήθελες να φτιάξεις έναν κόσμο
για να γέμιζες το γύρω σου κενό
θα 'ταν όπως ετούτος ο δικός μας;
Μια κούπα θα 'τανε, γεμάτη θλίψη,
με όντα μέσα της
έρμαια σε κάθε κουταλιού ανακάτωμα,
έτσι που ανεμοστρόβιλοι απελπισιάς
να τα τσακίζουν κάθε λίγο;
Και θα τυραγνούσε μιαν άγνοια βασανιστική-
της έννοιας και του προορισμού τους-
το κρίνο, τη λαμπρίτσα και την πέτρα;
Και όλος θα όδευε αυτός ο κόσμος προς το
τέλος του
χωρίς κανείς να ξέρει αν αυτό
μια νέα αρχή για κάτι άλλο θα 'ταν;
Και
Κύριε
θα μας έδινες αυτιά
που την απάντησή σου
στις ερωτήσεις μας αυτές
να μην ακούνε;









η. απορίες
Υπάρχει μία μουσική
που την ψυχή κι όχι τ' αυτιά μας τέρπει,
Υπάρχει μία μουσική
πιο μαγική από κύλισμα ρυακιού
mo θελκτική από τζίτζικα τραγούδι.
Κάποτε θα την ακούσουμε;
Υπάρχουνε κοιλάδες πιο λαμπρές
από τις ομορφότερες της γης.
Υπάρχουνε ασύγκριτα ψηλά βουνά
και ποταμοί γαλάζιοι ατελείωτοι.
Κάποτε θα τους δούμε;
Υπάρχουν αίστησες που εμείς δεν έχουμε-
που με αυτές
πιότερα αμέτρητες φορές
απ' όσα τώρα νιώθουμε θα νιώθαμε,
ίδια καθώς περσότερο μια αχτίδα του ήλιου
τη ζέστα μες στον ήλιο νιώθει,
παρά σα φύγει μακριά.
Και τάχα θα 'vaι o θάνατος
σ' αυτά που θα μας πάει
τ' ανείδωτα κι ανάκουστα και μαγικά,
ή η αχτίδα είμαστ' εμείς η μακρυσμένη
που του ηλιού αόριστα θυμάται τη φωτιά,
κι οριστικά χαμένη πια στου σύμπαντος τα
μάκρη
μόνο που δύναται είναι να τη νοσταλγεί;









θ. Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με λευκό δέρμα και χέρια βελουδένια,
με το πρόσωπο το αθώο σαν αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
-Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη.
-Εγώ πριν από έναν ποιητή;
-Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε.
-Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.
Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων νηρηίδων
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.

ι. σκοπός και μέτρο
-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου
φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να
πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
να κλείσω άσε μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου,
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.








ια. τ’ αλογάκια
Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό. Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.
Τ' άλογα στέκουν ανυπόμονα.
To τρέμισμα κοιτάζω των κλαδιών σου.
Χείλια σου, στήθος και λαιμός παιχνίδια στου άνεμου το χάδι.
Στο δέντρο χέρι δεν απλώνω.
Τ' άλογα έρωτα οσμίζοντας φρουμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.
Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι
μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
Αχ! Έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!
Τ' άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελαμένα.
Σφιχτά κλεισμένη μες στο χέρι μου γυρνάς μαζί τους.
Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό.
Μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ' αλογάκια.








ιβ. αγριοτριαντάφυλλο
Αντάρτης χωρίς ταυτότητα.
Πρίγκιπας χωρίς περγαμηνές ευγένειας.
Λαχτάρα όλο ο ταξιδιώτης πάνω σου γέρνει.
Ο πραματευτής αγέρας
τ' αγκάθια σου ακριβά πληρώνει
για ΤΟ άρωμα που από σε φορτώνει
και τριγύρω θα μοσχοπουλήσει.
Αγριοτριαντάφυλλο!
Λεύτερο από φράχτες
κι αμόλυντο από φώτα σαλονιών!
Αγριοτριαντάφυλλο!
Συντρόφι εσύ των στιλβωμένων αστεριών
τις ξάστερες τις νύχτες του χειμώνα!







ιγ. σταυροδρόμι

Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά ,αριστερά.
Αυτός που έρχεται λέει: αριστερά, δεξιά.
Και δίκιο δίνεις και στους δυο
αγαθέ πανάρχαιε δικαστή
σε νόμους τέσσερους ακλόνητους
στεριωμένε.
Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου, Αινστάιν, ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου.







ιδ. σανγκουίνι
Να δώσω ένα στην αγάπη μου να τη
ζεστάνω.
Γιατί το χιόνι ως μέσα στην καρδιά της έχει
μπει.
Κάθε του φέτα μια παλλόμενη καρδιά.
Οι ίνες του αίματός του χτενισμένες όλες
προς τη φορά των ζωογόνων του αρτηριών.
Τρέμοντας TO κορμί του μαχαιρώνω.
Ο Θεός της αγάπης ας με συχωρέσει-
πρέπει να δώσω ένα στην αγάπη μου.
Να τη ζεστάνω.







ιε. ήλιε χρυσέ
Χρυσέ ήλιε με το χρυσάφι σου κλεμμένο από την καρδιά μου…
Θα σε κλείσω μέσα στο μαύρο της ντουλάπι.
Για πάντα.
Να γίνω ό,τι μου 'χει απομείνει.
Τότε
σε κάθε κενό στροβίλισμά μου
γύρω από τα στήθη της αγαπημένης μου
ο επιμένων δορυφόρος της θα είμαι
που κάποτε θα πέσω πάνω της
με τις κρυφές αχτίδες σου να τήνε κάψω.
Χρυσέ ήλιε με TO χρυσάφι σου κλεμμένο από τη χαρά μου…







ιστ. πριν τελειώσει ο πόλεμος

-Γιατί γυρίζεις πίσω φανταράκι μου;
Ο εχθρός είναι μπροστά.
-Πάω, προτού τελειώσει ο πόλεμος να τήνε πάρω λάφυρό μου.
-Να πάρεις ποιάνε λάφυρό σου φανταράκι μου;
-Για την αγαπημένη μου μιλάω.
-Πόλεμος γίνεται, αγάπες συ έχεις στο μυαλό σου φανταράκι μου;
-Έτσι, που αν σκοτωθώ,
μαζί μου να πεθάνει,
και μαζί να πάμε στο αποχωρητήριο του
σχολείου
όπου δεκατετράχρονα κορίτσια στα
διαλείμματα
παίζουν τον έρωτα με τους συμμαθητές
τους.
-Αχ! Φανταράκι μου! Ο θεός
ΤΟ τέτοιο φέρσιμο δεν TO ΣΧΩΡΝΑΕΙ.
-Γι αυτό κι αλλαξοπίστησα,
και πέος ένα διογκωμένο
μες σ' ένα σπαρταρώντας δαχτυλίδι αιδοίου
είν' ο θεός μου.













ιζ. με μαχαίρι
Mια δυσοίωνη οργή εκπηγάζει
από το σακατεμένο μου κορμί
Πού είναι η γλυκιά η νοσοκόμα;
Μήπως σε λάθος πόλη αποπειράθηκα;
Μη το νοσοκομείο της δεν είναι που
εφημερεύει;
Ή τ' ωράριό της άλλαξε με άλλην
και άλλη κάποια θα μου βγάλει
τα κολλημένα στις λιωτές μου σάρκες
ρούχα,
και άλλη κάποια θα με ακούσει
τη μόνη λέξη που 'μαθα μες στη ζωή να λέω,
και ας την είχα μαθημένα μόνο
για να την ψιθυρίσω στο δικό της μέσα αυτί;
"Πονάτε;"
Ερώτηση γιατρού σε πολυτραυματία
ετοιμοθάνατον...
Σ’ άλλη περίπτωση θα του ’λεγα πολλά. Μα
τώρα
μόνο να πω μπορώ: "Πού είναι ΑΥΤΗ;"
Ο γιατρός στους νοσοκόμους:
"Πιο γρήγορα! Πεθαίνει!”
Σ' ακούω γιατρέ της κακιάς ώρας.
Τα λένε αυτό μπροστά σε κείνον
που αληθινά πεθαίνει;
Ξανά εγώ τη δύναμή μου όλην βάζοντας:
"ΠΟΥ EINAΙ AYTH;"
"Σώπα, Έρχεται"
Ο νοσοκόμος, ανοίγοντας την πόρτα του
χειρουργείου:
«Για ποια λέει;»
0 γιατρός: "Ποιος ξέρει...
Τότε είναι που δεν άντεξα
και τους άφησα τους αλιτήριους.
Και πήγα εκεί όπου οι λέξεις παύουν να
'χουνε φωνή.
Σιωπή και χιόνι γύρω.
Όχι χιόνι.
Πέπλα πάλλευκα.
Και το σώμα μου ακέριο,
Ώστε ζωή μετά το θάνατο λοιπόν;
Μα τι…μα πώς…μα…να! ΕΚΕΙΝΗ!
Ξεπροβάλλει μέσα από κάτι
σα μιαν αδιόρατη χαραματιά των πέπλων.
Στέκω βουβός σε τέτοια μέσα μια σιωπή υπερισχύοντας οι καλοί μου τρόποι.
Μα όλη σκούζει η ύπαρξή μου.
Σπάει εκείνη τη σιγή και με φωνή σα μελωδία: "Μίλα", μου λέει, "εδώ,
μόνο όσοι αγαπούν-
μονάχα αυτοί μιλούνε."
"Σ' αγαπώ."
"Λες να μην το ξέρω;"
"Κι εσύ;.."
«Τρελαίνομαι για σένα.»
"Τότε γιατί εκεί με απόφευγες…όμως καλά-κι εσύ είσαι πεθαμένη;"
"Όχι. Ολοζώντανη, Όπως και συ."
"Εκεί…εκείνος ήτανε ο θάνατος;"
"Ναι"
"Καλά το έλεγα εγώ λοιπόν, Αλλ' ας τ'
αφήσουμε αυτά. Γλυκιά μου Ρωρερκάρ
θέλω μαζί σου
να κάνω εκείνο που δεν ήθελες στη γη"
"Mη λες δεν ήθελα.
Δεν έπρεπε.
Μα εδώ καταργημένα όλα τα πρέπει.
Και πια μη χρησιμοποιείς ψευδώνυμο"
«Γλυκιά λοιπόν.»
"Ναι. Για σένα. Και για πάντα."
Το χέρι της εσήκωσε
κι ένα βελούδινο ροζ παραπέτασμα
μας απομόνωσε.
Τάχα από ποιον;
Μια κίνησή της άλλη βιαστική
κι ένα κρεβάτι στήθηκε μπροστά μας.
Για μια στιγμή τον πόθο η έκπληξη έδιωξε απ' τη ματιά μου.
To είδε.
Και για να μου δείξει
πως όλα γίνονταν καθώς κι οι δυο τα θέλαμε,
το χέρι μου 'πιασε,
απαλά στο κρεβάτι με οδήγησε
και πλάι μου έπεσε αλαφρά, αφού πρώτα
με μίαν άλλη όλο ανυπομονησία κίνησή της
από τα ρούχα όλα της απαλλάχτηκε.
Και κει
στριφογυρίζοντας σαν λυσσασμένοι στο
κρεβάτι πάνω,
οι δυο μας γίναμε ένα τόσο,
που για τους δυο μας ένας μόνο ανάπνεε.
Και σ' έναν ύπνο έπειτα βυθίσαμε
που απ' αυτόν εκείνη μ' έβγαλε
για να με πάρει γελαστή απ' το χέρι
και να με πάει σ' ένα χώρο
απ' όπου βγήκα ολόλευκος κι εγώ
και έχοντας κι εγώ φτερά
λευκά και κείνα κι απαλά κι αιθέρια.

"Έτσι θα είμαστε οι δυο από δω και πέρα.
Κι έρωτα όλο.
Σαν έμαθα πως έπεσες απ' τον γκρεμό
αφήνοντας κείνο το γράμμα,
δεν άντεξα και νιώθοντάς σε πεθαμένον
ήρθα εδώ αμέσως.
Μα όπως είδα, πρώτη.
Χωρίς εσένα η ζωή θα ήτανε μαρτύριο.
Σε λάτρευα καθώς και συ.
Μα οι συνθήκες εκεί πέρα...
η κοινωνία, τα παιδιά, ο φόβος της αγάπης...
δε γίνονταν
ούτε να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.
Μα τώρα έλα,
πάμε στα γλυκά του έρωτα ακρογιάλια
και στις γλυκές του τις πηγές
και στης αγάπης τις γλυκές φωλιές
φτιαγμένες για όσους ένιωσαν πως έρωτας
είναι ο θάνατος ο ίδιος."
"Δε θα χωρίσουμε ποτέ!"
"Εδώ κουτούλη μου δεν έχει χωρισμό.
Εδώ είν' η αιωνιότητα
και όπως μέσα της θα μπεις
έτσι και μένεις."
...Με σώσανε οι αχρείοι. Τώρα κείτομαι
σ' ένα κρεβάτι πάνω,
ζαλισμένος,
γεμάτος γάζες και ήμερες πληγές.
Δοκιμάζω το χέρι μου-δεν έχει δύναμη να σηκωθεί.
Λίγο πιο ύστερα
που κάπως η αδυναμία κι η ζάλη θα 'χουν φύγει
έρχομαι οριστικά Γλυκιά,
με μαχαίρι
τον άχρωμο σωλήνα κόβοντας του ορού,
έτσι που ολότελα να ξαιματώσω.





ιη. τελετουργίες
"Θέλεις;"
"Θέλω."
"Γιατί λοιπόν μου φεύγεις;"
"Qt ρίζες μου με σπρώχνουν μακριά σου'
"Τις ρώτησες γιατί;"
"Μου είπαν γιατί πρέπει να λέει το στόμα όχι,
τα μάτια σε ντροπή να ’ναι
κατεβασμένα,
ενώ την ίδια ώρα θα διαλέγω
τον πιo όμορφο και δυνατό
απ' όσους με ζητούνε."
"Αλλά με θέλεις.-δε θα πει: με διάλεξες;"
"Ναι, μα και πάλι πρέπει
όλα να γίνουν δύσκολα για σένα."
"Για να ’ναι μεγαλύτερη η χαρά της ένωσης;"
"Όχι, δε γνιάζονται οι ρίζες για χαρές.
Μον' θε ’νε να πλαντάει το σπέρμα από τον πόθο
για να ’χει μεγαλύτερην ορμή,
κι ο σπόρος που θα σπείρει να ριζώσει,"
"Μα ούτε συ ουτ' εγώ παιδί ζητάμε να
γεννήσουμε.
Λοιπόν έλα."
"Έρχομαι. Οι ρίζες ας με συχωρέσουνε."
"Τ’ άνθος σου εγώ θα δρέψω μόνο."











ΙΘ. ταυτότης επιθυμιών
-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματος σου τη γλυκιά φωλιά θα μ' έβαζες;
-Φαί θα ήσουν και θα σ' έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν εγινόμουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Θα 'σουνα πηρουνάκι και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καυμό με
ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει.
-Λωλό μού μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Του κόσμου πώς την τάξη εγώ ν' αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρες τα ματάκια σου τα
ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου TO αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι. Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα,
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του 'κοψε ένα ρόδο.
-Αχ! Άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.









κα. ο χορός
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό μέσα στην άνοιξη έχουν στήσει.
Χόρεψε και συ γλυκό κορίτσι!
Όλα τριγύρω σου γλυκό χορό έχουν στήσει.
Και τ' αγριολούλουδο κι ο λόφος κι η
λαμπρίτσα.

Όλα τρελά χορεύουν μες στην άνοιξη.
Χόρεψε γλυκό κορίτσι!
Γύρους με το φουστάνι σου απ' αστέρια
φέρνε
να ζαλιστεί ο ουρανός, στη γη να πέσει
και το φεγγάρι σου να δει κι εδώ να μείνει,

Όλα τριγύρω σε τρελό ρυθμό γυρνούνε.
Μικρή η ζωή κι ο πόθος μας μεγάλος.
Χόρεψε μαζί μου γλυκό κορίτσι.


Γιώργης Χολιαστός