Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Wednesday, August 7, 2013

Εφυγε ο άρχοντας της γειτονιάς


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη


Κλεισμένη στο σπίτι τα πρωινά αυτού του δροσερού καλοκαιριού, γράφω, διορθώνω, παιδεύω την πέννα μου με τούτα και με κείνα. Και λαχταρώ τη γειτονιά μου στη Λευκάδα. Κι όμως η γειτονιά μου, πνιγμένη στη ζέστη και την υγρασία, πενθεί την απώλεια του άρχοντά της: Του Βασίλη Κοψιδά (Μπραϊμη) κατά το παρατσούκλι.

Ο Βασίλης ήταν ο ήρως και φόβος των παιδικών μου χρόνων. Ψηλός, ευθυτενής με αγέρωχο περπάτημα, όμορφος με ένα τσουλούφι στα μαλλιά σαν Ελβις Πρίσλεϊ. Ετσι τον έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια και βέβαια η αγαπημένη του και πανέμορφη σύζυγος, η κυρία Αίθρα, συμπλήρωνε το κάδρο της ωραίας νεότητας.

Θυμάμαι ανήμερα Πρωτοχρονιά, που άνοιγε το σπιτικό τους και πέρναγε από κεί ολάκερη η Λευκάδα για να ευχηθεί στον άρχοντα Βασίλη τα «χρόνια πολλά». Και η κυρία Αίθρα με την ωραία της τουαλέτα να σερβίρει τα μπακλαβαδάκια της, τα λικεράκια και τα ξηροκάρπια,  ανταλλάσσοντας κουβέντες με τις κυρίες και τους κυρίους επίσκέπτες της.

Θυμάμαι επίσης, τη μάννα του, τη θειά Παρασκευή με το όνομα, που ήταν ανυφάντρα στον αργαλειό της, να βγαίνει στο πλατύσκαλο να καμαρώσει το γιό της νάρχεται απ΄’ την αγορά για το μεσημεριανό γεύμα. Η θειά Παρασκευή, παρόλο που είχε κι άλλα παιδιά,  την Αννα, τη Μαρία και τον Γιώργο, δεν είχε μάτια παρά μόνο για το Βασίλη της.

Λοιπόν,ο Βασίλης ήταν απίστευτα κοινωνικός με μεγάλη γενναιόδωρη καρδιά κι ένα χιούμορ που έσπαζε κόκκαλα. Εγώ ήμουν μονίμως θύμα αυτού του χιούμορ, απο μικρό κοριτσάκι που πήγαινα στο Μπραϊμέικο και χαιρόμουν να βρίσκομαι στην αγκαλιά της Αννας ή της Μαρίας, να μου βάφουν τα νυχάκια με πολύχρωμα μανόν και η μαμά μου να θυμώνει...

Οταν μ’ έβλεπε ο Βασίλης άρχιζε το πείραγμα, πως δηλαδή τα όμορφα καλοραμμένα φουστανάκια μου από τα χεράκια της Τσίας, προερχόνταν από τα δέματα της αμερικάνικης βοήθειας, καθότι η ενορία του πατέρα μου του παπα-Νίκου,  μοίραζε ρούχα από την Ούντρα στις άπορες οικογένειες.

Ο Βασίλης με έκανε να αντιστέκομαι και να υπερασπίζομαι τα φουστανάκια, που απέκτησα κάνοντας δεκάδες πρόβες στην Τσία και τη Ναυσικά , υφιστάμενη τις τσιμπιές των καρφιτσών σε κάθε πρόβα. Με έκανε να θέλω να βγάλω τα φουστάνια μου και να κυκλοφορώ μόνο με πιτζάμες, καθώς δεν άντεχα άλλο να μου λέει ότι προερχόνταν απ΄την αμερικάνικη βοήθεια. Εκείνες τις φορές μισούσα το γεγονός ότι υπήρχε η Ούντρα, ήθελα να εξαφανιστεί από την εκκλησία μας μιά για πάντα!

Υστερα, όταν στο τέλος της σχολικής χρονιάς έπαιρνα το ενδεικτικό του Δημοτικού Σχολείου (πάντα με άριστα 10), η μαμά έφτιαχνε χαλβά και μοίραζε στη γειτονιά για το καλό. Και μου στόλιζε ένα πιάτο με 6 κομμάτια να το πάω στη δασκάλα μου, την κυρία Ελπίδα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά της στην παιδεία μας.

Ε ! μόλις με έβλεπε να κατηφορίζω με το στολισμένο πιάτο ντυμένο σε κόκκινο  σελοφάν, ο Βασίλης άρχιζε τα πειράγματα: «Α! Τώρα κατάλαβα γιατί πήρες 10 στο σχολείο, γιατί πληρώνεις τη δασκάλα με γλυκά!» Και το φώναζε δυνατά μέσα από το σπίτι του να το ακούσει όλη η γειτονιά. Κι εγώ ντρεπόμουν μέχρι θανάτου, ήθελα να ανοίξει η γή να με καταπιεί εκεί επιτόπου.

Οταν μεγάλωσα λίγο, σταμάτησα να περνώ από το παράθυρό του, έτρεχα από το κάτω μέρος της γειτονιάς, εξετάζοντας τον ορίζοντα κι ελέγχοντας πως δεν υπήρχε πιθανότητα να πέσω επάνω του. Ενας αναστεναγμός ανακούφισης έβγαινε από το λεπτεπίλεπτο σωματάκι μου όταν την γλίτωνα...Ουφ!

Ο Βασίλης συνέχισε τα πειράγματα και όταν πήγα στο Πανεπιστήμιο. Κάθε φορά που επέτρεφα ως φοιτήτρια από την Αθήνα, με τα ωραία φουστανάκια από το Μινιόν ή το Ατενέ, μου έλεγε: «Τα είχες κρύψει από την Ούντρα βλέπω και τώρα τα καλοφοράς!!! Μπράβο η αμερικάνικη βοήθεια και φοιτήτρια ακόμη σε ντύνει και σε ποδαίνει». Φυσικά ήμουν μεγάλη και άτρωτη στο χιούμορ του τώρα κι έτσι γελούσα πιά μέχρι δακρύων...

Ωστόσο, ο Βασίλης δεν σταμάτησε μόνο σε μένα, συνέχισε το πείραγμα και στον Αλέξανδρο, γιατί ήταν υποχρέωσή του να μυήσει και τον «Αμερικάνο» στο καυστικό του χιούμορ. Ο μκρός μου γιός, που πέρασε τα καλοκαίρια του στη γειτονιά της Μιχαήλ Σκένα, δεν ίδρωνε όμως. Ηταν ψύχραιμος παίχτης και δεν έπαιρνε τοις μετρητοίς τα λόγια του.

Ο Βασίλης μας, ο άρχοντας της γειτονιάς, υπέφερε πολύ τους τελευταίους μήνες. Αγόγγυστα οδηγήθηκε στο τέλος, περιστοιχισμένος από την Αίθρα του και τις αγαπημένες αδελφές του, που τον υποστήριξαν όπως εκείνος τις είχε υποστηρίξει σε όλη τη διάρκεια του βίου τους.

Η γειτονιά έχασε τον άρχοντά της, αλλά εκείνος άφησε τα σημάδια του για πάντα στη Λευκάδα και στην οδό Μιχαήλ Σκένα. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάζει τώρα στη γή της αιωνιότητας!

Χαιρετίσματα στην πεταλούδα μου, τη μαμά, και σ’ όσους έφυγαν απο τη γειτονιά κάνοντάς την να μοιάζει φτωχότερη!


No comments: