Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Tuesday, September 17, 2013

Τόση απουσία...



Φωτογραφημένη με το μαγικό φακό της Καιτούλας της!!!

Κλείνουν κιόλας εννιά χρόνια από τότε που έφυγες, υποκύπτοντας στη θανατηφόρα ασθένεια. Πάνε τόσα χρόνια που αποφάσισες να μετοικήσεις εις ουρανόν, πετώντας με τα φτερά της Πεταλούδας, αφού καθηλώθηκες στο κρεβάτι για τόσους επώδυνους μήνες...

 
Τα νέα για το τέλος σου με βρήκαν στην κολυμβήθρα της Κούβας, εκεί που άλλοτε αλωνίζαμε ανέμελες κι ανυποψίαστες πως πλησίαζε ο αιώνιος χωρισμός. Με χτύπησαν σαν κεραυνός όταν έψαχνα να σου βρώ τις αυταπάτες μιας εναλλακτικής θεραπείας, που αποδείχθηκε ένα ακόμη ψέμμα στις τόσες μάταιες ελπίδες μας.

 
Σήμερα πέρασα από τον τάφο σου να σου πώ μια καλημέρα. Ηρθα με τα λευκά μου χρυσάνθεμα, αυτά που σου αγοράζει ο πατερούλης όταν έρχεται να σε θυμιάσει, να σου πεί μέσα από τα λόγια της Εκκλησίας πόσο πολύ σε αγαπάει, πόσο του λείπεις, πόσο σε θυμάται...

 
Λείπεις από το Μόντρεαλ και τη Λευκάδα τα καλοκαίρια. Λείπει το γέλιο σου, η ξενοιασιά σου, η τόλμη σου, η μαγκιά σου. Λείπει το βαθύ παραπονεμένο σου βλέμμα, που βάφτηκε μόβ από τότε που έφυγα για Καναδά. Πώς έγινε και βάφτηκε μόβ, σε ρώτησα πολλές φορές κι εσύ απάντηση δεν μούδωσες ποτέ.

 

Με το πέρασμα των χρόνων πίστευα, έλπιζα πως ο πόνος της απώλειάς σου θα μαλάκωνε. Πως οι αναμνήσεις από την κοινή μας ζωή θα υποχωρούσαν, πως το κενό σου θα συμπληρωναν οι νέες εμπειρίες της ζωής μου. Ομως μάταια, αυτή η πληγή δεν κλείνει, είναι συρίγγιο, τρέχει ακόμη όπως τότε που σε έσπρωξαν στο χωμα, στα κατάβαθα της άσπλαγχνης γής , 22 Σεπτεμβρίου 2004...

 
Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να σε σκέφτομαι, χωρίς να σε αναζητώ, χωρίς να ανατρέχω στα παιδικά μας χρόνια. Θυμάμαι τους τεράστιους φιόγκους που στόλιζαν το λεπτεπίλεπτο κεφαλάκι σου, θυμάμαι τα λευκά σου αδύνατα ποδαράκια, τις μπουκιές που κράταγες στο στόμα με τις ώρες γιατί δεν ηθελες να φάς.

 
Θυμάμαι τα φουστάνια που μας έρραβε η μαμά στην Τσία στο ίδιο χρώμα  κι εγώ τα μισούσα γιατί ήμασταν ασσορτί στην εκκλησία.Κι εσύ τα λάτρευες γιατί ήσουν σαν κι εμένα, μεγάλη δηλαδή. Θυμάμαι που κατάφερες τον μπαμπά να σου αγοράσει παπούτσια με πλατφόρμα την δεκαετία του 70 όταν έγιναν μόδα και κόστιζαν 3,5 δραχμές ο πόντος στου Κουτσούρια.

 
Θυμάμαι που τον έπεισες να σου αγοράσει ένα ζευγάρι κόκκινα μποτάκια με κρίκο στο φερμουάρ και να καμαρώνεις φορώντας τα στο δημοτικό σχολείο. Κι εγώ η άτολμη να φοράω ακόμη τις δερμάτινες μπότες με τα βαρετά κορδόνια χρόνια και χρόνια στο δημοτικό , γυμνάσιο, λύκειο...

 
Θυμάμαι που ερχόσουν στην είσοδο του υπνοδωματίου να με δείς όταν με είχαν σε καραντίνα λόγω ηπατίτιδας. Ησουν το μόνο πλάσμα που τολμούσε να διαβεί το κατώφλι και να με κοιτάξει κατάματα, παρότι οι κανόνες ήταν αυστηροί και δεν έπρεπε να το κάνεις. Ομως εσύ νικούσες τα όχι και τα μή, για να βρίσκεσαι πάντα κοντά μου.

 
Ετσι συνέβη και με τον Καναδά. Εσύ νικούσες την απόσταση. Κάθε Χριστούγεννα και καλοκαίρι που είχες διακοπές από το σχολείο σου, ανέβαινες στο αεροπλάνο και κατέφθανες γεμάτη δώρα για όλους μας. Τελικά μας ανήκες και σου ανήκαμε. Ησουν κομμάτι αναπόσπαστο της οικογένειάς μας, ένα μικρό μεγάλο παιδί...

 
Ο Αλεξανδρίνος σε αποζητάει. Από τότε που έφυγες έχασε το πρόσωπο που εμπιστευόταν περισσότερο στη ζωή του. Κλείστηκε στον εαυτό του, δεν έχει πού να ακουμπήσει τα κρύφια και τα μύχια της καθημερινής αγωνίας του. Ολο μου λέει ότι αν ήσουν μαζί μας τα πράγματα θάταν διαφορετικά, θάταν καλύτερα. Η λύπη δεν θα είχε καθήσει στην ψυχή μας, πιέζοντάς την κάθε λεπτό...Το φώς δεν θάχε χαθεί από τη σκέψη μας, ο ήλιος δεν θάχε φορέσει ανεξίτηλες σκιές...

 
Ξέρω πως προσπαθείς να με παρηγορήσεις, να μου δείξεις πως είσαι κοντά μας, όταν πετάς τριγύρω μας με τα φτερά της πεταλούδας. Σε βλέπω παντού, σε νιώθω, αλλά δεν μου φτάνει αυτό το πέταγμα κι ύστερα το θρόισμα και η φυγή...

 
Πόσο θέλω να ακούσω τη φωνή σου άλλη μια φορά, να μοιραστώ το γέλιο σου, να δώ τα μάτια σου ολοπράσινα σαν τη λιμνοθάλασσα. Μα νάχει φύγει εκείνη η μόβ σκιά του ξενητεμού μου.

 Να θυμάσαι ότι σ΄ αγαπώ και ότι ανάβω το καντηλάκι σου όταν βρίσκομαι  στη Λευκάδα . Ανάβω  τα μυρώδάτα κεριά καθημερινά στον Καναδά και σε όλους τους τόπους που γυρίζω αναζητώντας σε μικρή μου λατρεμένη αδελφή...

 Τόση απουσία πώς χωράει στη ζωή μου;;; Πέσμου πώς;

 Η αδελφή σου Ιουστίνη

 

 
ΥΓ. Η σύνθεση με τις πεταλούδες είναι του λατρεμένου φίλου μου Στράτου Δουκάκη
 

 

 

4 comments:

angela said...

Απουσίες που κάνουν τη ζωή μας φτωχότερη...
Απουσίες που αδειάζουν την ψυχή μας...
Απουσίες που δεν χωράνε στην ζωή μας...
"Γλυκαίνει ο πόνος " έλεγε η γιαγιά... που έχασε πολύ νωρίς το γιό της...
Ευχαριστώ όμως το Θεό που μας τους χάρισε και πέρασαν από την ζωή μας έστω και για λίγο...

angela said...
This comment has been removed by the author.
Μηθυμναίος said...

Τόση απουσία, φίλη μου…
Η αδικία της «φυγής» της… κι αυτές οι πεταλούδες να φτερουγίζουν κι εσύ να αναγνωρίζεις Εκείνη που ήταν ξεχωριστή!
Να την θυμάσαι πάντα, τις όμορφες στιγμές σας, τις ευτυχισμένες!

Σου στέλνω στο μέιλ σου κάτι που έφτιαξα για ΕΚΕΙΝΗ!!!

Eleni Tsamadou said...

Aχ, Τζουστινάκι μου, τόσο βαθύς ο πόνος του χωρισμού, δεν περνάει, μόνο αμβλύνεται κάπως και κάτι μέρες σαν αυτή γίνεται ξανά δυνατός και μας θυμίζει ό,τι χάσαμε. Να τη θυμάσαι και να την αγαπάς πάντα φίλη μου.