Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Wednesday, November 30, 2016

Στη μνήμη του Φιντέλ Κάστρο

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Στη μνήμη του Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος παραδίδεται πλέον στην Ιστορία να τον κρίνει,παραθέτω ένα κεφάλαιο απο το βιβλίο μου: «Ημερολόγιο Αβάνας, η Κούβα στο Λυκόφως του Κάστρο» (εκδόσεις Ηλέκτρα)
Τελευταία γεύση
Ο ουρανός είναι σκοτεινιασμένος. Δεκάδες σύννεφα κρύβουν τον ήλιο τον ηλιάτορα, τον βασιλιά τον ήλιο, που όλη την προηγούμενη εβδομάδα φάνταζε σαν αναπόσπαστο στοιχείο της Αβάνας. Η πόλη μου φαίνεται πως πενθεί για την αναχώρησή μου και τα δικά μου συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Χαίρομαι που γεύτηκα εφτά ηλιόλουστες ισημερίες σ' αυτό τον τόπο. Με πιάνει όμως μια μικρή εκδικητικότητα για τον τόπο που σε λίγο θα εγκαταλείψω. Χαιρεκακώ για τον ερχομό της καταιγίδας, καθώς παρηγοριέμαι πως έχει και η Αβάνα τις δύσκολες βροχερές μέρες της.
Ξαφνικά ξεσπάει ένας μικρός κυκλώνας. Ο δρόμος έξω απο το παράθυρό μου ερημώνει καθώς ο κόσμος φοβάται το στροβίλισμα του ανέμου με τη δυνατή βροχή να ραπίζει τα τζάμια. Είναι ένας ασήμαντος συνηθισμένος τροπικός τυφώνας που παίρνει τα φύλλα των δέντρων, ρίχνει κάτω τους σκουπιδοντενεκέδες, λυγίζει τους κορμούς και την αντίσταση των περιπατητών.
Σε λίγο φθάνει η Χριστίνα με το κόκκινο αυτοκινητάκι της. Θέλει απαρεγκλίτως να με συνοδέψει μέχρι το αεροδρόμιο. Μαντεύω την ανάγκη της να ανταλλάξει μαζί μου τις τελευταίες κουβέντες στα ελληνικά, να ταυτισθεί με μια γυναίκα της κουλτούρας της κατά την ύστατη στιγμή της αναχώρησής μου.
Ο μελαμψός πορτιέρης βολεύει τις αποσκευές μας στο πορτ μπαγκάζ και χαιρετάει με ενθουσιασμό τις λευκές μπονίτες που μιλάμε μια παράξενη γλώσσα. Ρωτάει αν είναι πορτογαλέζικη, κι εμείς αρνούμαστε μετα βδελυγμίας.

Περνάμε για τελευταία φορά μέσα απο τη βροχερή Αβάνα, όπου οι χοντρές στάλες με τον ανεμοστρόβιλο έχουν απογυμνώσει τις αβενίδες της. Μοιάζει πανέμορφη η πόλη έτσι όπως έχει παραδοθεί στην ακάθεκτη βροχή περιμένοντας -θαρρείς- να πλυθεί από τον ιδρώτα και την υγρασία της. Μια παράξενη γοητεία έχει απλωθεί απ' άκρη σ' άκρη και τα μπαλκόνια άδειασαν εν ριπή οφθαλμού από τις απλωμένες λερές μπουγάδες των γυναικών.
Συνομιλούμε στη διαδρομή, ενώ οι υαλοκαθαριστήρες αντιστέκονται στις ολόχοντρες στάλες που εμποδίζουν την ορατότητά μας. Προσπερνούμε αβενίδες με αλέες, όπου οι φοινικιές λυγίζουν στη δίνη του τρελού ανεμοστρόβιλου. Θαρρώ πως όλα θα ξερριζωθούν μέχρι να φθάσουμε στο αεροδρόμιο. Κι όμως ξαφνικά, στη μέση της διαδρομής, ξεπροβάλλει μια λωρίδα γαλανού ουρανού κι ένα ουράνιο τόξο που βάφει το τοπίο σε όλα τα χρώματα της ίριδας.
Ετσι είναι εδώ με τις ξαφνικές μπόρες. Τα σαρώνουν όλα στο διάβα τους και σε μισή ώρα ξεπροβάλλει η γνωστή καλοκαιρία του νησιού, σβήνοντας τις αλγεινές εντυπώσεις.
Εχω ησυχάσει που ξεφύγαμε απο τη μικρή θύελλα, γιατί ο ορίζοντας ξανάγινε καθαρός παύοντας να 'ναι απειλητικός. Η οδήγηση μέσα απο τροπικούς κάμπους με οργιώδη βλάστηση, μάνγκο και μπανανιές, είναι επαναλαμβανόμενα μαγική. Αφήνω τη ματιά μου να χορτάσει την ολοπράσινη θέα, καθώς στο Μόντρεαλ θα με περιμένει το απόλυτο λευκό για μερικούς μήνες ακόμη.
Η Χριστίνα μου ομολογεί πως της αρέσει πολύ αυτή η σκόρπια, η άναρχη ζωή της Κούβας. Νιώθει πως το μποέμικο στυλ, να ξυπνάει δηλαδή αργά το μεσημέρι με τον ήλιο ντάλα στον ουρανό, να τεμπελιάζει, να ραχατεύει και μετά να δουλεύει σα σκυλί στο τσιμεντάδικο επι βδομάδες όταν βρίσκεται στη ράδα, είναι μια συνεχής αντίσταση στη βαρετή ρουτίνα που βίωσε μέχρι τα 25 της στη μοντέρνα Ελλάδα.
Προσπαθεί να υπερασπιστεί την επιλογή της, που της προσφέρει ελευθερία, κοινωνική υπεροχή, οικονομική επιφάνεια κι ένα διαρκές παιχνίδι με τη φύση, μου λέει. «Τούτο το νησί είναι απρόβλεπτο και μαγικό. Πολλές φορές παίρνω με φίλους το αυτοκίνητο και διασχίζουμε την Κούβα, φτάνοντας σε απόκρυφα ακρωτήρια, σπηλιές με μάγισσες, ακουμπώντας πραγματικούς νεραϊδότοπους», συνεχίζει με ενθουσιασμό.
«Ασε που εδώ η ζωή είναι ένα αιώνιο πάρτι», λέει με αφοριστική απλοϊκότητα. «Αν θέλω, μέσα στη νύχτα παίρνω μερικά τηλέφωνα και μαζεύονται διάφοροι στο σπίτι μου για φιέστα, ρούμι και χορό μέχρι πρωίας. Αυτό, δηλαδή να βλέπεις τους ανθρώπους να περπατούν ήρεμα στο δρόμο, τα παιδιά να παίζουν χωρις φόβο στα σοκάκια, δεν το συναντάς πιά ούτε στη μικρή πατρίδα μου, το Βόλο».
Φτάνουμε στην αίθουσα των αναχωρήσεων και νιώθω πως η Χριστίνα έχει κι άλλα να μου πει.
«Ξέρεις», μου αποκαλύπτει, «το μόνο που με χαλάει εδώ είναι πως οι άνθρωποι δεν πιάνονται φίλοι. Περιμένουν πάντα απο μένα να τους καλέσω έξω, να τους πληρώσω ακόμη και την πίτσα που κοστίζει ελάχιστα δικά τους πέσος. Με πειράζει που με βλέπουν σα δυτικό χρήμα!»
Δεν θέλησα να προσθέσω στη δική της τεκμηριωμένη διαπίστωση για την κουβάνικη νοοτροπία, πως δηλαδή κατα τη δική μου αντίληψη των τελευταίων ημερών, οι κάτοικοι εδώ είναι θύματα της δυτικής επιρροής, πως προσπαθούν να αγκιστρωθούν απο ξένους φίλους για να προσθέσουν στα όνειρά τους μια ελπίδα διαφυγής προς τη δύση, που απέχει μόλις μερικά χιλιόμετρα απ' την ακτή τους.
Στο αεροδρόμιο της αναχώρησης ήπιαμε καφέ με άρωμα Κούβας, αληθινό προϊόν από ντόπιες φυτείες. Αγόρασα δυο σακούλες για να κουβαλήσω μαζί μου τις αναμνήσεις, καθώς είμαι άνθρωπος που ταυτίζω τα γεγονότα με τις μυρωδιές. Είναι αυτό το θυμικό μου που ερεθίζεται απο μνήμες οσμής, γι' αυτό θεωρώ πως τα πούρα και ο καφές είναι τα πολυτιμότερα σουβενίρ του ταξιδιού μου.

Το μάτι μου ξαφνικα καρφώνεται σε μια παράταιρη σκηνή: μια μικρή μαυρούλα ίσαμε 20 χρονών, με χρυσές αλυσίδες στο λαιμό, με γυαλιστερή τσάντα, κατακόκκινα χείλη, κοντό φουστάνι κολλητό, αγκαλιάζεται παθιασμένα με ένα πενηντάχρονο που βρίσκεται σε αναπηρικό καρότσι. Εκείνος με την πλαδαρή του όψη, την χαϊδολογάει στα οπίσθια κι αυτή του τρίβεται με αληθινή τρυφερότητα. Δίπλα της η οικογένειά της, ο πατέρας κι αδελφός της, ήρθαν να αποχαιρετήσουν τον «εραστή» της κόρης.
Με πιάνει αηδία, αποστροφή μπροστά σε τούτη τη σκηνή. Η Χριστίνα μαθημένη στα ήθη εδώ με καθησυχάζει πως οι μικρές πόρνες της Αβάνας και οι οικογένειές τους θεωρούν το σέξ στολίδι της ζωής τους, έστω κι αν είναι αγοραίο.
«Μην τις λυπάσαι τις κοπέλες, απολαμβάνουν τις πολλές εμπειρίες με τους ξένους άντρες ανέμελα και με φυσικότητα», μου εξηγεί η φίλη μου. «Εδώ το σεξ, πληρωτέο ή μή, θεωρείται ευλογία κι όχι αμαρτία!», με καθησυχάζει.
Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνονται παράξενα όλα τούτα. Πως δηλαδή η Κούβα του Φιντέλ στηρίζει την οικονομία της στον τουρισμό και το αγοραίο σέξ, πως η πορνεία ανήκει επίσημα στους άδηλους πόρους της κουβανέζικης οικονομίας.
Εγκαταλείπω την Αβάνα ανάλαφρη, ξαναβαφτισμένη στην αιώνια ομορφιά της, που είχα μοιραστεί επι χρόνια με τη μικρή μου εκλιπούσα αδελφή. Στις αποσκευές μου οι αναμνήσεις της μυρωδιάς της και οι πίνακες της τέχνης των ανθρώπων της. Τα πολιτικά μου σχόλια για την εποχή του Κάστρο δεν έχουν νόημα, αφού η δημοσιογραφία των ημερών βρίθει απο πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας του Κουβανού επαναστάτη αλλά και από σενάρια για τη μετα-Κάστρο εποχή.
Τελικά, παραδέχομαι πως τούτο το ταξίδι με ενέβαλε στην καινούρια μεταλλασσόμενη εποχή των κατοίκων του νησιού, που μοιάζουν να μη μπορούν άλλο να υπομείνουν την στερημένη καθημερινότητά τους μέχρι το επερχόμενο τέλος του αβάσταχτου κομμουνισμού.

No comments: