Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Tuesday, February 7, 2017

Στο πάρτυ που δεν έφτασα ποτέ!




Ηταν καλοκαίρι του 1983, ένα καυτό ανελέητο καλοκαίρι όπου η θερμοκρασία χτυπούσε άνετα τα 40άρια και όπου οι τοίχοι του φοιτητικού διαμερίσματος έβγαζαν φωτιά.

Ηταν καλοκαίρι του 1983 και μόλις είχαμε αποφοιτήσει από τα σεμινάρια του ΕΛΚΕΠΑ (επιδοτούμενα από την ΕΟΚ σεμινάρια για εξειδίκευση αποφοίτων από τα πανεπιστήμια). Ημασταν μια μεγάλη αγαπημένη παρέα, αγόρια και κορίτσια… Αθώοι περιπατητές της Αθηναϊκής ερήμου.

Το θυμάμαι σαν τώρα… Ο Γιάννης Σαχάς έρριξε την ιδέα και την πρόταση. Να πάμε , λέει, στο πάρτυ που οργάνωνε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στη Βουλιαγμένη. Θα ήταν ένα σούπερ συναυλιακό πάρτυ με τη συμμετοχή Σαββόπουλου, Νταλάρα και άλλων πολλών τραγουδοποιών και τραγουδιστών της εποχής. Θα ήταν ένα πάρτυ πάνω στην παραλία του ΕΟΤ και θα ήταν υπέροχα, μοναδικά.

Ετσι λοιπόν κινήσαμε με το χελωνάκι της Voklwagen, που διέθετε ο αριστοκράτης της παρέας΄, ο Γιάννης Σαχάς. Ένα παλιοκαιρίτικο άσπρο αυτοκίνητο με δύο πόρτες και χαμηλό ουρανό. Εγώ στη θέση του συνοδηγού, οι υπόλοιποι πίσω στριμωγμένοι σαν κονσέρβα. Σε έπνιγε το χελωνάκι, σε καταπίεζε αλλά τίποτε δεν μας σταματούσε. Τίποτε.

Με παγωμένες μπύρες και κασέτες του Λουκιανού στο κασετόφωνο ορμήσαμε για την λεωφόρο της παραλίας. Τραγουδώντας και χορεύοντας μέσα στο ασφυκτικό χελωνάκι που δεν είχε αιρκοντίσιον. Αλλά εμείς είχαμε τα παράθυρα ανοιχτά, τα πουκάμισα ανοιχτά, τις μπλούζες βρεγμένες και κολλημένες πάνω στα λεπτά νεανικά κορμιά μας.

Και μιλούσαμε και τραγουδούσαμε και πετάγαμε τα κεφάλια μας έξω απ΄τα παράθυρα. Και φτάσαμε στην παραλιακή, που ήταν πλημμυρισμένη από χιλιάδες αυτοκίνητα. Χιλιάδες αυτοκίνητα όδευαν στην ίδια κατεύθυνση με μας, στο πάρτυ του Λουκιανού στην παραλία της Βουλιαγμένης.

Και οδηγούσαμε και οδηγούσαμε, σημειωτόν, εντελώς σημειωτόν. Και ιδρώναμε, το νερό είχε στεγνώσει στα μπλουζάκια, τα μαλλιά είχαν βραχεί από τον ιδρώτα. Και είχε φτάσει μεσάνυχτα κι ακόμη εμείς παλεύαμε κάπου εκεί στη Γλυφάδα , κολλημένοι σε μια κίνηση που δεν είχαμε ζήσει και δεν θα ξαναζούσαμε ποτέ. Τους είπα ότι δεν άντεχα άλλο κι ότι δεν θα φτάναμε ποτέ. Εκείνοι επέμεναν πως έπρεπε να συνεχίσουμε το αδιέξοδο ταξίδι για το πάρτυ του Λουκιανού, το πρώτο beach party της Ελλάδας. Τους είπα ότι δεν με ενδιέφερε να γίνω μέρος της ιστορίας, δεν ήθελα να πεθάνω από ασφυξία, ήθελα την ελευθερία μου, την ελευθερία μου.

Κι αφού έκλαιγα σχεδόν από την ταλαιπωρία και την ασφυκτική ατμόσφαιρα , τους έπεισα να στραφούμε προς τα οπίσω. Οπερ και εγένετο. Εμείς με τις κασέτες του Λουκιανού απελευθερωμένοι πλέον από την αναγκαιότητα του προορισμού χορεύαμε στο αυτοκίνητο και τραγουδούσαμε. Και ανοίγαμε μπύρες που τις βγάζαμε από τη σακούλα με τον πάγο και χορεύαμε και γελούσαμε και χαιρόμασταν το πάρτυ της Βουλιαγμένης μακρόθεν.

 Γιατί στην πραγματικότητα ο Λουκιανός μας έδωσε την αφορμή… δεν χρειαζόμασταν τη συναυλία για να περάσουμε καλά. Είχαμε τη νιότη , την ορμή, το πάθος, το ρυθμό, την κουλτούρα. Είχαμε τα πάντα για να γίνουμε πρωταγωνιστές εκείνου του υπέροχου πάρτυ, που έσπασε όλα τα ταμπού και τα ρεκόρ της εποχής.

Ο Λουκιανός μας έδειξε το δρόμο , όχι μόνο σε μας αλλά σε μια ολόκληρη Ελλάδα που έμαθε πως οι συναυλίες δεν γίνονται μόνο στα γήπεδα, πως η Ελλάδα μπορεί ν’ αναστενάξει στις παραλίες, στα βουνά, στις ράχες, στα πλοία… Πως η Ελλάδα ξέρει να ρουφάει ρυθμούς και να χορεύει…

Θα σε θυμάμαι πάντα Λουκιανέ Κηλαηδόνη κι ας μην αξιώθηκα να σε καταχωρίσω στο πάνθεον των συνεντεύξεών μου.

Θα σε θυμάμαι για το λεπτό σατυρικό σου λόγο, για την καουμπόϊκη μαγκιά της μουσικής σου, για την περιφρονητική φτυσιά που έρριξες στη μικροαστική νοοτροπία με το χαμόγελο ενός άβγαλτου παιδιού.

Θα σε θυμάμαι γιατί  δεν ήμουν κι εγώ στη Βουλιαγμένη, ενώ η πρόθεσή μου ήταν να έρθω εκεί να σε ακούσω ζωντανά πάνω στην πίστα που έβλεπε θάλασσα και μύριζε αρμύρα.

Θα σε θυμάμαι γιατί δίδαξες ήθος με τη στάση σου στα μουσικά πράγματα της χώρας.

Θα ξαναπαίζω τα τραγούδια σου όταν η ζέστη καίει την ψυχή μου και θα δροσίζομαι αναθυμούμενη το πάρτυ της Βουλιαγμένης… Αυτό που δεν μπόρεσα τελικά να δώ με τα μάτια, αλλά τόζησα με το πάθος της νιότης λίγα χιλιόμετρα παραπέρα…


Τζουστινάκι


No comments: