Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Thursday, September 14, 2017

Χωρίς Εσένα!




Και ναι έχουν περάσει 13 ολόκληρα χρόνια απο τότε που αποφάσισες να γλυστρήσεις απ΄τη ζωή μας αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στην ύπαρξη όλων όσων σε αγάπησαν πολύ.
  
Γλυκειά μου Πεταλούδα, κάθε Σεπτέμβρη που επιστρέφω στο σπίτι όπου πέρασες τις τελευταίες σου μέρες, αναθυμάμαι το λυπημένο σου βλέμμα, που με ρωτούσε χωρίς λόγια: Θα γίνω καλά;

Και οι χημειοθεραπείες σταμάτησαν, δεν υπήρχε καμιά ελπίδα, οι γιατροί μας το έλεγαν και το επαναλάμβαναν χωρίς κανένα οίκτο. Δεν θα γινόσουν καλά, όδευες ολοταχώς στο αναπόδραστο τέλος.

Και τα πράσινα μάτια σου έλαμπαν στο λευκό πρόσωπο, το κορμί σου φουσκωμένο από το αδάμαστο τέρας, το υπέροχο αγαλματένιο στήθος σου άθικτο σαν της Αφροδίτης και  η φωνή σου ταραγμένη από το άγνωστο επερχόμενο τέλος. Χάιδευες τα μαλλάκια που άρχισαν να φυτρώνουν στο κεφαλάκι σου δίνοντας την ελπίδα της επιστροφής σου στην κανονικότητα.

Μα η κανονικότητα δεν επανήλθε. Εφυγες μέσα στη νύχτα όταν εμείς αναζητούσαμε το φάρμακο του μπλέ σκορπιού, χύνοντας δάκρυα στις θάλασσες της Κούβας που τόσο αγάπησες πολύ. Ηταν σα να έκλεινε μια ιστορία έρωτα με το νησί που ξοδέψαμε υπέροχα καλοκαίρια καθώς εκεί μάθαμε τα μαντάτα του τέλους σου.

Αγαπημένη μου,  τόσα καλοκαίρια , τόσοι χειμώνες πέρασαν κι εγώ άκόμη περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο και να είσαι εσύ στην άλλη άκρη του ακουστικού. Και να μιλάμε, να μιλάμε ατέλειωτα για τις μικρές ασημαντότητες της ζωής μας που μαζί σου έπαιρναν άλλη διάσταση και γέμιζαν νόημα και σημασία.

Κι όταν ακούω το όνομα Κωσνταντίνα γύρω μου ταράζομαι, θαρρώ πως εσύ θα ξεπροβάλεις και θα μου πείς ότι εδώ είσαι, πως δεν έφυγες ποτέ, πως όλο αυτό το κενό της απουσίας σου ήταν ένα κακό όνειρο, που πάει πέρασε και δεν θα ξανάρθει.

Ο Αλέξανδρος μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, την πόλη που εσύ λάτρεψες πολύ. Και κάθε φορά που τον επισκέπτομαι μου επαναλαμβάνει : «Η θεία μου θα καθόταν μαζί μου πολλούς μήνες το χρόνο, θα το απολάμβανε τώρα το σπίτι αυτό πάνω στο ποτάμι με θέα το ‘Αγαλμα της Ελευθερίας».

Κι ο Νικόλας, ο μικρός σου πρίγκηπας κι αυτός ενηλικιώθηκε φέτος, μπήκε στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης. Κι εκεί στη Θράκη θα πήγαινες, το ξέρω, να τον επισκέπτεσαι και να του μιλάς για όλα τα όμορφα της ζωής και για τα δύσκολα.

Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχουν λόγια να  σου περιγράψω πόσο πένθος, πόσος πόνος, πόσα δάκρυα έβρεξαν τη ζωή μας απο τη μέρα της μεγάλης σου φυγής.Η απουσία σου έχει γίνει μια διαρκής υπενθύμιση της χαράς που απλόχερα μας έδινε η αγαπητική παρουσία σου.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια που ανέμελη κατέφθανες στο Μόντρεαλ και πίναμε τους καφέδες μας στην rue Bernard. Και περιδιαβαίναμε τη rue St Denis με τα ωραία εστιατόρια και τις μπουτίκ. Και γελούσες ασταμάτητα με τα βλαχογαλλικά των Κεμπεκουάδων και μου έλεγες πως ήμασταν τυχεροί που ζούσαμε με τη γαλλική κουλτούρα που είχε μεταμορφώσει το Μόντρεαλ σε μια πόλη ευρωπαϊκή κι ελκυστική.

Θυμάμαι να χορεύουμε στις συναυλίες του φεστιβάλ της τζάζ και να αγοράζουμε αναμνηστικά μπλουζάκια και να γελάμε ατελείωτα, ανέμελες κι ευτυχισμένες, ανυποψίαστες για το κακό που θα μας κτυπούσε αμείληκτο και θα μας χώριζε για πάντα.

Και μετά ταξιδεύαμε στο νότο, στην Κούβα σου και την Τζαμέικα, το Μεξικό  και τον Αγιο Δομήνικο. Λουσμένες στη θάλασσα της Καραϊβικής, γοητευμένες από την ντόπια κουλτούρα και περιπετειώδεις να αλωνίζουμε με το αυτοκίνητο χωριά και πόλεις του νότου. Τώρα, η Καραϊβική σαρώθηκε από μεγάλο τυφώνα κι ίσως να μην έχουν απομείνει πολλά απο αυτά που εμείς γνωρίσαμε.

Και τα Χριστούγεννα, μόλις έκλειναν τα σχολεία, πάλι στο Μόντρεαλ ερχόσουν. Και στήναμε το αληθινό δέντρο και το στολίζαμε και κάναμε χίλιες δυό σκηνοθεσίες για να μην καταλάβει ο Αλέξανδρος πως ο Αη Βασίλης ήταν μόνο στις καρδιές μας. Και τουρτουρίζαμε στο καναδέζικο κρύο και περπατούσαμε αδέξια στα χιόνια, κι ήμασταν χαρούμενες γιατί καμιά σκιά δεν έπεφτε πάνω απ΄ τις ζωές μας.

Τώρα μόνη μου όπου κι αν βρίσκομαι σ’ αναπολώ. Οταν βλέπω την Πεταλούδα σε φέρνω στη σκέψη μου γιατί ξέρω πως είσαι εσύ. Και πονάω εκεί στην πληγή που ολοένα μεγαλώνει και είναι ανοιχτή σαν το συρίγγιο. Ο πόνος δεν είναι πιά οξύς, είναι πιό απαλός αλλά συνεχίζει να χτυπάει στο ίδιο σημείο της καρδιάς και του νού.

Δεν σε ξεχνάω ούτε μια μέρα. Σου ανάβω τα αρωματικά κεριά της ύπαρξής σου μέσα μου. Σε αναθυμάμαι με άρωμα κολοκύθας το φθινόπωρο, με άρωμα ξύλου το χειμώνα, με άρωμα τριαντάφυλλου την άνοιξη και με άρωμα μήλου το καλοκαίρι.

Σ’ αγαπώ και μου λείπεις. Να δώσεις την αγάπη μου στη μαμά και στον πατερούλη. Ολοι μου λείπετε, η ζωή μου είναι λειψή!


Η αδελφή σου
Ιουστίνη


2 comments:

Μηθυμναίος said...

Με το δίκιο σου, Ιουστίνη μου, δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτή την αίσθηση του κενού. Γνώριμο κενό πλέον. Ωστόσο προστατευτικό «άδειο».
Κι αυτή η πεταλουδίτσα (ψυχούλες τις λέγαμε στο χωριό μου…) ψυχούλα αγαπημένη που σε συντροφεύει, νοσταλγεί… το «λειψό»

Υ.Γ. Έμαθα πως μας ήλθες κι ελπίζω να σε δω…

litsa t. said...

Αυτο το τηλεφωνο που δεν χτυπαει πια να ακουσουμε την φωνη που αγαπησαμε τοσο δυνατα ειναι τοσο οδυνηρο.Συμπασχω μαζι σας.