Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Friday, August 3, 2012

Το Πανηγύρι του Αη Λιά στην Εγκλουβή Λευκάδας

Αφιερωμένο εξαιρετικά στο θείο Ηλία Φραγκούλη, τη γυναίκα του Ελισάβετ και σε όλους του συγχωριανούς Εγκλουβησάνους

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην ιστορική ομογενειακή εφημερίδα Εθνικός Κήρυκας της Νέας Υόρκης στη στήλη μου Ιδιοχείρως

Πώς τρέχει αυτό το καλοκαίρι, πιό γρήγορα από τα προηγούμενα, σα φωτιά σε ξεραμένο δάσος. Φτάσαμε κιόλας στο τέλος του Ιουλίου και η καρδιά μου αναπολεί μέρες χαρούμενες της παιδικής ηλικίας, τότε που η ζωή φάνταζε ατέλειωτη, μακριά, ανώδυνη.

Στις 20 του μηνός ήταν η γιορτή του Προφήτη Ηλία και δεν ξέρω πώς έγινε και ξαφνικά κατακλύσθηκε η ύπαρξή μου από τις παιδικές αναμνήσεις . Τότε που ανηφορίζαμε στην Εγκλουβή, το χωριό της καταγωγής του πατέρα μου στη Λευκάδα, το οποίο βρίσκεται εγκλωβισμένο από τις οροσειρές του νησιού.

Και πάνω στην κορυφή στέκει σαν αητός το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, προστάτη του χωριού. Αναθυμάμαι τα πανηγύρια στην Εγκλουβή και δάκρυα συγκίνησης μου έρχονται στα μάτια.

Παραμονή παίρναμε το πράσινο λεωφορείο του ΚΤΕΛ, τα παιδικά στομάχια μας ανακατεύονταν από τις στροφές και τις ανηφόρες. Κλείναμε τα ματάκια για να μη βλέπουμε τον εκρεμνό που ανοιγόταν μπροστά μας καθώς το κουρασμένο όχημα προσπαθούσε να νικήσει την απόσταση  σε ένα στενό φθαρμένο δρόμο με δεκάδες λακούβες. Κι ύστερα ξαφνικά πρόβαλε το γίσωμα (ίσωμα κατά τους χωριανούς μου)και το λεωφορείο σταματούσε με φρένα που ούρλιαζαν στα ανήξερα αυτάκια μας.

Εκεί μας περίμενε ο παππούς ο Αποστόλης, να φορτώσει τα πράγματά μας στο άλογο και να μας μεταφέρει στο σπιτικό με την ιεροτελεστία της πομπής των νεοφερμένων. Μπροστά ο αδελφός μου στο άλογο και πισωκάβαλα εγώ, που έτρεμα το ύψος και τις πέτρες σαν παραπατούσε το γέρικο ζώο.

Φτάναμε στο σπίτι,η γιαγιά μας περίμενε στον περίβολο με το θείο Εκτορα. Δεν υπήρχαν αγκαλιές και φιλιά, η οικογένεια ήταν δωρική, γνώριζε μόνο τη δουλειά στα χωράφια. Η μόνη τρυφεράδα ήταν προς τη γή που την περιποιόνταν με θρησκευτική ευλάβεια  κι εκείνη  τους τάιζε με τα καλούδια της.

Η γιαγιά  μας σερβίριζε αριγανάδα (ξερό σιταρένιο ψωμί βουτηγμένο σε λαδόξυδο και ρίγανη) και γύρω στις 9 πέφταμε ξερά στα ψηλά κρεβάτια, τα στηριγμένα σε καβαλέτα. Τα σεντόνια μοσχοβολούσαν καθαριότητα και ήταν υφαντά, μια αίσθηση που ακόμη κουβαλάω στο ντουλαπάκι της πολύτιμης αλάνθαστης μνήμης.

Την επόμενη μέρα ξυπνούσαμε πουρνό-πουρνό (πρωί πρωί) μόλις ο ήλιος είχε χαράξει τη μέρα. Κι εγώ έτρεχα στο παράθυρο της τραπεζαρίας να αγναντέψω το λαγκάδι που το χειμώνα –λέει- μετατρεπόταν σε άγριο χείμαρο.Εκεί η φωτογραφική μου μνήμη τραβούσε φωτογραφίες και η φαντασία μου το βράδυ τις έπλεκε σε ιστορίες.

Αχάραγα , λοιπόν, σηκωνόμασταν όλοι και φορούσαμε τα καλά μας ρούχα για την εκκλησία. Πλέναμε τα προσωπάκια μας στον αυτοσχέδιο νιπτήρα , μας χτένιζε η μαμά και μας έστελνε με τον πατέρα, τον παππού και το θείο να πάμε στη λειτουργία του Προφήτη Ηλία , εις το βουνό ψηλά εκεί.

Η μαμά και η γιαγιά έμεναν στο σπίτι, γιατί πρώτον έπρεπε να μαγειρέψουν το κρεατικό της γιορτής (σούπα από άγριο κατσικάκι) και δεύτερον γιατί δεν είχαν άλογο να ανεβούν για να φτάσουν στην κορυφογραμμή του βουνού, όπου βρισκόταν το μικροσκοπικό πανέμορφο εκκλησάκι.

Εγώ στριμωχνόμουν πίσω από τον πατερούλη στον Ψαρή κι ο Αποστόλης πίσω από το θείο Εκτορα στο Ντορή του σπιτιού μας. Το μονοπάτι στενό , ανηφορικό, ανελέητο. Με πέτρες που έκαναν τις οπλές του αλόγου να γλιστρούν και την καρδιά μου να πάλλεται καθώς περίμενα από στιγμή σε στιγμή να πέσουμε στο γκρεμό. Αλλά τα άλογα σταθερά στην πορεία τους όδευαν πίσω από τα δεκάδες άλλα άλογα των χωριανών μας που ανέβαιναν ευλαβικά προς το βουνό.

Ολοι μας χαιρετούσαν με σεβασμό, καθότι ο πατερούλης ήταν ιερέας και μάλιστα μορφωμένος και αστός πλέον στην πόλη της Λευκάδας. Ολοι μας αγαπούσαν και γινόνταν μια μεγάλη οικογένεια μαζί μας.

Κάποτε φτάναμε στο βουνό, ο πατερούλης μαζί με τον εφημέριο του χωριού συλλειτουργούσαν κι εγώ με τον Αποστόλη βρίσκαμε τα άλλα παιδιά και παίζαμε έξω στο προάυλιο αντικρύζοντας κάτω στο βάθος το απέραντο λιβάδι της Καρυάς. Αριστερά μας δέσποζαν τα ραντάρ των αμερικανικών βάσεων και στο μικρό μας μυαλουδάκι πιστεύαμε πως μας προστάτευαν από τις επιθέσεις των κακών.

Μετά τη λειτουργία μέσα στο πύρωμα του καλοκαιριού με τις πέτρες να αντανακλούν τον καυτερό ήλιο, κατηφορίζαμε πάνω στα άλογα. Κι εδώ η ιππασία γινόταν ακόμη πιό επικίνδυνη, το κορμάκι μου έτρεμε μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας και να ξεπεζέψουμε μπροστά από το σταύλο. Χαϊδεύαμε το Ντορή ακι τον Ψαρή που μας είχαν μεταφέρει σώους και αβλαβείς.

Το τραπέζι μας περίμενε στρωμένο με τα λευκά τραπεζομάντηλα, η σαλάτα σερβιρισμένη, το κόκκινο κρασί στην πινιάτα...

Το κύριο πιάτο από τη γιαγιά  την Κωνσταντία για το μεσημέρι ήταν μανέστρα (σούπα από ζουμί κατσικιού με κριθαράκι και ντομάτα φρέσκια), καθώς το λιοπύρι δεν επέτρεπε να φάμε βαριά. Η σοφία των παπουδογιαγιάδων με εκπλήσσει μέχρι σήμερα, που φέρνω στο νού μου εκείνες τις παιδικές μέρες.

Εμάς τα παιδιά μας έβαζαν στον ύπνο και ήταν μια πραγματική απόλαυση καθώς οι χοντροί τοίχοι του πέτρινου σπιτιού όχι μόνο δεν επέτρεπαν στη ζέστη να διεισδύσει αλλά τα ανοιχτά παράθυρα από τη μιά άκρη στην άλλη δημιουργούσαν ρεύμα δροσιάς. Η γιαγιά , ο παπούς και η μητέρα μου περνούσαν το μεσημέρι στο κατώι, κάνοντας διάφορες δουλειές. Ο πατερούλης ξεκουραζόταν από τη λειτουργία στον Προφήτη Ηλία, όπου είχε δώσει τους πιό γλυκούς τόνους της κοντράλτας φωνής του.

Βαθύ απόγευμα ξυπνούσαμε ζαλισμένα από τη διαφορά της καθημερινότητας και από το ασυνήθιστο υψόμετρο του τόπου. Η μαμά μας έντυνε για να προλάβουμε να κάνουμε μια γύρα τις επισκέψεις στους συγγενείς που τόσο αγαπούσε και την αγαπούσαν πριν πέσει το λυκόφως.

Ετσι κινούσαμε για τους σταθμούς μας: Πρώτη επίσκεψη στου μπαρμπα Μαστρογιάννη και της Γιούλως, που είχαν πάντα μια καλή κουβέντα να μας πούν. Εγώ έμενα εκστατική με τα ολογάλανα μάτια της γιαγιάς Γιούλως, που δούλευε ολημερίς στα χωράφια σαν άντρας και ήξερε κάθε πέτρα στα αλώνια, στα αμπέλια, στα λιοστάσια. Και γελούσα με τις ιστορίες που είχε να διηγηθεί ο μπαρμπα Μαστρογιάννης, ένας απίστευτος άνθρωπος με τρομερή αφηγηματικότητα (τόσο που μερικές φορές αναρρωτιέμαι μήπως από κεί πήρα την ευκολία της γραφής).

Δεύτερος σταθμός στην αρχόντισσα της οικογενειας τη θειά Ελένη, μια λεπτή ψηλή γυναίκα με λευκή επιδερμίδα και τρομερή νοικοκυροσύνη. Μας φίλευε υποβρύχιο μέσα σε δροσερό νερό απ΄το πηγάδι κι είχε πάντα πολλά να μας αφηγηθεί για τα τρία αγόρια της. Ο Πάνος έλειπε στην Αυστραλία, ο Αγγελος ήταν φαντάρος και ο Μένιος δούλευε πιστά και ανελέητα στην πατρική γή . Η κόρη της η Μαρίνα ( η αγαπημένη θεία που με κανάκευε στη νηπιακή ηλικία)  είχε παντρευτεί λίγο πιό πάνω και θα ήταν ο επόμενος σταθμός μας.

Ετσι, περνούσαμε στην επάνω γειτονιά, που είχε μια συγκλονιστική θέα, όλη την Εγκλουβή και το λιβάδι της Καρυάς στα πόδια μας. Η ματιά μου δε χόρταινε τούτο το χωριό, που λόγω της ορεινότητάς του ήταν απροσπέλαστο και ανοίκειο στους Λευκαδίτες.

Εκεί στο πάνω χωριό κάναμε επίσκεψη στον τραχύ μπάρμπα –Γιώργο που τον αγαπούσα αλλά και τον φοβόμουν με το παραστατικό και την βροντερή φωνη του. Και μετά τις κουβέντες που αντάλλασαν μεταξύ τους οι μεγάλοι, εμείς βγαίναμε στο κατώφλι να πάιξουμε με τις κότες και τα κοτοπουλάκια των γειτόνων. Κι όλο μας ρωτούσαν πώς ήμασταν κι αν μας άρεσε στο χωριό και σχολίαζαν πώς κόκκίνησαν τα μαγουλάκια μας τις λίγες ώρες που βρεθήκαμε στο οροπέδιο.

Επόμενη επίσκεψη ήταν στης θειάς Κυριακούλας και του μπάρμπα Κωστάγγελου το σπίτι. Α! Ήταν ο αγαπημένος μου προορισμός γιατί η θέα από εκεί πάνω ήταν ένα ζωγραφικός πίνακας. Μου κοβόταν η ανάσα καθώς έβλεπα να απλώνεται κάτω στα πόδια μου το χωριό ντυμένο μέσα στο καταπράσινο χρώμα των πλατανιών και των καστανιών του.Η θειά Κυριακούλα ήταν η πιό εκλεπτυσμένη από τις συγγένισσες, γιατί κατέβαινε συχνά στη Λευκάδα λόγω της αδελφοσύνης της που διέμενε στην πόλη κι έτσι μας πρόσφερε συχνά καραμελίτσες και τα τοιούτα αγαπημένα των παιδιών. Ασε που γιόρταζε και ο Ηλίας της κι έτσι έφτιαχνε έξτρα γλυκό του κουταλιού για τη μέρα!

Το βράδυ έφτανε γοργά, επιστρέφαμε ασμένως στο σπίτι για να ντυθούμε να πάμε στο πανηγύρι , που εξελισσόταν σε τρία καφενεία με βιολιά περιάκουστα, που είχαν καταφθάσει  από τη Λευκάδα και την Αιτωλοακαρνανία. Η ατμόσφαιρα μύριζε αρνάκι ψημένο κι εγώ λάτρευα τη στιγμή που το σφαχτό ερχόταν μέσα σε λαδόκολλα και  γευόμουν τα κοψίδια με τέτοια βουλημία!

Τα βιολιά έπαιζαν συρτά, καλαματιανά , τσάμικα και οι οικογένειες έδιναν παραγγελιές να χορέψει καθεμιά τους χορούς της. Η τραγουδίστρια με το ντέφι έπαιζε , χόρευε , τραγουδούσε κι εγώ ήθελα τόσο μα τόσο να της μοιάσω. Τελικά δεν έγινα ούτε πριμαντόνα ούτε τραγουδίστρια και μια μερα θα σας αφηγηθώ πώς εγκατέλειψα την ιδέα της μουσικής καριέρας, παρότι ονειρευόμουν το πάλκο αφότου άκουσα τη Μαρία Κάλας στο φεστιβάλ της Λευκάδας τον περιβόητο Αύγουστο του 62 και γέμισα από το μεγαλείο της φωνής και της παρουσίας της, 3 χρονών κοριτσάκι...

Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

No comments: