Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Wednesday, September 12, 2018

Εσύ που λείπεις!!!


Τώρα που σου γράφω κάθομαι στον καναπέ του σαλονιού αντικρύζοντας το γραφείο, εκεί που είχε τοποθετηθεί το κρεβάτι των τελευταίων ημερών της σύντομης ζωής σου.Αναθυμάμαι εκείνο το φρικτό καλοκαίρι που έζησες χωρίς ελπίδα, παραδίδοντας τη ζωή σου στον αναπόδραστο θάνατο την αποφράδα μέρα, 22 Σεπτεμβρίου του σωτηρίου έτους 2004.

Είχαμε ταξιδέψει μαζί στο αγαπημένο Μοντρεάλ για να σε δουν άλλοι γιατροί, να σου προτείνουν άλλο κοκτέιλ χημειοθεραπείας αυξάνοντας τις ελπίδες σου για επιβίωση. Μα εκείνοι οι γιατροί σιγοψιθύριζαν για να μην ακους εσύ, πως δεν είχες ζωή πάνω απο τρίμηνο και πως οι μέρες ήταν μετρημένες.

Γυρίσαμε στην Αθήνα όπου συνεχίστηκε ο Σταυρός του μαρτυρίου. Εσύ έμπαινες κι έβγαινες στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, εσύ πονούσες όταν σε τρυπούσαν οι νοσοκόμες για να σου βρουν φλέβα. Και χάιδευες το αδειανό κεφαλάκι σου ρωτώντας με όχι αν θα γίνεις καλά , μα αν θα φυτρώσουν τα μαλλιά σου πάλι.

Κι εγώ καθόμουν πλάι σου όταν έκανες τις μεταγγίσεις γιατί το αίμα σου είχε διαλυθεί πλέον και δεν άντεχε άλλο δηλητήριο. Καθόμουν στην άβολη καρέκλα του νοσοκομείου και σου έλεγα για τα παιδικά μας χρόνια. Ήθελες να ακούς πάλι και πάλι για το πόσο ενοχλητική μου ήσουν όταν έτρεχες διαρκώς απο πίσω μου και σε αποκαλούσα ακολυθίκι. Και όταν ήθελες να συμμετέχεις στα παιχνίδια μας που προσπαθούσα να περιχαρακώσω την ανεξαρτησία μου, αποκλειοντάς σε απ´ αυτά. Σε έστελνα να παιξεις με την Αλέκα και τη Μπεττίνα διότι ήσασταν άλλη ηλικιακή κατηγορία και δεν σας γούσταρα στα πόδια μου.

Με ρωτούσες γιατί δεν ήθελα να φοράμε τα ίδια φουστάνια που επέμενε να μας ράβει η μαμά στην Τσία, απορούσες γιατί ποτέ δεν σε έβλεπα σαν ίση μου. Γιατί..

Κι εγώ σου εξηγούσα πως ήμουν ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ κι αυτό σήμαινε πολύ σπουδαία πράγματα για μένα. Μη με ρωτήσεις ποιά, αυτή η ηλιακή διαφορά μου έδινε μια αλαζονία που εσύ έμαθες να συγχωρείς  και να κατανοείς.

Αυτό το καλοκαίρι το πέρασα στο πατρικό μας σπίτι στη Λευκάδα. Και παρόλο που ήταν εκεί ο Αποστόλης με την οικογένειά του, παρόλο που ήρθε και ο Αλεξανδρίνος από τη Νέα Υόρκη, εγώ έμεινα πολλές ώρες μαζί σου.
Ξανάπλασα στη φαντασία μου τις παιδικές μας ώρες κι αναθυμόμουν διαρκώς τις μικρές κοριτσίστικες στιγμές που μοιραστήκαμε στο ροζ δωμάτιο με τα δυό κάρινα κρεβάτια και την ασορτί βιβλιοθήκη- γραφείο. Χάιδεψα τις κούκλες που απόμειναν στη βιτρίνα, απόηχοι της αθωότητάς μας, τη Νιόβη και τη Ναταλί μας.

Άγγιξα τα σκληρά γυαλιστερά εξώφυλλα των εφηβικών μας βιβλίων αγορασμένων απο τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ. Είδα τη Μαίρη Πόπινς να κατεβαίνει με την ομπρέλα της και να την καθίζουμε μαζί μας να μας λέει ιστορίες όπως τότε φανταζόμαστε στο παιδικό δωμάτιο πριν κοιμηθούμε τις νύχτες του καλοκαιριού.

Αναθυμήθηκα πως εσύ άνοιγες τις γρίλιες απο το παράθυρο να γλυστρήσει μέσα το φως του αυγουστιάτικου φεγγαριού που μας θάμπωνε...και έλουζε τα όνειρά μας στολίζοντάς τα με προοπτικές.

Πήγα στην Εγκλουβή που εσύ εύρισκες απομονωμένη κι άγρια , ίσως επειδή δεν έπαιξες σαν κοριτσάκι στην αυλή του πέτρινου σπιτιού. Είδα τα κτήματα της κληρονομίας απο τους παπούδες και τον πατερούλη μας κι αγαλλίασα γιατί κατάλαβα πως την Εγκλουβή δεν την πήρε κανείς απο μέσα μου κι ούτε θα την πάρει.

Εσυ θα με κορόιδευες το ξέρω, γιατί ένιωθες γόνος του Σύβρου και του Κακαβουλέικου. Κι εγώ αισθανόμουν ορεινή και Φραγκουλίτσα...και μαλώναμε ποιά φυλή ήταν πιό δυνατή, η πατρική ή η μητρική.

Να ξέρεις πως σε σκεφτόμουν κάθε λεπτό στη Λευκάδα του καλοκαιριού. Κι όταν χαιρόμουν κι όταν κολυμπούσα στα Ιόνια νερά της τυρκουάζ θάλασσάς μας.Κι όταν μιλούσα και γελούσα με τους παιδικούς φίλους μας στα μπαράκια αργά τις νύχτες...

Να τώρα βρίσκομαι στο τελευταίο της ζωής σου δωμάτιο και σ´ αναπολώ και σε σκέφτομαι. Και λέω γιατί μου γλύσρτησες, γιατί δραπέτευσες απο τις χαρές του βίου; Ή μήπως είχαν γίνει μόνο λύπες;

Μικρή μου μωβ βεντάλια μου Σ´ ΑΓΑΠΩ. Το κεράκι σου καίει κάθε μέρα σε διάφορα αρώματα. Εσύ λείπεις απο τον επίγειο κόσμο ...Μα εγώ σε κουβαλώ μέσα μου

Ώσπου να ξανασυναντηθούμε

Η αδελφή σου

Ιουστίνη



1 comment:

Μηθυμναίος said...

Φίλη μου Ιουστίνη, το πένθος σε αλλάζει αργά και βασανιστικά και με κάθε θύμηση καλείσαι να σφίξεις το σώμα σου και το πνεύμα σου και να συνεχίσεις την πορεία…

Πάντα με την αγάπη μου!