Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Thursday, October 22, 2015

Ο πρώτος μου έρωτας



Εμείς στην οικογένειά μου δεν μιλούσαμε για έρωτες. Μιλούσαμε πάντοτε για αγάπη, αυτή τη χριστιανική αγάπη της υποχώρησης, της καταλλαγής, της συγχώρησης. Η αγάπη ήταν μια καθημερινότητα στο σπίτι μας, μια αγάπη που εκδηλωνόταν με χάδια, φιλιά και λόγια, καθώς η μητέρα μου ήταν απολύτως διαχυτική στις χειρονομίες και στις λέξεις.

Αλλά τα μικρά παιδιά απο ένστικτο-απο πλήρες και απόλυτο ένστικτο- οδηγούνται στον έρωτα άνευ προπαίδειας. Ετσι κι εγώ ένιωσα ξαφνικά τον έρωτα στην πρώτη Δημοτικού. Το θυμάμαι σαν τώρα. Επεσα κεραυνοβολημένη στα πατώματα με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά τικ-τακ-τικ.

Ηταν οι πρώτες μέρες του Δημοτικού σχολείου εκεί στη λιθόστρωτη αυλή του κίτρινου σχολικού κτιρίου στο Μαρκά. Και ήμουν κρεμασμένη απο τα κάγκελα προσπαθώντας να εντοπίσω μια συμμαθήτρια. Τα μάτια μου έπεσαν στο καστανόξανθο ψηλόλιγνο αγόρι.

Κατέβηκα και πλησίασα. Εμεινα ακινητοποιημένη απο το ανοιχτό γαλάζιο βλέμμα του, το αμήχανο γέλιο του, τα κάτασπρα δόντια του. Τον κοίταζα σα χαμένη, τελείως παραδομένη σε μια φιγούρα που δεν είχα δεί ποτέ στη σχολική αυλή.

Αυτό το τικ-τακ-τικ με εμπόδιζε να τον πλησιάσω. Αλλά τελικά πήρα το θάρρος και τον έφτασα. Ηταν περικυκλωμένος απο πολλά κορίτσια, κορίτσια που μου έμοιαζαν σαν μικροί εφιάλτες. Τις έκανα στην άκρη, σχεδόν τις έσπρωξα με βία και με μια τεράστια αποφασιστικότητα τον ρώτησα:

-Πώς σε λένε;

-Με λένε Πολύδωρο. Πολύδωρο Διγενή

Είχε μια ελαφριά προφορά σα να μην μιλούσε τέλεια τα ελληνικά. Είχε έρθει μόλις απο την Αμερική με την οικογένειά του, καθώς ο πατέρας του ήταν καρδιολόγος και είχε κάνει μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ. Ετσι μου είπε.

Το τι-τακ-τικ μέσα μου θέριεψε, ακουγόταν σε όλη την αυλή, τα μάτια μου χαμένα στα χείλη του που έμειναν ολόκλειστα γιατί δεν ήξερε να πεί περισσότερα. Δεν ήξερε να πεί κι εμένα αυτή η αφωνία μου θέριευε τον έρωτα. Τον έρωτα που με ταρακουνούσε και δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν.

Τότε το είπα δυνατά και το άκουσαν όλες και όλοι στην αυλή: «Ολα τα κορίτσια της 1ης Δημοτικού είναι ερωτευμένα με τον Πολύδωρο!». Ερωτευμένα είπα κι όμως δεν είχα ξανακούσει αυτή τη λέξη ούτε στο σπίτι μου ούτε πουθενά.

Κι έγινε τεράστια παρεξήγηση απο τα κορίτσια που τον είχαν περικυκλώσει και που στο δικο τους σπίτι είχαν μάθει τί ήταν έρωτας!

Ο Πολύδωρος πήγε στο 2ο Δημοτικο Σχολείο, τουτέστιν δεν ήταν στη δική μου τάξη. Ετσι τον έβλεπα στην αυλή κι αυτός δεν με ξεχώρισε ποτέ ανάμεσα στα άλλα κορίτσια. Πέρασαν αδιάφορα τα τέσσερα χρόνια της συνύπαρξής μας στην ίδια αυλή.

Αργότερα χαθήκαμε με τον Πολύδωρο, άλλαξαν και τα αισθητικά μου γούστα. Τώρα μου άρεσαν οι μελαχροινοί, το λιγότερο οι καστανοί. Είχα μάθει και για τους πόνους του έρωτα.

Το καλοκαίρι του 2010 τον ξαναείδα τον Πολύδωρο στο μπουγατσάδικο του Μακεδόνα στη Λευκάδα. Τον ξαναείδα και τα είπαμε. Του εκμυστηρεύτηκα εκείνον τον πρωτόλειο έρωτα και γελούσε. Γελούσε καλόκαρδα κι αγαπητικά σαν ένας φίλος που αναγνώριζε την κοινή μας ιστορία.

Ο Πολύδωρος μου κίνησε τον έρωτα, αυτό το τικ-τακ-τικ που σου βγάζει τα σωθικά και τα διαλαλεί στην αυλή του σχολείου, στην ψαραγορά του Μαρκά , παντού. Κι εκείνος δεν ακούει και δεν μιλάει, γιατί δεν καταλαβαίνει καλά τα ελληνικά! Γιατί είναι μικρός για να ξέρει τον Ερωτα!

 Justinaki

2 comments:

Αστοριανή said...

Το καλοκαίρι του 2010 τον ξαναείδα τον Πολύδωρο στο μπουγατσάδικο του Μακεδόνα στη Λευκάδα. Τον ξαναείδα και τα είπαμε. Του εκμυστηρεύτηκα εκείνον τον πρωτόλειο έρωτα και γελούσε. Γελούσε καλόκαρδα κι αγαπητικά σαν ένας φίλος που αναγνώριζε την κοινή μας ιστορία. Ι.Φ.

...Οποία τρυφεράδα...
Πλατύ χαμόγελο...

Υιώτα
ΝΥ

pylaros said...

Μια φορά κι έναν καιρό στην Καλλιθέα στην πρώτη γυμνασίου η ξανθειά γαλανομάτα που έμενε στο Καταπόδι, εκεί όπου πρωτοτρέμει η καρδιά, μόλις άρχισαν τα όνειρα να φουντόνουν, μόλις πλησίαζε η άνοιξη ν' ανθίσει ο έρωτας ήρθε η χαντζάρα του χωρισμού και τάκοψε σαν τον χάρο που παίρνει κεφάλια. τούτη τη στιγμή όμως έπαιρνε ψυχές φυτεμένες στο σώμα όπου είχε και την πρωτοβουλία των'ησεων!
λες και ήσουν πιόνι, που όμς δεν ήσουν.
Τι κρίμα!!!

Γαβριήλ