Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Sunday, June 5, 2016

Τζουστινάκι: Ενα παιδί μετράει τη μοναξιά του!


 

Θα σας πώ μια ιστορία για το Τζουστινάκι, μια ιστορία που διατρέχει όλον σχεδόν τον παιδική της βίο, καθώς ήταν ένα κοριτσάκι διαφορετικό που δεν χωρούσε πουθενά.

Το Τζουστινάκι το θυμάμαι απο πάντα, ίσως απο τότε που άλλα παιδιά δεν εγγράφουν μνήμες, το θυμάμαι να παίζει ανέμελα με τον μεγάλο αδελφό της, τον Αποστόλη και να νιώθει τρομακτικά απειλημένο όταν έσκασε μύτη στη ζωή της οικογένειας η μικρή της αδελφή, η Κωνσταντίνα.

Το Τζουστινάκι τότε αγχώθηκε πολύ, ένα τεράστιο άγχος σαν σύννεφο ήρθε και κάθησε στην ανέφελη ζωή του. Η παρουσία ενός μωρού, που έπαιρνε όλη την προσοχή της μαμάς, ήταν μεγάλο τραύμα στην ακύμαντη ως τότε καθημερινότητά της. Αυτό το μωρό, Η Κωνσταντίνα, που έγινε κοριτσάκι και ήθελε πάντα να ανήκει στα παιχνίδια της, που ήθελε να φοράει τα ίδια ακριβώς φουστάνια, να παίζει με τις ίδιες φίλες, να πηγαίνει στα πάρτυ των μεγάλων κοριτσιών, να καμαρώνει για τη μεγάλη αδελφή, έγινε ο εφιάλτης του Τζουστινακίου.

Αλλά το Τζουστινάκι είχε κι άλλους εφιάλτες. Στο σχολείο ήταν κυρίαρχο γιατί ήταν αρίστη μαθήτρια. Εκεί δεν έμπαινε σε αμφισβήτηση η πρωτοκαθεδρία της, γι αυτό η αίθουσα και η αυλή του διαλείμματος ήταν τα καλύτερά της. Αυτό ήταν το φρούριό της, το λιμάνι της, η ασφαλής αποβάθρα της άγουρης ζωής της.
 

Στο οικογενειακό  περιβάλλον το Τζουστινάκι υπέφερε τα μάλα. Παρότι έπαιζε με τα αγόρια της οικογένειας, Νιόνιο, Αποστόλη , Κωτσονιό κυρίως αγορίστικα παιχνίδια που πολύ της άρεσαν, αντιμετώπιζε μια εχθρότητα απο τα κορίτσια , την αδελφή της Κωνσταντίνα και τις πρωτοξαδέλφες της, Λίτσα και Καίτη. Ηταν βλέπεις, η μεγάλη και οι μικρές τη ζήλευαν που ανήκε στους μεγάλους.

Το Τζουστινάκι , στην πραγματικότητα , υπέφερε στο οικογενειακό περιβάλλον γιατί ήταν γεννημένο να ζει μόνο, αλλά η μοίρα τόφερε να μεγαλώνει με άλλα παιδιά, να στριμώχνεται ανάμεσα στα δυό της αδέλφια και τα τέσσερα πρώτα της ξαδέλφια του θείου παπα-Νίκου Κακαβούλη και να μην έχει ποτέ -μα ποτέ- το δικό της χώρο.
 

Το Τζουστινάκι είχε κι άλλο μη δημοφιλές χαρακτηριστικό. Αγαπούσε το διάβασμα των εξωσχολικών βιβλίων. Χανόταν με τις ώρες στην ανάγνωση των γάλλων κλασικών, είχε ξεσκονίσει τον Τολστόι και είχε καταπιεί το Ντοστογιέφσκι μέχρι τα 15 της. Αλλά οι ατέλειωτες ώρες της απόσυρσης και της απομόνωσης, προκαλούσαν τη μήνι των άλλων παιδιών της οικογένειας, που την έβλεπαν καχύπτοπτα

1, γιατί αποτελούσε διαρκώς παράδειγμα προς μίμηση

2.γιατί έδειχνε μια αφύσικη περιφρόνηση προς τη φυσιολογική κατάσταση του παιχνιδιού.

Το Τζουστινάκι ήταν ένας πραγματικός παρίας στα πανηγύρια του χωριού, όπου μαζευόταν κάθε Σεπτέμβριο η μεγάλη οικογένεια του παπα-Κώστα Κακαβούλη με 5 αγόρια, 5 νύφες, τρείς κόρες, τρείς γαμπρούς και 23 εγγόνια.

Το Τζουστινάκι δεν ήθελε να κοιμηθεί στη μεγάλη πολύβοη στρωματσάδα, που στρωνόταν για όλα τα παιδιά κι έπιανε το μακρύ διδάδρομο του σπιτιού στο Μπαγανάτο.Επέμενε να κοιμάται στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια τα ποτισμένα με άρωμα πράσινου μήλου που έφερνε η μαμά απο τη Λευκάδα. Κι εκεί άρχιζε η καχυποψία των υπόλοιπων ξαδελφιών προς το ανησυχητικά ιδιαίτερο στυλ του Τζουστινακίου.

Το Τζουστινάκι, που είχε διαλέξει το μοναχικό δρόμο του ετσιθελισμού, προκαλούσε την υπόλοιπη παρέα και με το ντύσιμο. Εκεί που τα άλλα παιδιά έπαιζαν ανέμελα με σπόρ ρουχαλάκια στις ραχούλες του Σύβρου, το Τζουστινάκι στολιζόταν με τα ωραία του φουστάνια τα ραμμένα στις μοδίστρες της Λευκάδας και δεν ήθελε να τα λερώσει ή να τα καταστρέψει. Γι αυτό καθόταν πάλι στην καρέκλα της και διάβαζε ένα ακόμη μυθιστόρημα, γινόμενη αντικείμενο χλευασμού απο τα υπόλοιπα ξαδέλφια.

Το Τζουστινάκι ζούσε το μεγαλύτερο εφιάλτη στο Σύβρο καθώς μισούσε το τυρί, το απεχθανόταν μετά βδελυγμίας. Στο τραπέζι έπιανε θέση όπου δεν θα έβλεπε και δεν θα μύριζε την αποδιοπομπαία φέτα. Ωστόσο, συχνά τα ξαδέλφια της την κυνηγούσαν με ένα κομμάτι φέτα κάνοντας πλάκα μαζί της, γιατί προκαλούσε το κοινό αίσθημα αφού δεν έτρωγε ούτε καν τα αυτονόητα φαγητά.

Το Τζουστινάκι έζησε πολλές μοναξιές, πολλές απανωτές απορρίψεις, αλλά ποτέ δεν τόβαλε κάτω. Αγαπούσε την οικογένεια , λάτρευε τα ξαδέλφια της, χαιρόταν να τα βλέπει να παίζουν κι ας μην συμμετείχε η ίδια.

Σήμερα, τα θυμήθηκε όλα αυτά όταν είδε την υπέροχη μικρή ταινία της Καιτούλας Κακαβούλη απο το πανηγύρι του Σύβρου. Κι όλες οι αναμνήσεις, που είχαν πάρει το θολό χρώμα της λήθης, ξαφνικά έγιναν έγχρωμες και ξύπνησαν μέσα της τις λεπτομέρειες που συνέθεσαν την άγουρη μοναχική ζωή της.
Ι.Ν.Φ

No comments: