ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Tuesday, December 10, 2013

Η Μάγδα Τσέγκου για τα Ψηλά Τακούνια

Διαβάστε ποιο βιβλίο κρατούν χιλιάδες γυναίκες στα χέρια τους και έχει "τρελάνει" τις πωλήσεις

Της Μάγδας Τσέγκου

Η διάσημη συγγραφέας -δημοσιογράφος Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη μας παρουσιάζει το νέο της βιβλίο που  έχει ήδη κάνει χιλιάδες πωλήσεις και έχει ξεχωρίσει σε Ελλάδα αλλα και εξωτερικό. 
Το εμβληματικό περί τη γυναικεία φιλία έργο απλώνεται στις ζωές έξι γυναικών, που έσμιξαν στα αθώα χρόνια της νεότητας και συναντιούνται στην ωριμότητα της τέταρτης δεκαετίας.
Η γνωστή δημοσιογράφος της Huffington Post, ρίχνει φώς στα όνειρα των κοριτσιών που σμιλεύτηκαν σε ένα μικρό νησί του Ιονίου και χάθηκαν στη διαδρομή της πραγμάτωσής τους στην Ελλάδα και τον κόσμο. Πρόκειται για ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, που διατρέχει τις ζωές έξι γυναικών στην εξελικτική πορεία τους με κύρια πρωταγωνίστρια τη Τζούλια του Μόντρεαλ.
Όπως αναφέρει η συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου της:
Η ιστορία που διαβάζετε είναι αληθινή και φωτογραφίζει τις συμμαθήτριές μου με τις οποίες μεγάλωσα στη Λευκάδα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. 

Τα πρώτα τακούνια που δοκιμάσαμε ήταν εκείνα των μαμάδων μας κι ορκιστήκαμε κρυφά πως εμείς για πάντα θα λικνιζόμαστε στις γόβες. Και καρφώσαμε ξύλινα τακούνια στις πλαστικές σαγιονάρες και πηγαινοερχόμασταν στη γειτονιά κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο, προκαλώντας τη μήνι των μεγάλων. Μόνο η Αθηνά αρνιόταν να φορέσει τα ψηλά τακούνια γιατί ήταν ψηλή κι ένιωθε άχαρη προσθέτοντας κι άλλο ύψος στη ζωή της. Εκείνη έμεινε πεισματικά προσηλωμένη στα μοκασίνια της κι ας προσπαθούσαμε να την παρασύρουμε στη ματαιότητα της ψηλοτάκουνης γόβας.
Η ζωή μας σκόρπισε στα διάφορα σημεία του ορίζοντα, αλλά εμείς σμίγουμε πιστά τα καλοκαίρια και τους χειμώνες στο νησί, καταθέτοντας την αφοσίωσή μας η μια στην άλλη,  μα πιότερο τις χίλιες δύο καταστάσεις που μας άλλαξαν και μας έστειλαν σε άλλους δρόμους διαφορετικούς από εκείνους, που είχαμε ονειρευτεί.
Ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που αποτελεί ύμνο στη φύση και τη φιλία των γυναικών:
«Τελικά η φιλία των γυναικών γεννιέται τα χρόνια της ανιδιοτέλειας, φουντώνει με την άνθηση των ορμονών, υποσιτίζεται τον καιρό του έρωτα, ανασταίνεται μετά το γάμο, αναβιώνει με την ωριμότητα. Δεν ξεχνιέται ποτέ όπως το ποδήλατο και το κολύμπι!»


Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου τελείωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση.
Απόφοιτος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Αθηνών, δημοσιογραφεί από το 1983 σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας.
Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί κατά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ).
Από το 1989 ζει και εργάζεται στο Μόντρεαλ του Καναδά ως ανταποκρίτρια του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, και διαφόρων εντύπων. Απασχολείται ταυτόχρονα στα διάφορα ομογενειακά μέσα του Καναδά και της Αμερικής, ενώ συνεργάζεται με την εφημερίδα The Huffington Post.
Η Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη είναι μέλος της Εταιρείας Γαλλόφωνων Συγγραφέων του Κεμπέκ (UNEQ), καθώς και της Ομοσπονδίας Αγγλόφωνων Συγγραφέων του Κεμπέκ (QWF).
Συγγραφικό έργο:
Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου (Εκδόσεις Εξάντας, 2000), (The Lonely Path of Ιntegrity, Exandas Publishers, 2002). Πετάει, πετάει το σύννεφο (μυθιστόρημα, Eκδόσεις Ψυχογιός, 2003), Στις Αγορές του Κόσμου, Επώνυμες Ευκαιρίες και Μικρές Αναλώσιμες Ιστορίες (Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2004), Η Παρακαταθήκη - The Legacy (Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2005),  Ψηλά Τακούνια Για Πάντα (μυθιστόρημα ,Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2006). Ημερολόγιο Αβάνας- Η Κούβα στο Λύκόφως του Κάστρο ( Εκδόσεις Ηλέκτρα 2008), Γιά την Αγάπη των Αλλων (μυθιστόρημα, εκδόσεις Ψυχογιός 2009),Ο Πόλ και η Λάρα ταξιδεύουν (παιδικό βιβλίο με μουσικό cd, εκδόσεις Ψυχογιός 2011), Ερωτας στην  Ομίχλη (μυθιστόρημα, εκδόσεις Ψυχογιός 2011)

Saturday, December 7, 2013

Η Ειρήνη Νικολοπούλου αποκλειστικά για τα Ψηλά Τακούνια!

Ευλογήθηκα να έχω υπέροχες μοναδικές φίλες, που αντί με την μακρόχρονη απουσία μου από την Ελλάδα να χάνονται, εκείνες είναι πανταχού παρούσες στη ζωή μου και το έργο μου.

Η Ειρήνη Νικολοπούλου είναι μία από τις συναδέλφους, που πίστεψαν στη λογοτεχνική μου υπόσταση εξ αρχής και με στηρίζει. Τώρα εμπνευσμένη από τα Ψηλά Τακούνια Για Πάντα έγραψε μια συνέντευξη για την υπογράφουσα το βιβλίο.

Οσο ευχαριστώ κι αν πώ, δεν αρκούν για το μέγεθος της αγάπης, της αλληλεγγύης και της στήριξης.

 

 

Αποκλειστικό: η Top Woman Λευκαδίτισσα, διεθνής συγγραφέας Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη μιλάει για το νέο της βιβλίο «Ψηλά Τακούνια για πάντα» – ένα τέλειο εγχειρίδιο για άνδρες…

6 Δεκεμβρίου 2013  
 0 Σχόλια
·         Είναι ακατανίκητη η επιθυμία μου να επανεφευρίσκω διαρκώς τον εαυτό μου!

·         Ευτύχησα να μεγαλώσω ανέμελα στο νησί που λέγεται Λευκάδα.

·         Ασχολούμαι με την δυστυχία της μεταφεμινιστικής εποχής

·         Μην πιστέψεις πως εγώ απαξιώνω την αισθητική της μόδας, αντίθετα την δοξάζω.

·         Το βιβλίο μου είναι ένα τέλειο εγχειρίδιο για τους άνδρες καθώς αποκαλύπτει τα μικρά ανομολόγητα μυστικά του γυναικείου ψυχισμού.

·         Τα ψηλά τακούνια είναι ταυτόχρονα τα σύμβολα της αιώνιας νεότητας των γυναικών

·         Η απόσταση έχει ηττηθεί κατά κράτος από την ηλεκτρονική εποχή μας, που στην περίπτωση μου είναι λυτρωτική και σωτήρια

Αποκλειστικό: Η Top Woman διεθνής συγγραφέας Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη μιλάει για το νέο της μυθιστόρημα ‘’Ψηλά τακούνια για πάντα’’



Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη σε Ψηλά Τακούνια Για Πάντα

Της Ειρήνης Νικολοπούλου

Με ένα μαχαίρι που τέμνει εγκάρσια και κάθετα ζωές προβάλλοντας  υπαρξιακά ερωτήματα  η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη στο νέο της μυθιστόρημα «Ψηλά Τακούνια Για Πάντα» (εκδόσεις Αρμός) παρακολουθεί μακροσκοπικά έξι φίλες από την ημέρα της αποφοίτησής τους μέχρι την ενηλικίωση και την ωριμότητα. Εκεί στο προαύλιο του λυκείου ενός μικρού νησιού τις στήνει αρχιτεκτονικά να χορεύουν χιαστί το χορό της απελευθέρωσης από τα δεσμά του σχολείου, της ποδιάς και της ίδιας της εφηβείας. Τις σφραγίζει με την υπόσχεση να βρεθούν στη στροφή για τα 40.



Μετά απο 22 χρόνια οι έξι ξανασμίγουν στο Μόντρεαλ, Αμήχανες αλλά  σημαδεμένες από τους ακατάλυτους δεσμούς της κοινής ιστορίας οι έξι ξεδιπλώνουν τις ζωές τους αποκαλύπτοντας η μια στην άλλη όσα δεν τόλμησαν ποτέ να ξεστομίσουν. Γέλια, χαρές, πίκρες, απογοητεύσεις, φθαρμένοι έρωτες, ανεκπλήρωτα όνειρα, τολμηρές αποφάσεις συνθέτουν τη συνεύρεση που κορυφώνεται με μιά λαμπρή γιορτή σε ψηλά τακούνια.

-Ιουστίνη  ξεκίνησες την καριέρα σου με μια βιογραφία του πρώην Αρχιεπισκόπου Αμερικής Σπυρίδωνος. Και μετά πέρασες από το μυθιστόρημα, από την ταξιδιωτική Αβάνα, από τις Αγορές του Κόσμου, ακόμη και από τον χώρο του παιδικού βιβλίου . Πώς συγκεντρώνεις μέσα σας τόσα επίπεδα; Και πώς τα διαχειρίζεσαι;

«Η φύση μου είναι πολυσχιδής. Με τη βιογραφία και την εργογραφία του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος ολοκλήρωσα μια αποτίμηση των ημερών και των οραμάτων του πρώην Αμερικής. «Η Μοναξιά Ενός Ασυμβίβαστου» ήταν ένα χρονικό, «Η Παρακαταθήκη» ήταν μια κριτική θεώρηση των συλλογικών οραμάτων του για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό. Το «Πετάει, πετάει το σύννεφο» ήταν μια επιταγή που εξαργύρωσα στον αείμνηστο παππού μου και στην ευρύτερη οικογένεια της μάνας μου. Υστερα «Στις Αγορές του Κόσμου» και στις πόλεις των διηγημάτων του βιβλίου είχα πλανηθεί με την αδελφή μου που αναχώρησε ξαφνικά εκείνη τη χρονιά της συγγραφής. Πέρασα από την Αβάνα, την οποία λάτρεψα και την απέδωσα σε  ημερολογιακή γραφή. Υστερα εξακοντίσθηκα στη Νίσυρο, όπου έγραψα την ιστορία της μητέρας του Τζόν Κατσιματίδη με τίτλο «Για την Αγάπη των Άλλων», συνέθεσα την αινιγματική ιστορία της Αμαλίας στον «Έρωτας στην Ομίχλη» και επανέρχομαι στα «Ψηλά Τακούνια Για Πάντα» , που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αρμός».

Δεν μπορώ να μένω στάσιμη σε ένα είδος γραφής. Θέλω διαρκώς να εξαντλώ με διάφορους τρόπους το χάρισμα που μου έδωσε η φύση. Άλλωστε, όπως γνωρίζεις, δημοσιογραφώ καθημερινά σε διάφορα επίπεδα, ανταποκρίσεις, άρθρα γνώμης, βιβλιοκριτικές... Είναι ακατανίκητη η επιθυμία μου να επανεφευρίσκω διαρκώς τον εαυτό μου!

Τί σε ώθησε σ’ αυτή τη μυθοπλασία;

«Ευτύχησα να μεγαλώσω ανέμελα στο νησί που λέγεται Λευκάδα. Ευτύχησα να ενηλικιωθώ με αμυχές στην πόλη που λέγεται Αθήνα. Κι ανάμεσα στους χρόνους της ενηλικίωσης ευτύχησα να γνωρίσω τις συμμαθήτριες , τις συμφοιτήτριες, τις φίλες μου. Τούτες οι γυναίκες- δεν γνώρισα άλλες στον Καναδά όσο κι αν προσπάθησα-  εξακολουθούν να είναι πολύτιμες υπάρξεις της ζωής μου, αγαπημένες, κοντινές και μακρινές. Αποφάσισα λοιπόν να τις πάρω μαζί μου σε ένα μυθιστορηματικό τόπο και χρόνο, συνοδοιπόρες της ενηλικίωσής μου. Αυτός είναι ο καμβάς του μυθιστορήματος: Οι αναμνήσεις από τη γενέθλια γη. Οι πινελιές της φοιτητικής ζωής. Στις έξι πρωταγωνίστριες, που διάλεξα συμβολικά για την πλοκή του μύθου, προστέθηκαν κι άλλα πρόσωπα γυναικών που σημάδεψαν τις μέρες μου στην Ελλάδα.


O καμβάς του έργου σου είναι η ελληνική μεταδικτατορική εποχή, δική μας εποχή... Τι σε ελκύει σε αυτή την περίοδο, που σήμερα έχει συντριβεί;

Διάλεξα ως καμβά της ιστορίας μου τη μεταδικτατορική εποχή, γιατί αναφέρομαι στη δική μου μεταδιδακτορική γενιά. Πιστεύω ότι η ελληνική λογοτεχνία μάς έχει βάλει στη γωνία, επειδή η εποχή δεν παρέχει  κορώνες ηρωισμού και θυματοποίησης. Εξάλλου, μετά το πέρας της δικτατορίας μόλις είχε απεχονοποιηθεί η γενιά του εμφυλίου, που δρα στη λογοτεχνία ακόμη μέχρι σήμερα αναμασώντας ένα παρωχημένο κλισέ.
Υστερα, ενηλικιώθηκε η γενιά της δικτατορίας, η οποία επίσης έχει πέσει στο δίχτυ της απαισιοδοξίας και δη του βραχύβιου ηρωισμού της.

Δυστυχώς, η γενιά αυτή που ξεκίνησε με υψηλά οράματα, απολογείται σήμερα για την κρίση της Ελλάδας. Αλλά η δική μας γενιά, εν μέρει υπεύθυνη για την κρίση, πέρασε περίοδο μαχητικότητας και ηρωισμού κατακτώντας όχι μόνο πολιτικά , αλλά και κοινωνικά δικαιώματα. Πιστεύω ότι αξίζει μια ιστορική μνεία στη δική μας γενιά, παρά τα λάθη της. Άλλωστε, είμαι κομμάτι της...

Τι εννοείς προσδιορίζοντας το μυθιστόρημά σας ως μεταφεμινιστικό;

Ασχολούμαι  με τη δυστυχία της μεταφεμινιστικής εποχής που θεωρεί πως η γυναίκα έχει κατακτήσει την ισότητα στη σχέση με τον άνδρα και τώρα πρέπει να εγκαταλείψει τα όπλα του κυνηγιού (να πάψει δηλαδή να είναι μαχητική για τα δικαιώματά της με ό, τι συνεπάγεται αυτό ) και να προσέξει αυστηρά την εμφάνισή της αστυνομεύοντας προπάντων τα όρια του σώματος και της ηλικίας της.

Η μεταφεμινιστική εποχή αποτελεί μια ατυχή φάση για το γυναικείο φύλο, καθώς στρέφει τη γυναίκα προς την απόλυτη θηλυκότητα με τεράστιες προσωπικές και οικονομικές θυσίες. Στην πραγματικότητα η μεταφεμινιστική εποχή αποθεώνει τα περιοδικά της μόδας , την ανορεξία, την πλαστική χειρουργική και όλες τις πολυεθνικές επιχειρήσεις της κοσμετολογίας και της αισθητικής που χορεύουν χορό εκατομμυρίων ορίζοντας και καθορίζοντας την εικόνα του σύγχρονου θηλυκού.

Μην πιστέψεις πως εγώ απαξιώνω την αισθητική της μόδας, αντίθετα τη δοξάζω (εσύ γνωρίζεις το προηγούμενο βιβλίο μου «Στις Αγορές του Κόσμου»), αλλά δε γίνεται να μην καταγράψω αυτό το φαινόμενο που καταντάει δόκανο για την κοπέλα που χαράσσει πορεία στη ζωή της τώρα στον 21ο αιώνα.


Στο βιβλίο ασχολείσαι με το υπαρξιακό κάνοντας αναγωγές στον Νίτσε και τον Καζαντζάκη. Σε όλα σου τα πονήματα βλέπω να επανέρχεται ο Καζαντζάκης. Γιατί;

Στο βιβλίο αυτό θέτω το προαιώνιο και διηνεκές υπαρξιακό ερώτημα, αυτό που έχει βασανίσει  τους περισσότερους συγγραφείς ανά τους αιώνες : Από πού ερχόμαστε και πού οδεύουμε; Ποιοί είμαστε εμείς οι μονάδες, οι κουκίδες που ασχημονούμε έναντι των συνανθρώπων μας με την αλαζονική ψευδαίσθηση πως θα κρατήσουμε για πάντα;
Ο Νίτσε σαφώς έχει επηρεάσει τη φιλοσοφική μου τοποθέτηση, καθώς μου έχει χαρίσει το υπόβαθρο για την αμφισβήτηση των δεδομένων μου. Υστερα, ο άλλος ο μεγάλος Καζαντζάκης με την Ασκητική του με οδήγησε σε άλλους δρόμους, τους οποίους αναφέρω μέσα στο βιβλίο. Υπήρξαν και οι δύο δάσκαλοι της σκέψης μου, μακρινοί, αόρατοι καθοδηγητές του νου μου.
Πάντως, παλεύω να δώσω απαντήσεις για την προέλευσή μου και για τον τελικό προορισμό μου και αυτή την κραυγή της αγωνίας καταθέτω με σπαραγμό στο λογοτεχνικό μου έργο.


Ένα βιβλίο που μιλάει για γυναίκες είναι μόνο για το γυναικείο κοινό;

Θεωρώ ότι το βιβλίο μου είναι ένα τέλειο εγχειρίδιο για τους άνδρες, καθώς αποκαλύπτει τα μικρά ανομολόγητα μυστικά του γυναικείου ψυχισμού.

Πιστεύεις στην περίφημη ισότητα των δύο φύλλων;

Πιστεύω πως τα δύο φύλα αλληλοσυμπληρώνονται. Θεωρώ πως η γυναίκα είναι το άρτιο πλάσμα και ο άντρας εξακολουθεί απο εποχής Παραδείσου να παραμένει ημιτελής . Πολύ σωστά το έχουν σχηματοποιήσει οι πανέξυπνοι Εβραίοι στη Βίβλο τους :πως δηλαδή οι άντρες έχασαν το πλευρό τους (ιδού η ημιτέλεια!) ενώ οι Εύες πλάστηκαν εξ  ολοκλήρου απ’ αυτό.(ιδού η αρτιότητα!).


Τελικά πώς προέκυψε ο τίτλος «Ψηλά τακούνια για πάντα»;

Τα ψηλά τακούνια είναι ο συμβολισμός της ακατανίκητης επιθυμίας των κοριτσιών να μεγαλώσουν πιο γρήγορα κι απ’ τη βιολογική τους προδιαγραφή. Τα ψηλά τακούνια  είναι ταυτόχρονα τα σύμβολα της αιώνιας νεότητας των γυναικών. Γι αυτό πρόσθεσα αυτό τον χρονικό προσδιορισμό :Για Πάντα!

-Πολλές νέες εκδόσεις κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία από επώνυμους και μη Ελληνες συγγραφείς. Εσύ έχεις  τεράστια επιτυχία στις πωλήσεις των βιβλίων της παρότι ζεις στον Καναδά.. 

Σίγουρα στην Ελλάδα κυριαρχεί μια κλίκα κριτικών, κονδυλογράφων και συγγραφέων που μέχρι πρότινος έλεγχε απόλυτα τη δημοσιότητα των βιβλίων. Σήμερα όμως με τη διάδοση των κοινωνικών μέσων, μπορείς να επιβληθείς στη δημοσιότητα έστω και μακρόθεν. Η απόσταση έχει ηττηθεί κατά κράτος από την ηλεκτρονική εποχή μας, που στην περίπτωσή μου είναι λυτρωτική και σωτήρια!

Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου τελείωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση.

Απόφοιτος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Αθηνών, δημοσιογραφεί από το 1983 σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας.

Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί κατά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ).

Από το 1989 ζει και εργάζεται στο Μόντρεαλ του Καναδά ως ανταποκρίτρια του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, και διαφόρων εντύπων. Απασχολείται ταυτόχρονα στα διάφορα ομογενειακά μέσα του Καναδά και της Αμερικής
   

Thursday, December 5, 2013

Η γιορτή του Πατερούλη και ο θείος παπα-Νίκος


 Θ θείος παπα-Νίκος σε οικογενειακό πορτρέτο
Ο θείος παπα-Νίκος, ο παππούς ο παπα-Κώστας και ο πατερούλης στο Σύβρο
Σούχω  ξαναγράψει για τη γιορτή του πατερούλη, μα εσύ ρωτάς και ξαναρωτάς σαν να μην έχεις ακούσει πως ΄του Αγίου Νικολάου γιορτάζαμε διπλή γιορτή στο σπίτι, τον πατερούλη παπα-Νίκο Φραγκούλη και τον θείο παπα-Νίκο Κακαβούλη , πολυαγαπημένο αδελφό της μαμάς.

Και οι προετοιμασίες άρχιζαν από εβδομάδες, το σπίτι τόγλειφε η μαμά στο καθάρισμα, έστρωνε τα χαλιά απ΄άκρη σ΄άκρη, στόλιζε τα βελούδινα τραπεζομάντηλα. Γυάλιζε τα μαχαιροπήρουνα και κολάριζε τις αραχνοϋφαντες πετσετούλες του γλυκού, τις κεντημένες με καρσάνικη βελονιά.  Γέμιζε με σοκολατάκια τις φοντανιέρες κι έβγαζε από τη σερβάντα τα λικεράκια για τις κυρίες.

Και τρείς ημέρες πριν έφτιαχνε τα γλυκα γιορτής με βιτάμ, νηστήσιμα καθώς ήταν το Σαραντάημερο και στα παπαδόσπιτα δεν επιτρεπόταν τα παραπάνω και τα εκτός του νόμου. Τις ίδιες προετοιμασίες έκανε και η θεία Δήμητρα για τη γιορτή του θειου Παπανίκου, που έμενε με την οικογένειά του στα Περιβόλια, τότε σχεδόν έξω από την πόλη.

Θέλω να σου πώ για το θείο Παπα-Νίκο πως ήτανε ο πιό αγαπημένος μου θείος. Τον αγαπούσα μέχρι τον ουρανό και ήξερα πως κι η μαμά τον λάτρευε και τούδινε κρυφά πίτες και άλλα απαγορευμένα, καθώς ήταν εύσωμος και κανονικά έπρεπε να προσέχει. Αλλά ο θείος παπα-Νίκος ερχόταν τα απογεύματα στο σπίτι μας κι εκεί δοκίμαζε  ό,τι ήθελε, υπερβαίνοντας τους κανόνες.

Κι εγώ έμαθα να ψήνω ελληνικό καφέ με καϊμάκι, ένα γλυκύ βραστό ήθελε τα απογεύματα περνώντας από το σπίτι μας πριν πάει για τον Εσπερινό  στο Μητροπολιτικό Ναό, όπου ήταν ιερατικός Προϊστάμενος.

Ο θείος παπα-Νίκος ήταν καλλονός, όμορφος, με δύο μαύρα βελούδινα μάτια, ίσια μύτη κι ένα υπέροχο παράστημα . Ετριζε ο τόπος καθώς περνούσε από τη γειτονιά ανεμίζοντας τα ράσα του. Και χτυπούσε το ηλεκτρικό κουδούνι μας παρατεταμένα για να αναγνωρίσουμε πως ήταν εκείνος.

Ετρεχα κουτρουβαλώντας τις σκάλες για να του ανοίξω, να τον θαυμάσω , να χωθώ πρώτη στην αγκαλιά του . Να πιάσω κουβέντα μαζί του πριν κατέβει η μαμά κι αρχίζουν τα σοβαρά, τα άδηλα και κρύφια μεταξύ τους. Γιατί πρέπει να σου πώ ότι ο θείος παπα-Νίκος και η μαμά είχαν πολλά μυστικά και δεν επιτρεπόταν να κρυφακούσω.

Ο θείος παπα-Νίκος δεν ήταν ένας απλός ιερωμένος που εκτελούσε το χρέος του. Ηταν ένα πλάσμα  με μια τεράστια καρδιά, ήταν άνθρωπος των ανθρώπων. Εδινε προσωπικά του χρήματα σε φτωχές οικογένειες, κρυφοπλήρωνε τα μαθήματα ακορντεόν του φίλου μου, τα μαθήματα αγγλικών της φιλενάδας μου κι αν κάποιος από το χωριό κατέβαινε και του ζητούσε δανεικά, άνοιγε το πορτοφόλι και το άδειαζε.

Ο θείος παπα-Νίκος μου έκανε πολλές χάρες που δεν τις ήξεραν τα άλλα παιδιά της οικογένειας, μόνο η μαμά κι εκείνος. Αγόραζε ολόκληρες λογοτεχνικές σειρές για τα παιδιά του, αλλά τις άφηνε πρώτα στο σπίτι μας για να τις διαβάσω εγώ η βιβλιοφάγος. Και ποτέ δεν με κοροιδευε που στο δημοτικό διάβαζα λογοτεχνία, ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν ανέμελα στα περιβόλια.

Και πάντα δάκρυζε με τις απαγγελίες μου στο Κατηχητικό και με έπαιρνε και με σήκωνε αγκαλιά και με στροβίλιζε όταν ήμουν μικρή, πολύ μικρή σαν κουκκίδα.

Υστερα, όταν ήμουν στο δεύτερο έτος ο θείος αρρώστησε βαρεια και αμετάκλητα. Κι όμως το χαμόγελο δεν έφυγε από τα χείλη του κι ας ήξερε πως βάδιζε στο τέλος. Τον θυμάμαι στη βεράντα του σπιτιού του αλλοιωμένο από τον οίκτερο να γελάει με εκείνο το γάργαρο γέλιο της αγάπης.

Η μαμά έκλαιγε για εφτα χρόνια κάθε μέρα αφότου πέθανε ο θείος παπα-Νίκος. Κι εγώ δεν συνήλθα απ΄αυτό το πένθος, που όμως δεν ήταν το πρώτο στην οικογένεια ούτε το τελευταίο.

Η αναχώρηση του θείου παπα-Νίκου εκείνο τον Αύγουστο του 1981 ήταν μια τραγική απόληξη ζωής. Ποτέ κανείς  δεν πήρε τη θέση του στην καρδιά μου, που μάτωσε από τον πόνο. Η βαρειά σκιά της απουσίας του επικάθισε στην ύπαρξή μου για πάντα.
Τώρα τον συναντώ στο νεκροταφείο μαζί με τους άλλους  αγαπημένους μου απόντες. Κι όταν βλέπω τη φωτογραφία του στο μικρό εικονοστάσι, αναθυμάμαι τη μέρα της γιορτής του. Γιατί ο θείος παπα-Νίκος περνούσε μετά τη συλλειτουργία με τον πατερούλη μου από το σπίτι μας να δοκιμάσει της μαμάς το γλυκό. Και να ευχηθεί Χρόνια Πολλά σκορπώντας εκείνο το λαχταριστό του γέλιο.

Τζουστινάκι

Wednesday, December 4, 2013

Η Αναγκράμμα του χιονιού


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
 


Τον φαντάζομαι να κάθεται τις νύχτες σκυμμένος στο κομπιουτεράκι του και να γράφει ακούγοντας τους παφλασμούς των κυμάτων του Αιγαίου. Τον αισθάνομαι να επιστρέφει από το σχολείο του και να προσπαθεί να ανασυντάξει τις σκέψεις του για να γράψει το επόμενο μυθιστόρημά του, χωμένος στις αναθυμιάσεις του ηφαιστείου.

Ο Νίκος Διακογιάννης, από τη Νίσυρο, που έχω την τιμή να θεωρώ ως δεύτερη πατρίδα μου, είναι ένας συγγραφέας, που παλεύει τα θηρία της απομόνωσης και της απόστασης από την κεντροφόρα Αθήνα, προσπαθώντας να προωθήσει το πολύπλευρο λογοτεχνικό του έργο σε ένα τόπο που τρέμει τους μακρινούς συγγραφείς.

Τον γνώρισα μέσα από το μπλόγκ του ,Τέρρα Αμμου όπου ο Νίκος ζωντανεύει όχι μόνο τα δικά του μυθιστορήματα κατασκευάζοντας βίντεο, οργανώνοντας διαγωνισμούς αλλά προβάλλει την ελληνική κυρίως λογοτεχνία στο σύνολό της. Με έχει συγκινήσει η βαθειά του πίστη και ο σεβασμός του προς τα βιβλία των άλλων, τα οποία μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν δικά του.

Το πρόσφατο μυθιστόρημά του με τον αινιγματικό τίτλο «Αναγκράμμα» εκδόθηκε από ένα μικρό εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης, που ονομάζεται Ερωδιός, γεγονός που δυσκολεύει τη διάθεση του βιβλίου του.

Ωστόσο, η Αναγκράμμα με το σκοτεινό εξώφυλλο, είναι ένα έργο που στροβιλίζεται σε χιονισμένο τοπίο, οικείο στις δικές μου αισθήσεις. Η υπόθεση ξετυλίγεται στην Ιταλία και αφορά σε μια γυναίκα-μυστήριο,που τρυπώνει ξαφνικά στη ζωή δύο ώριμων αγοριών, του Λίτο και του Νόβε.

Ο Νόβε μόλις έχει συνέλθει από την πολύχρονη αφασία εξαιτίας ενός δυστυχήματος και βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, εκβιάζοντας την προσοχή και την απόλυτη αφοσίωση του αδελφού του Λίτο.

Κι ο Λίτο είναι ένας άνδρας που δεν έχει προλάβει να ωριμάσει, αφού στη νιότη του είδε τους γονείς του νεκρούς από ατύχημα και τον αδελφό του σε μετατραυματική αφασία που κράτησε χρόνια. Η πάλη του στρέφεται γύρω από την προσπάθεια να γράψει ένα μυθιστόρημα, η δίνη του συγγραφικού κενού τον καταδιώκει αλλά ταυτόχρονα τον εξιτάρει να δοκιμάσει το επόμενο πόνημα.

Μέσα σ΄αυτή την πλήξη της συγγραφικής αβεβαιότητας, με τον αδελφό φορτωμένο στην πλάτη του , ο Λίτο γνωρίζει σε ένα ταξίδι με τρένο την Αναγράμμα. Και την ερωτεύεται δια μιάς, καθώς είναι ένα από εκείνα τα αερικά που δεν ξέρεις αν είναι αληθινά ή αν είναι της φαντασίας σου.

«Μελαχροινή ήταν, ντυμένη με τρόπο που δήλωνε την εκκεντρικότητά της. Το διακοσμημένο με ακανόνιστες ραφές σακάκι, την έκανε τόσο διαφορετική ανάμεσα στους υπόλοιπους ταξιδιώτες. Θα έλεγε κανείς πως αν αυτή η γυναίκα βρισκόταν σε χώρα των τροπικών, θα άφηνε να τη χαϊδεύει ο ζεστός ήλιος, το λαιμό της θα στόλιζαν κοσμήματα από ξύλο και όστρακα...»

Ετσι την αισθάνθηκε ο Λίτο αυτή την παράξενη κοπέλα που είχε ντυμένο σε γάντι το ένα της χέρι. Και έπαιζε κουκλοθέατρο με τις αιθέριες κούκλες της, πλάθοντας ιστορίες σαν παραμυθού.

Τα γεγονότα τους χωρίζουν, ο παράλυτος Νόβε ζηλεύει τη σχέση του αδελφού του με την Αναγκράμμα, ο φόβος του άγνωστου τους απομακρύνει. Στο μεταξύ, δεκάδες κομμάτια απο ένα παρελθόν συμπτώσεων συνθέτουν την ιστορία  τους,που από ένα σημείο και ύστερα κυλάει σαν ένα θρίλερ...

Οι αλληλοπλεκόμενες ιστορίες των ανθρώπων που έχουν δεύτερο ρόλο στη ζωή του Λίτο, της Αναγκράμμα  και του Νόβε, αποδεικνύονται πρωταγωνιστικές σε ένα ιστό, που διαπλέκεται γύρω από το κοινό τους παρελθόν. Το τέλος της ιστορίας έρχεται σαν ένα πάζλ που συμπληρώνεται από πολλά κομμάτια.

Θεωρώ ότι αυτό το μυθιστόρημα του Νίκου Διακογιάννη, που είναι γραμμένο σε μια υπέροχη δαντελωτη γλώσσα, εμπλουτισμένο με ολοκληρωμένους χαρακτήρες και βαθειά φιλοσοφήματα, παραπέμπει στην πραγματική τέχνη της μυθιστορηματικής γραφής, αποτελώντας κόσμημα στη νέα ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

Μακρινέ μου Νίκο του Αιγαίου, που συγγράφεις μέσα σε αναθυμιάσεις ηφαιστείου και αγριεμένα κύματα του πελάγους, θα ήθελα να σου καταθέσω το θαυμασμό μου για την Αναγκράμμα σου αλλά και για όλα αυτά που συνθέτουν το εγώ σου. Υποκλίνομαι!

 ΥΓ. Για όσους και όσες δεν μπορούν να εντοπίσουν το βιβλίο, ας απευθυνθούν στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς τους και ας το παραγγείλουν. Θα το παραλάβουν σε δύο μέρες.

Monday, December 2, 2013

Μαρία Κάλλας , η δική μου ντίβα!

kallas
Η Μαρία Κάλας τη βραδυά που τραγούδησε στη Λευκάδα!!!
 
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον αναγνώστη των προσωπικών μου γραφών !!!
 
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Η πατρίδα μου η Λευκάδα είναι  ένα νησί δεμένο με την ιστορία της οικογένειας Ωνάση, καθώς το ιδιωτικό νησί Σκορπιός ανήκει στην πολυνησία της. Μεγάλωσα με το μύθο της Μαρίας Κάλλας, που σήμερα αν ζούσε θα ήταν μια γριούλα 90 ετών. Η Μαρία Κάλλας, η Casta Diva άφησε τη σφραγίδα της σε όλους όσους τη γνώρισαν και σε εκείνους που έμαθαν πως η Λευκάδα ήταν αγαπημένος της τόπος.

Η Μαρία Κάλλας, περνοδιάβαινε τα καλοκαίρια στη Λευκάδα, ψωνίζοντας από τα τοπικά μαγαζάκια και σκορπίζοντας την αύρα της ντίβας. Οι Λευκαδιτες ήταν εξοικειωμένοι με τη μεγάλη τραγουδίστρια της όπερας και τον μεγιστάνα Αριστοτέλη Ωνάσση, την εποχή του ερωτικού τους ειδυλίου.

Το καλοκαίρι του 1964 ήμουν ένα σγουρόμαλλο κοριτσάκι πέντε ετών. Οπως κάθε βράδυ, η μητέρα μου μας πήρε με τον αδελφό μου να παρακολουθήσουμε τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης, που είχαν καθιερωθεί από το 1955 από τον Αντώνη Τζεβελέκη και ανέδιδαν άρωμα τέχνης στο μικρό και παραμελημένο νησί του Ιονίου. Εκεί, λοιπόν, άρχισαν τα σιγοψιθυρίσματα ότι η ντίβα Μαρία Κάλλας και ο Αριστοτέλης Ωνάσης παρακολουθούσαν στις πλαστικές καρέκλες τη βραδυά.

Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά τούτο μόνο κυριαρχεί στις αναμνήσεις μου. Η μαμά είπε να κάνουμε απόλυτη σιωπή γιατί θα τραγουδούσε η Μαρία Κάλλας. Η ντίβα, ντυμένη με ένα όμορφο καλοκαιρινό φουστάνι  σηκώθηκε στη σκηνή κι έπιασε να τραγουδάει μια άρια. Η φωνή της ήχησε στα παιδικά μου αυτιά σαν ένα γοερό κλάμα. Το  κοινό απλώς παραδόθηκε στην μαγική της ερμηνεία.

Την άλλη μέρα στα σοκάκια της πόλης διαχύθηκε η είδηση. Η Μαρία Κάλλας τραγούδησε στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης στην πλατεία της Λευκάδας. Η μαμά διηγόταν στις γειτόνισσες, το τράνταγμα που ένιωσε όταν ξεχύθηκε η φωνή της τόσο υπέροχη και δυνατή, που καθήλωσε ακόμη και εμάς που ήμασταν παιδάκια.

Το ρεπορτάζ από εκείνη την ιστορική νύχτα αναφέρει ότι η σοπράνο βρέθηκε τον Αύγουστο του 1964 στην κατάμεστη από κόσμο -πάνω από 3.000 άτομα- κεντρική πλατεία της πόλης. Η Κάλλας έμενε την εποχή εκείνη μαζί με τον Αριστοτέλη Ωνάση στο Σκορπιό. Παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις στη σειρά των επισήμων όταν εξέφρασε την επιθυμία να τραγουδήσει. Έτσι και έγινε. Ερμήνευσε την Άρια της Σαντούτσας από την Όπερα «Καβαλλερία Ρουστικάνα» του Πιέτρο Μασκάνι. Στο πιάνο την συνόδευσε ο Κυριάκος Σφέτσας.

Ο Κυριάκος Σφέτσας μικρό ταλαντούχο αγόρι, συνόδευσε τη μυθική τραγουδίστρια της όπερας στο πιάνο. Εζησε τη δόξα της στιγμής επενδύοντας σε σπουδαίες μουσικές στιγμές. Εγινε συνθέτης, διευθυντής του Γ Προγράμματος της ΕΡΑ, διευθυντής των Γιορτών Λόγου και Τέχνης αργότερα.

Ο ίδιος αναθυμήθηκε σε συνέντευξή του το 2005:

“Η νεκρική σιγή που απλώθηκε όταν ανεβήκαμε στο πάλκο ήταν η συγκλονιστικότερη μουσική παύση που έχω νιώσει. Ως να ‘ρχεται ένας κρυφός αέρας να σε πάρει για κάποιο άγνωστο όνειρο. Ξεχύθηκαν βελούδινοι ήχοι και μάγεψαν τα νερά του Ιονίου. Κι έφεραν σε όλους την κάθαρση που μόνο ανείπωτα γεγονότα μπορούν να φέρουν. Ο κόσμος παραληρώντας συνόδεψε την Μαρία μέχρι το λιμάνι. Εγώ εισπράττοντας μερικά απωθητικά μπράβο εξαφανίστηκα ως αριθμός μέσα στις χιλιάδες.

Θυμάμαι απλά την μελαγχολία μου και την μοναξιά μου. Θυμάμαι ότι το απρόσμενο όνειρο κράτησε πολύ λίγο και πως ξαναβρέθηκα πίσω στην πραγματικότητα. Κρατούσα την αίσθηση από το φιλί που μου ‘δωσε στο μάγουλο και τον ερωτισμό που ένιωσα όταν ακούμπησα τα γυμνά της μπράτσα…

“Τι ήταν παιδάκι μου αυτή η φωνή;” με ρώτησε από το κατώφλι της πόρτας όπου μεσάνυχτα υπνοβατούσε μια γριούλα. Η φωνή της Μαρίας ως μαγική ξεπερνούσε τα φυσικά όρια… Υπολόγισα τα οχτακόσια μέτρα απόστασης και ανατρίχιασα…”

Για μένα που άκουσα τη μαγική φωνή της Κάλλας ανυποψίαστο κοριτσάκι ζωντανά στην ταπεινή εξέδρα του Φεστιβάλ Λευκάδας,αυτή η στιγμή σημάδεψε τη μνήμη και την προσωπική μου ιστορία. Ανδρώθηκα ακούγοντας τους δίσκους της, ωρίμασα ακολουθώντας την τραγική προσωπική της ιστορία.

Ο τρικυμιώδης έρωτας της Μαρίας Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση, η προδοσία του και ο γάμος του με την Τζάκυ Κένεντυ, άφησαν σημάδια ανεξίτηλα στην γυναικεία μου υπόσταση. Κι όταν εκείνη πέθανε κλεισμένη στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, όταν η στάχτη της σκορπίσθηκε στις θάλασσες, ήξερα καλά ότι η ντίβα μου είχε νιώσει  τον γυναικείο πόνο της απώλειας βαθειά στα φυλλοκάρδια της. Κι αυτό την έκανε μεγαλύτερη κι από το ταλέντο της στη δική μου ύπαρξη!