Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ
Η αληθινή ιστορία της ομορφιάς που νικήθηκε απ' το γραμμένο

Thursday, September 10, 2020

Όλα θα μείνουν ρόζ, να το θυμάσαι!

 


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

 

Μικρή μου μώβ βεντάλια,

Βρίσκομαι στο πατρικό μας στη Λευκάδα προσπαθώντας να το καθαρίσω απο τα περιττά αντικείμενα της καθημερινότητας των γονιών μας και σκοντάφτω περισσότερο απο ποτέ στις αναμνήσεις μας. Ήρθε η ώρα της ανακαίνισης και του απολογισμού της νεότητάς μας.

Το παιδικό μας δωμάτιο, αυτό με τα δύο κάρινα κρεβάτια και τις πικέ κουβερτούλες, αυτό με τους ρόζ τοίχους και τις κουρτίνες με τα ρόζ τραντάφυλλα σε λίγο καιρό θα αλλάξει όψη. Όμως οι αναμνήσεις μας θα βρίσκονται εκεί δεμένες με το μεγάλωμά μας που πέρασε μέσα από πολλή αγάπη και προσοχή απο το περιβάλλον μας.

Θυμάμαι που τα καλοκαίρια ανοίγαμε διάπλατα το πλαϊνό παράθυρο να μπαίνει το φεγγάρι ολοστρόγγυλο και φωτεινό και να διηγούμαστε ιστορίες ώσπου να αποκοιμηθούμε το βράδυ. Πόσα όνειρα κάναμε, πόσους όρκους δώσαμε πως όταν θα μεγαλώναμε θα γινόμασταν ανεξάρτητες και θα ήμασταν πάντα μαζί.

Βρήκα τα παιδικά σου σεντονάκια με κουνελάκια κεντημένα πάνω τους, αυτά που σου φύλαγε η μαμά για να τα δείξεις στα παιδιά σου. Βρήκα τους λευκούς φιόγκους που μας έδενε περίτεχνα η μαμά στα παιδικά μας κεφαλάκια, κάνοντάς τους να κυριαρχούν στα πρόσωπά μας. Βρήκα τα φρου-φρου βρακάκια απο τούλι με τα χίλια δυό βολάν και στη μέση ένα φιόγκο, αυτά που μας φορούσε πάνω απο τα βαμβακερά μας για να φαίνονται ασορτί με τα φουστάνια απο οργάντζα, όταν θα σκύβαμε στα παιχνίδια μας.

Βρήκα τις φωτογραφίες σου, ω πόσες φωτογραφίες ... Με εκείνο το απορημένο ύφος που είχες απο παιδί, λεπτοδίνικη και διαρκώς με ένα τεράστιο ερωτηματικό στο πρόσωπό σου. Εκείνες που είχες με τα ανήψια σου, τον Αλέξανδρο και το Νικόλα, που τους κοίταζες με λατρεία και τους κανάκευες λέγοντάς τους ιστορίες ατέλειωτες για ζώα και ανθρώπους...  

Καθαρίζοντας το σπιτικό μας σε έβλεπα διαρκώς μπροστά μου να με ακολουθείς όπως τότε όταν ήμασταν μικρές που σε φώναζα «ακολουθίκι». Αυτά τα τρισήμισυ χρόνια που μας χώριζαν εγώ τα θεωρούσα τεράστια απόσταση ανάμεσά μας, ήμουν η μεγάλη κι εσύ η μικρή, αλλά εσύ τα εκλάμβανες ως δικαίωμα στις δικές μου κατακτημένες ελευθερίες.

Έτσι μεγαλώσαμε προστατευμένες απο γονική αγάπη και με μια μεγάλη απόκλιση απο τον αδερφό μας που ήταν αγόρι και ζούσε στο δικό του άναρχο κόσμο. Εκείνος έπαιζε ποδόσφαιρο, εγώ κρυφτό-κυνηγητό κι εσύ με τις κούκλες. Εσύ ήσουν το κοριτσένιο κορίτσι κι εγώ ήμουν αγοροκόριτσο γιατί είχα την επιρροή του αδελφού μας και της δικής σου θηλυκότητας.

Και περνούσαν τα χρόνια και μεγαλώναμε... Και λέγαμε τα μυστικά μας, σσς μην τα ακούσει η μαμά... Και μετά έφυγα για την Αθήνα, φοιτήτρια της Νομικής , βλέπεις. Και ακολούθησες εσύ, φοιτήτρια επίσης... Και περάσαμε μαζί 10 χρόνια σχεδόν, ώσπου αναχώρησα για το εξωτερικό μετανάστρια του έρωτος. Κι εσύ ερχόσουν κάθε χρόνο δύο φορές στο Μόντρεαλ, συνεχίζοντας να είσαι αναπόσπαστο μέρος της οικογένειάς μας, κύριο στοιχείο της δικής μου ζωής και ύπαρξης.

Ώσπου ήρθε εκείνος ο Δεκέμβρης που δεν ήξερες τι σε κατέτρωγε, εκείνος ο Ιανουάριος που μάθαμε πως είχες καρκίνο στις ωοθήκες. Και πιστέψαμε όλοι πως με την αφαίρεση της μήτρας και με τις χημειοθεραπείες θα γινόσουν καλά και θα ξαναπιάναμε το νήμα απο εκεί που το είχαμε αφήσει.

Και έμεινα για μήνες στην Αθήνα κοντά σου βλέποντας το πρόσωπό σου να χλωμιάζει, το σώμα σου να παραμορφώνεται, την ύπαρξή σου να νιώθει άβολα κάθε στιγμή. Και ήρθες στο Μόντρεαλ να πάρεις κι άλλη διάγνωση κι άλλες θεραπείες. Και συνεχώς ελπίζαμε πως θα το ξεπερνούσες.

Όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, τώρα που ασχολούμαι με την προώθηση της  έρευνας για την πρόωρη διάγνωση του καρκίνου των ωοθηκών απο τη δρα Lucy Gilbert, απο την ώρα της διάγνωσης είχες λάβει διαβατήριο θανάτου, διότι ο καρκίνος  των ωοθηκών εντοπίζεται στο τρίτο και τέταρτο στάδιο, ορίζοντας πορεία τέλους.

Εκείνο το καλοκαίρι του 2004 που η Αθήνα βοούσε απο τον ενθουσιασμό των Ολυμπιακών Αγώνων, εμείς ζούσαμε μαζί σου την κορύφωση του μαρτυρίου σου. Νοσοκομείο, χημειοθεραπείες, πόνοι, δυσανεξία, φόβος, μεταγγίσεις αίματος. Απελπισία, φρίκη, δυστυχία...

Κι όταν πήγα ακόμη και στην  Κούβα να σου πάρω το δήθεν θαυματουργό φάρμακο του μπλέ σκορπιού, εσύ έφυγες απαλά σαν πεταλούδα. Και πέταξες ψηλά στον ουρανό αφήνοντας το πονεμένο σώμα σου στη γή. Η Πεταλούδα πετούσε μακριά απο τα εγκόσμια αφήνοντας το στίγμα της ομορφιάς της στις ψυχές μας.

Σε αναζητώ κάθε μέρα όπου κι αν βρίσκομαι... σε νιώθω να πετάς γύρω μου, μέσα μου, στο μυαλό μου... Και σου ανάβω το καντήλι σου στο νεκροταφείο της Λευκάδας κι ένα αρωματικό κερί κάθε μέρα στο Μόντρεαλ για να μην ξεχνώ... Να μην ξεχνώ τα όσα ζήσαμε μαζί και τα όσα μας έφτιαξαν αυτές που γίναμε...

Πάνε 16 χρόνια απο τότε που πέταξες... Φέτος το δωμάτιό μας θα αλλάξει όψη. Αλλά για μένα θα παραμείνει εκείνο το ροζ παιδικό δωμάτιο που μας όρισε και μας καθόρισε ως κοριτσάκια και ως γυναίκες. Όλα θα μείνουν ίδια μέσα μου, σου το υπόσχομαι... Και καμιά αλλαγή δεν θα μας πάρει αυτά που ζήσαμε μαζί.

Σε σκέφτομαι και μου λείπεις... Είχα τόσα να σου πω κι αυτό το καλοκαίρι...

Η αδελφή σου

Ιουστίνη



Tuesday, September 8, 2020

Στο Πανηγύρι του Σύβρου κάποτε!

 Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη


 
Στα βιολιά του Σύβρου με τα ξαδέρφια ....

“Ετσι όπως τον έπαιρνε ο ύπνος γλυκά στη μεσημεριανή φθινοπωριάτικη αγκαλιά του, σα ν’άκουσε κάποιες παράξενες κουβέντες των παιδιών για το Μύλο. Για το Νερόμυλο που έθρεψε τα παιδιά του στα χρόνια της Κατοχής και που έγινε το πεδίο θανάτου της Αρίστης του. Σα ν’άκουσε πως η κυβέρνηση επιδοτούσε αναπαλαιώσεις ιστορικών μνημείων με κονδύλια της ΕΟΚ. Τού ’κάστηκε πως ο Μανώλης έκανε σχέδια να τον μετατρέψει σε παραδοσιακό καφενέ. Αλλοτε θα του φαινόταν ιεροσυλία. Τώρα όμως έχει υποχωρήσει σε όλες τις ανυποχώρητες ιδέες του. Αν είναι για το μέλλον του Μανώλη, ας γίνει ο Μύλος καφενές. Ισως να ξορκιστεί κι εκείνη η μακρινή συμφορά του θανάτου.

 Αποκοιμήθηκε ελαφρά κι άκουγε κάτω τη φασαρία των παιδιών και των εγγονιών του καθώς μιλούσαν ακατάπαυστα σα να μη χόρταιναν κουβέντα. Πρέπει να είχε πέσει το σούρουπο, γιατί ξαφνικά μέσα στον ύπνο του άκουσε τα βιολιά. Είχε παραγγείλει στον αδερφό του το Γιώργο να έρθουν το απογευματάκι με τα όργανα να παίξουν και να τραγουδήσουν χωρίς όρια για να χορέψουν οι επίγονοί του στο δικό του τον περίβολο. Αλλη χάρη είχε η μουσική και το γλέντι στο σπίτι!

 Κι εκεί που τους άκουγε να γλεντάνε ξέγνοιαστοι, έφερνε στο νου το λεβέντικο ζεμπέκικο του Πέτρου και του Παντελή, το αντρίκιο τσάμικο του Λεωνίδα, το λυγερό καλαματιανό της Σοφίας, τον αισθαντικό καραγκούνικο της Αθηνάς του. Κι ενοιωσε ξαφνικά πως έφευγε και πέταγε πάνω σ’ ένα λευκό πουπουλένιο σύννεφο. Τον περίμενε πέρα μακριά στο βάθος η Αρίστη, ντυμένη με το ρουμπινί της νυφικό. Εκανε να πιαστεί απ’ το κρεβάτι κι όμως το σύννεφο υψιπετούσε πέρα μακριά απ’ αυτόν τον κόσμο.

 Το κλαρίνο τρύπαγε την ατμόσφαιρα του Σεπτεμβριάτικου απόβραδου στην μεγάλη αυλή του πατρικού στο Σύβρο, ανατολίτικο, χαρούμενο και μαζί παραπονιάρικο... Κι εκείνος που πετούσε πάνω σ’ένα σύννεφο φώναζε δυνατά από ψηλά για να τον ακούσει ο πρώτος εγγονός του, ο Κωστάκης: «Μια ζωή με βασάνιζε η απορία σου. Και μόνο μια στιγμή μου φτάνει για να σου πω: Πως ναί. Πετάει το σύννεφο! Πετάει!»

Αυτό είναι το τέλος από το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Πετάει , πετάει το σύννεφο». Είναι το αποκορύφωμα της ζωής του μητρικού παππού μου παπα-Κώστα Κακαβούλη, ο οποίος έκτισε με τη βοήθεια των συγχωριανών του το ναό της Παναγίας στο Σύβρο. Πρόκειται για μια εκκλησία βυζαντινού ρυθμού, η οποία γιορτάζει την ημέρα των γενεθλίων της Παναγίας , τουτέστιν στις 8 Σεπτέμβρη.

Οι αναμνήσεις χτυπούν την πόρτα μου φέτος κι έτσι θέλω να καταγράψω αυτή τη κορυφαία συνεύρευση της οικογένειας των Κακαβούληδων σε ένα τριήμερο χαράς, ανεμελιάς και ευτυχίας.

Ο παππούς ο παπα-Κώστας από μήνες σχεδίαζε τη μαγική συνεύρεση των παιδιών και εγγονιών του (5 αγόρια, 3 κορίτσια, 5 νύφες και 3 γαμπροί, 23 εγγόνια)  στο σπίτι του Μπαγανάτου στο Σύβρο.

Η μητέρα μου και ο πατέρας μου από την προπαραμονή μας πήγαιναν στο χωριό, όπου άρχισαν να στρώνονται οι πρώτες στρωματσάδες.Ολα τα παιδιά το ένα πλάι στο άλλο θα κοιμάμασταν πάνω σε χοντρά σκουτιά ντυμένα με πεντακάθαρα σεντόνια. Εγώ επέμενα να κοιμάμαι στο κρεβάτι με τη μαμά μου κι έτσι γινόμουν ο μικρός παρίας των ξαδελφιών μου.

Την άλλη μέρα κατέφθανε με το ταξί η οικογένεια του θείου παπα-Νίκου κι έτσι άρχιζαν οι πρώτες χαρές. Παιχνίδια, τρεχάκια, πλατσουρίσματα στα νερά του ρυακιού που κατρακυλούσε με βία γεμίζοντας τα όνειρά μας με φαντάσματα.

Σε λίγο έσκαγε μύτη και η οικογένεια της θειάς Παρασκευής, αδελφής της μητερας, που ερχόταν για λίγο μόνο από το Μαραντοχώρι με τα τέσσερα παιδιά της. Επειδή το χωριό τους ήταν μόνο λίγα χιλιόμετρα πιό πέρα θα έμεναν μετά βίας ένα βράδυ για το πανηγύρι, καθώς δεν ήθελαν να φορτώσουν το ήδη φορτωμενο από ανθρώπους σπίτι .

 Η μητέρα μου και η οικοδέσποινα θεία Βγένα, η θειά Παρασκευή έκοβαν από την παραμονή σαλάτες κι ετοίμαζαν τα προπαρασκευαστικά της μεγάλης τάβολας, που θα στρωνόταν ανήμερα της Παναγιάς μετά την εκκλησία.

Ο θείος Αντρέας με τη θεία Ευανθία και τα παιδιά τους είχαν καταφθάσει  κι εκείνοι κάποιες μέρες πρίν κι έτσι οι τέσσερις οικογένειες στριμωχνόμασταν με χαρά στο μεγάλο ευρύχωρο καινούριο σπίτι του θείου Μήτσου. Η γιαγιά Κατερίνα καμάρωνε εμάς τα βλαστάρια και προπάντων τον αδελφό μου που ίππευε τα άλογα του σπιτιού κι έτρωγε τα γεύματά του εποχούμενος !!!

Ανήμερα, φορούσαμε όλα τα παιδιά τα καλά μας και οδεύαμε στην εκκλησιά της Παναγιάς. Οι μαμάδες έμεναν στο σπίτι, για να μαγειρέψουν τη σούπα αυγολέιμονο (για πρώτο) και να ψήσουν τον αμνό στο φούρνο (για το κυρίως γλέντι). Μου άρεσε να περιφέρω  το βλέμμα μου στους συγχωριανούς της μητέρας μου και να φτιάχνω φανταστικές ιστορίες μέσα μου για όσα συνέβαιναν στο χωριό κατά τα παιδικά τους χρόνια.

Ο παππούς λειτουργούσε και η  στεντορεία φωνή του ξεχυνόταν στους κάμπους και τα λαγκάδια ορίζοντας την ομορφιά του τόπου. Η γλυκειά φωνή του θείου παπα-Νίκου και η κοντράλτα φωνή του πατερούλη μου ηχούσαν πλάγιες δέυτερες μπροστά στο εύρος της ψαλμωδίας του παπα-Κώστα.

Η λειτουργία τελείωνε κι εμείς ορμούσαμε για αντίδωρο. Οι συγχωριανοί μας χαιρετούσαν με αληθινή οικειότητα κι ας μην γνωριζόμασταν. Αφού ήμασταν τα παιδιά της Μαριώς, του Αντρέα, του Νίκου, του Μήτσου, της Παρασκευής,  ήμασταν καλοδεχούμενα και αγαπημένα στο χωριό. Εγώ σκούπιζα τα μαγουλάκια από τα σβουρηχτά φιλιά που με κατέκλυζαν... Ημουν η σιχασιάρα της οικογένειας.

Οι τρείς ιερωμένοι της οικογένειας πρωτοστατούσαν στη λειτουργία για τα γενέθλια της Παναγιάς. Απο αριστερά ο παπα-Νίκος Κακαβούλης, στη μέση ο πάτερ φαμίλιας παπα-Κώστας Κακαβούλης και δεξιά ο παπα-Νίκος Φραγκούλης


 Φτάναμε στο σπίτι, τρέχαμε να ξεφορτωθούμε τα καλά μας για να αλωνίσουμε πάλι στις αυλές με τα χώματα, να βραχούμε στα άπλετα νερά της πηγής. Οι μητέρες έστρωναν το τεράστιο τραπέζι με τα λευκά μυρωδάτα υφαντά τραπεζομάντηλα. Πιάτα χοντρά χωριάτικα, μαχαιροπήρουνα και υφαντές λευκές πετσέτες. Πρώτα κατεφθανε η πηχτή σούπα αυγολέιμονο. Τα παιδιά δεν την τρώγαμε, ήταν φαγητό των μεγάλων. Υστερα ερχόνταν οι πράσινες μυρωδάτες σαλάτες με το φρέσκο κρεμμυδάκι από τον κήπο και τον άνιθο να σπάζει μύτες. Και στο τέλος το γεύμα κορυφωνόταν με το ψητό αρνάκι του φούρνου συνοδευόμενο με  λεμονάτες πατάτες. Νομίζω ότι ακόμη έχω τη μυρωδιά αυτής της γιορτινής ατμόσφαιρας του Σύβρου, μια μυρωδιά φαγητού κι ευωχίας.

Το μεσημέρι ο παππούς έπεφτε για ύπνο κι εμείς η στρατιά των παιδιών έπρεπε να σιωπήσουμε. Οι ατίθασσες υπάρξεις μας οι γεμάτες ζωνάνια δεν άντεχαν την ησυχία του Σεπτμεβριάτικου απομεσήμερου. Δραπετεύαμε εδώ κι εκεί, τρέχαμε, κάναμε τόση φασαρία, που νευριάζαμε τους αποκαμωμένους απ΄το τραπέζι του πανηγυριού μεγάλους. Αλλά εμείς περνούσαμε παραδεισένια.

Το απόγευμα κατέπλεε η οικογένεια της θειάς Φροσύνης, της μεγάλης αδελφής της μητέρας μου, που ζούσε στη Βασιλική. Ερχόταν πάνω σε BMW μηχανή με έξτρα κάθισμα στο πλάι για τα παιδιά. Βλέπεις ο θείος Μήτσος ήταν αιώνιος νέος, οδηγούσε μηχανή μεγάλων κυβικών κι εμείς τα ανήξερα παιδιά τρίβαμε τα μάτια μας θαυμάζοντας την οικογένεια που ξεπρόβαλε με άνεση από την Μπεμβάρα. Η θειά Φροσύνη ομορφότερη από ποτέ με το λευκαδίτικο φουστάνι της να ανεμίζει ήταν η μεγαλύτερη απόλαυση της παιδικής μου ύπαρξης. Ηταν τόσο όμορφη και αριστοκρατική που μου έκοβε την ανάσα. Η ωραιοτέρα όλων των θυγατέρων και νυφών του παπα-Κώστα. Αλαβάστρινη, γοητευτική, νοικοκυρά μέχρι το τέλος της ζωής της. Η λατρεμένη μου θεία!

Το απόγευμα από την αυλή του Μπαγανάτου περνούσαν για τα χαιρετίσματα και τις ευχές όλες οι αρχές του τόπου. Εμείς τα κοριτσάκια οφείλαμε να κάνουμε πάυση παιχνιδιού για να σερβίρουμε βανίλια-υποβρύχιο ή γλυκό σταφύλι τον πρόεδρο, τον ενωματάρχη, τον αγροφύλακα, το δάσκαλο που μας τιμούσαν με τις επισκέψεις τους. Μισούσα αυτές τις στγμές, που όμως γινόνταν υποχρεωτικές προπάντων για τις μεγαλύτερες ξαδέλφες μου, τη Ντίνα και τη Μαρία.

Καθώς έπεφτε το σούρουπο,  από την αγορά ερχόταν ο ήχος των τοπικών μουσικών, που πρόβαραν τα όργανά τους και τις φωνές τους στα πρωτόγονα μικρόφωνα της εποχής. Ενα-δύο , ένα-δύο ήταν οι επαναλαμβανόμενες πρόβες των οργανοπαιχτών κι εμείς ονειρευόμασταν την ώρα και τη στιγμή που θα πηγαίναμε στα βιολιά να γλεντήσουμε με τους μεγάλους.

Φυσικά, μετά τις 9 το βράδυ κατηφορίζαμε όλη η μεγάλη κι ευτυχισμένη οικογένεια του παπα-Κώστα (πλήν του ιδίου και των άλλων δύο ιερέων) προς την αγορά του Σύβρου, που μύριζε μαλλί της γριάς με κοψίδια ανακατεμένα. Ο καφενάρχης μας είχε κρατήσει τραπέζι- εννοείται- γιατί ο θείος-Μήτσος , μέγας παράγων του χωριού, τα είχε φροντίσει όλα με μαεστρία. Απλωνόμασταν σε 30 και βάλε πλαστικές καρέκλες, φτιαγμένες από γύφτους με πλαστικά καλώδια σε διάφορα χρώματα. Εγώ περίμενα να έρθει το ψητό στη λαδόκολα να το δοκιμάσω. Παρότι ήμουν ολιγόφαγη και περιώνυμη μίζερη στο τρώγειν, η νοστιμιά αυτών των κοψιδιών με έκανε να λιγοθυμάω από προσμονή.

Τα όργανα άρχισαν να παίζουν δυνατά εκκωφαντικά τραγούδια που δεν έλεγαν τίποτε στα αυτάκια μας. Αλλά οι μεγάλες παρέες άρχισαν τώρα να σηκώνονται και να χορεύουν ομαδικά στην τσιμεντένια αυτοσχέδια πίστα. Ο Τσουρούφλης έπαιζε το κλαρίνο του μαγικά, εγώ (παρότι δεν μου άρεσε η δημοτική μουσική εκείνη την εποχή) ριγούσα από δέος. Μέσα στο παιδικό μου μυαλουδάκι καταλάβαινα πως τούτη η ανοίκεια μουσική ήταν της παράδοσής μου. Καθέ οικογένεια έδινε την παραγγελιά της, λίγα κατοστάρικα για να πιάσει σειρά για χορό στην πίστα.

Κάποτε ερχόταν η δική μας σειρά. Πρώτα μας έπαιζαν καλαματιανά κι όλα τα κορίτσια και τα αγόρια χορεύαμε ιδρώνοντας αλαφιασμένα και χαρούμενα πάνω στο σκληρό τσιμέντο.  Η Μαρία του θείου Αντρέα και η Κωνσταντίνα μου ήταν οι θεές του καλαματιανού. Εμείς ακολουθούσαμε απέχουσες μακράν του χορευτικού τους τάλαντου.

 Κι ύστερα έφτανε η ώρα να δώσουν οι άντρες παραγγελιές για τσάμικα. Θυμάμαι το θείο Μήτσο και το θείο Αντρέα να αυτοσχεδιάζουν τα βαρειά βήματα της λεβεντιάς τους κάτω απ΄τον ήχο της «Ιτιάς» ή του «Αητού» ή του «Αμάραντου» ή της «Παπαλάμπραινας» και να σείεται όλος ο Σύβρος. Κορμιά λεβεντωμένα να πετάνε στον αέρα ακολουθώντας το σόλο του Τσουρούφλη. Στιγμές μαγικές, ανεπανάλητπες, απ΄αυτές που θα μείνουν χαραγμένες στη μνήμη μου στολίζοντάς την με απέραντη ομορφιά κι αγάπη.

 Εγώ αποκοιμιόμουν στην καρέκλα συνεπαρμένη από τις συγκινήσεις της μέρας, τα άλλα παιδιά άντεχαν περισσότερο. Την επόμενη μέρα ήθελα να κατεβώ με την ξαδέλφη μου την Κάτια Μαραγκού στο φαράγγι με τα πλατάνια, που τόλεγαν Δάφνη-αν δεν με απατάει η μνήμη μου.Η Κάτια , κόρη του πρωτοξαδέλφου της μητέρας μου Μήτσου Μαραγκού, που ήταν δάσκαλος στο χωριό, ήταν το αγαπημένο ταίρι μου στις διαδρομές του Σύβρου. Με το αγορίστικο στύλ της με μυούσε στα κρυφά μονοπάτια του χωριού, που λάτρεψα για την πρασινάδα, τα νερά , τα πέτρινα σπίτια και την ευγένεια των ανθρώπων.

Μέρος της συγγραφικής υπογραφής μου κείται στις πέτρες και τις λαγκαδιές του πανέμορφου Σύβρου της Λευκάδας.

 Χρόνια πολλά για τη γιορτή της Παναγιάς, για τα γενέθλια της Θεομήτορος, που θα γιορτάζονται στο μητρικό χωριό της Λευκάδας με λαμπρότητα ακόμη, ελπίζω!


Friday, September 4, 2020

Στη Ντισκοτέκ ... στην Παλιά Ντισκοτέκ!

 


Φέτος ήθελα να γράψω για τα καλοκαίρια της Λευκάδας, όταν μεγαλώναμε ως έφηβοι και φοιτητές με τη διασκέδαση στραμμένη αποκλειστικά στις ντισκοτέκ, καθότι η μουσική των καιρών επέβαλε αυτή τη μορφή εκτόνωσης. Τα ντίσκο τραγούδια της Αμερικής πλημμύριζαν τις πίστες της Λευκάδας, όπου η νεολαία χόρευε μέχρι τελικής πτώσεως.

Η πρώτη ντισκοτέκ που μου έρχεται στη θύμηση ήταν η περίφημη White Horse, μια υπαίθρια ντίσκο στον ελαιώνα της Κουζούντελης , όπου άρχισαν να ακούγονται εκκωφαντικά απο τα τεράστια μεγάφωνα τα τραγούδια της εποχής, στέλνοντας κύματα ξεσηκωμού στα σώματά μας.

 Από το Stayin' Alive των  Bee Gees, το  Le Freak των Chic You Should Be Dancin' των Bee Gees, το Dancing Queen των  ABBA– μέχρι το Fly Robin Fly των Silver Convention, το  I Will Survive της  Gloria Gaynor, το  Last Dance της Donna Summer, το Y.M.C.A. των Village People, το  Disco Ladυ του Johnny Taylor το Funkytown των Lipps Inc το Ring My Bell της Anita Ward... οι ντίσκο μελωδίες ξεσήκωναν τη νεολαία, περνώντας απο το ροκ εν ρόλ στη νέα εποχή της ντίσκο κίνησης με τη μπάλα να κουνιέται στις χίλιες αποχρώσεις των φώτων...

 Κουνιόμασταν κάτω από τη ντισκομπάλα ενώ οι έντονοι πολύχρωμοι φωτισμοί χυνόνταν στα σώματα που ίδρωναν απο το χτύπημα στην πίστα λες και δεν υπήρχε αύριο. Θα πρέπει να ήταν στα τέλη του 70 που ξεκίνησε αυτή η πρώτη υπάιθρια ντίσκο απο Γιαννιώτες επιχειρηματίες  κι εγώ απο τα 15 μου μπορούσα να πηγαίνω διότι είχα βλέπεις για συνοδεία μου τον μεγαλύτερο αδελφό. Ήμουν το τυχερότερο κορίτσι στο σχολείο...

 Σύντομα, οι Γιαννιώτες εγκατέλειψαν το ντίσκο εγχείρημα στη Λευκάδα και την πίστα της ντίσκο ανέλαβε το τουριστικό περίπτερο, που άνοιγε τα παράθυρα τα καλοκαίρια και φιλοξενούσε τη νεολαία με ντι τζέι της εποχής και με τα φωτιστικά να διαχέουν στην πίστα το ρυθμό, λες κι αυτός έβγαινε αβίαστα όχι απο τα συστήματα ήχου, αλλά απο τη μεγάλη ντισκομπάλα. Τα κορμιά ηδονιζόνταν κινούμενα στον έντονο ρυθμό, τα παντελόνια ήταν κολλητά πάνω στους γοφούς και γλυστρούσαν κάνοντας καμπάνα  από τα γόνατα και κάτω. Τα πουκάμισα των αγοριών είχαν εκείνους τους μυτερούς γιακάδες, τα μαλλιά τους ήταν μακριά. Τα κορίτσια φορούσαν στενές μλπούζες και τα μαλλιά τους ήταν σπαστά παίρνοντας την όψη της χαίτης.

 Δύο χρόνια αργότερα, θα ήταν το 1977,  ο αγαπημένος φίλος Γιώργος Τσερές (Κωττούλας) συμπλήρωσε το κενό ανοίγοντας της δική του υπαίθρια ντισκοτέκ στον ελαιώνα , την οποία ονόμασε Night Fever. Η πίστα απο τσιμέντο, το μπάρ πρωτόγονο, τα καθίσματα άβολα αλλά εμείς βγάζαμε το νυχτοκάματο χορεύοντας αχόρταγα κάτω απο τη ντισκομπάλα με τους ρυθμούς να ακολουθούν όλες τις επιτυχίες της εποχής.

 Κι όταν έβαζαν τα «σλόου», τότε μας ζητούσαν ένα χορό τα αγόρια της παρέας, που είχε σφιχταγκάλιασμα, πιάσιμο και ίσως κανένα κρυφό φιλί καθώς χαμήλωναν τα φώτα. Από Ανταμό μέχρι Κριστόφ, μέχρι καντσόνε του Σαν Ρέμο και αμερικάνικα τραγούδια, τα μπλούζ ήταν η στιγμή που κορυφωνόταν το φλέρτ, κάτι που φάνταζε σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της καλοκαιρινής νυχτερινής περιπέτειας.

 Την επόμενη χρονιά λίγα στρέμματα πιό πέρα άνοιξε ο Χρήστος ο Δαμιανής (Σπαγέτος) την Spaghetos Disco κι έτσι μοιράστηκαν οι έξοδοι στις δύο ντισκοτέκ. Αυτή ήταν μια πιό προχωρημένη μορφή υπαίθριας ντισκοτέκ με το Χρήστο να βάζει περισσότερα ροκάδικα τραγούδια απο εκείνα της ντίσκο, καθότι ήταν μουσικά λίγο πιό ψαγμένος. Κι εδώ εμείς αφήναμε τα κοκκαλάκια μας πάνω στην τσιμεντένια πίστα μέχρι τις πρωινές ώρες ... όλες οι συναντήσεις, όλα τα φλέρτ, τα βλέμματα του έρωτα, τα ραβασάκια ανταλλασσόνταν στις πίστες του Κωττούλα και του Σπαγέτου εκείνα τα καυτά καλοκαίρια της νεότητας.

 Το ποτό για τα αγόρια έφτανε μέχρι ουίσκι, ενώ τα κορίτσια ήταν ταγμένα να τελειώσουν το βερμουτ on the rocks ή μπέιλις on the rocks, κάτι πολύ στυλάτο για την εποχή.



 Θα πρέπει να πω ότι στη ντισκοτέκ του Κωττούλα γνώρισα τον Τέντυ και έκτοτε τον τραβολογούσα εκεί κάθε νύχτα, εξουθενώνοντάς τον κυριολεκτικά. Ο μετέπειτα άντρας μου πίστευε στις ρομαντικές βόλτες, αλλά εγώ, η Πεταλούδα μου,ο Βασίλης Μπακογιώργος, η Αλέκα Λεκατσά και η Αγγελική Σπηλιά, ο Κώστας Σπηλιάς θεωρούσαμε ότι η νύχτα ήταν ταγμένη για χορό. Άλλωστε, ήμασταν τέτοιο κονκλάβιο που ο καημένος ο Καναδός δεν μπορούσε να το νικήσει και να περάσει τη δικιά του γραμμή.’Ετσι έλιωνε κι αυτός στις πίστες μαζί μας ώσπου να μεγαλώσουμε και να ξεπεράσουμε τη χορευτική μανία των 20 τόσων χρόνων μας.

 Το χειμώνα το κενό αναπλήρωνε για μερικά χρόνια μια νισκοτέκ που είχε φτιάξει ο Κομπίτσης, πατέρας της Μαρίας Κομπίτση, σε μια παλιά αποθήκη ξυλείας στην παραλία, κοντά στου Μουτρούκαλη. Ήμασταν πλέον φοιτητές αλλά η επιστροφή στη Λευκάδα μας εύρισκε εκεί να χορεύουμε αλύπητα κάθε νύχτα των χριστουγεννιάτικων και των πασχαλινών διακοπών μας.

 Οι δύο υπαίθριες ντισκοτέκ του Κωττούλα και του Σπαγέτου έκλεισαν επειδή διαμαρτυρόνταν οι κάτοικοι της περιοχής για την ηχορρύπανση. Το επόμενο ήταν ένα καλοκαίρι πένθους και καταφεύγαμε στο Νυδρί όπου εκτελούσαμε το χορευτικό μας καθήκον σε μια άλλη υπαίθρια ντισκοτέκ της εποχής, που πρέπει να πω ότι είχε ρομαντικό περιβάλλον και βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, όπου βγάιναμε να απολαύσουμε τις φεγγαράδες και κάποιες κρυφές αγκαλιές.

 Ο Γιώργος Κωττούλας σύντομα επανήλθε με τη ντισκοτέκ Pink Panther, η οποία πλέον στεγάστηκε σε μια άλλη αποθήκη εκεί κοντά στον Αγιο Μηνά. Φυσικά, η τρελοπαρέα κάθε βράδυ έδινε το παρόν μέχρι τις πρωινές ώρες, ώσπου αρρωστήσαμε απο το αίρκοντίσιον κι έτσι μας απαγορεύθηκε η πρόσβαση μέχρι το τέλος εκείνου του αντιπαθητικού καλοκαιριού...Τα επόμενα καλοκαίρια συνεχίσαμε τους ξέφρενους ρυθμούς της ντίσκο στου Κωττούλα, μέχρι που ο Γιώργος αποφάσισε να φύγει για τους ουρανούς να σμίξει με τους αγγέλους. Η λύπη κάλυψε σα μαύρο πέπλο ολάκερη τη Λευκάδα και οι νύχτες δεν ήταν πιά ανέμελες ...Ήταν νύχτες βουτηγμένες στο κενό της απουσίας του...

 Η Pink Panther έμεινε στην ιστορία της Λευκάδας και χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε απο τη ντισκοτέκ του Ντάντολη, που ξεκίνησε απο τα Περιβόλια για να καταλήξει στα Βαρδάνια. Είχαμε πλέον μεγαλώσει, οι μουσικές είχαν αλλάξει, το ωράριο της ντισκοτέκ άρχιζε στις 3 το πρωί, όταν εμείς κοιμόμασταν με τα ανήλικα παιδιά μας, ξεχνώντας την υπερκινητικότητα της νιότης μας.

 Τα παιδιά μας όμως μεγάλωσαν στη Λευκάδα και έμαθαν κι αυτά να τιμούν τη ντισκοτέκ με τα τραγούδια της εποχής τους. Ο Αλέξανδρος , ο Βασιλάκης, η Άννα, η Κέλλυ, ο Νίτιαν, ο Σπύρος έγιναν θαμώνες του Ντάντολη, μόνο που επέτρεφαν στις 7 το πρωί αφού είχαν καταβροχθίσει και την πρωινή κρέπα τους...

 Φέτος, ο κορωνοϊός έβαλε μια άνω τελεία στη νυχτερινή διασκέδαση της Λευκάδας, αλλά υποσχόμαστε του χρόνου να επαννέλθουμε με μια ντίσκο βραδυά στου Ντάντολη , όπου θα βρεθούμε όλοι εμείς της παλαιάς κοπής και θα χορέψουμε στους ρυθμούς μας φορώντας εκείνο το αναιδές ύφος της ανυποψίαστης νεότητάς μας!

 Τζουστινάκι

 


 

Monday, August 24, 2020

Η Δική του Λευκάδα!

 

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Όλα όσα έγραψα εμπνεόμενη απο το βιβλίο «Η Δική μου Λευκάδα» του Ηλία Γεωργάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του, που πραγματοποιήθηκε στις 9 Αυγούστου στο Κηποθέατρο ‘Αγγελος Σικελιανός εν μέσω πλήθους κόσμου δεδομένων των συνθηκών της περιοριστικής πανδημίας.

Ο Ηλίας Γεωργάκης είναι παιδικός φίλος απο άλλη γειτονιά της Λευκάδας. Φίλος αγαπημένος, γκαρδιακός, φίλος της νεότητας αλλά και της ωριμότητας.

Φαίνεται ότι τα πνεύματά μας συναντήθηκαν αρκετά νωρίς στις εφημερίδες του σχολείου, με εκείνον αποφασισμένο να γίνει δημοσιογράφος κι εμένα  αποφασισμένη να σπουδάσω Νομική. Τελικά οι δρόμοι μας συναντήθηκαν τόσο στη δημοσιογραφία όσο και στην δημιουργική γραφή.

Ο Ηλίας είναι αυτός που λάτρεψε τη Λευκάδα όχι μόνο ως γέννημα -θρέμμα της, αλλά ως άγγελος-εξάγγελος της ομορφιάς της. Είναι εκείνος που μας έμαθε να αγαπάμε το νησί μας και να διαφημίζουμε τις πολλές και ποικίλες ομορφιές του στα πέρατα του κόσμου. Είναι αυτός που εφηύρε την έννοια της Λευκαδολατρείας, την έκανε σημαία του και την ανεμίζει στις πέντε ηπείρους. Ο Ηλίας είναι μια απύθμενη δεξαμενή αγάπης για τη γενέθλια γη που εκφράζεται με ποίηση, με άρθρα, με αναμνήσεις, με ζυμώσεις, με αστείρευτες προτάσεις και νέες ιδέες .

Είναι εκείνος που κατέγραψε όλους τους Λευκαδίτες δημοσιογράφους κάποτε στα τέλη της δεκαετίας του 80 και οργάνωνε ταξίδια με τη συνεργασία του δήμου ή της νομαρχίας ανάλογα, για να γνωρίσουμε τον τόπο μας και να διαλαλήσουμε τις πολύπτυχες ιδιαιτερότητές του. Έτσι έκανε το νησί μας γνωστό μέσα απο δεκάδες άρθρα δημοσιευμένα στις διάφορες ημερήσιες εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής. Ετσι άρχισε η Λευκάδα να ξεφεύγει απο την εσωστρέφειά της και να στρέφεται στους απάτητους ακόμη τότε δρόμους του μάρκετινγκ, αγγίζοντας το ευρύτερο κοινό.

  Ο Ηλίας που διακηρύσσει την Λευκαδολατρεία του όπου σταθεί κι όπου βρεθεί είναι ο εφευρέτης του όρου και της πάθησης η οποία κατατίθεται εν λευκώ στο νέο του βιβλίο με τίτλο Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΛΕΥΚΑΔΑ, ένα βιβλίο που περιέχει όλα αυτά που εκείνος έχει καταγραψει κατά καιρούς στην αρθοργραφία και την ποίησή του περί του γενέθλιου τόπου. Πρόκειται για ένα πάντρεμα προσωπικών εμπειριών, ιστορικών στοιχείων, λαογραφικής κληρονομιάς και απάτητων διαδρομών απο εμάς τους υπόλοιπους. Γράφει,λοιπόν, ο Ηλίας:

«H Λευκάδα των ποιητών και των λογίων. Των χρωμάτων. Του απέραντου γαλάζιου, του άλλου μπλε της θάλασσας. Με τα πεύκα να υποκλίνονται στα κύματα. Η Ομηρική Ιθάκη. Πρωτοπόρος στον πολιτισμό. Με τα μονόξυλα, τους έρημους αλήτες στον μώλο. Η Λευκάδα των παιδικών μας χρόνων. Η μεγάλη ερωμένη. «Η αβασίλευτη στο πέλαο δόξα» του Σικελιανού. Η Λευκάδα της καρδιάς μας. Με τις μοναδικές ομορφιές, την καταπράσινη φύση, τον πολιτισμό της, την ιστορία της, την παράδοσή της και τους φιλόξενους ανθρώπους της. Όσοι έρχονται στη Λευκάδα είναι σίγουρο ότι θα ξαναγυρίσουν. Γιατί η Λευκάδα είναι μάγισσα. Σε κερδίζει, σε αιχμαλωτίζει. Σε καθηλώνει. Λένε πως όσοι επισκέπτονται αυτό το νησί «μολύνονται» από μία ενδημική, χρόνια, πάθηση, μία μορφή τοξικομανίας, τη Λευκαδολατρία.»

Το βιβλίο έχει μια καταπληκτική δομή και αρχίζει την περιήγηση από τη βαθιά Λευκάδα και τον Πολιτισμό της, απο τους άξονες της διαχρονικής πολιτιστικής της καταγωγής με αναφορές στους ιστορικούς της και τους λογοτέχνες της και με αιχμή του δόρατος τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και τον Άγγελο Σικελιανό. Ένα μεγάλο κεφάλαιο αφιερωμένο στον Λευκάδιο Χέρν τονίζει το διεθνισμό του μικρού νησιού, όπου γεννήθηκε ο Ιρλανδικής καταγωγής λογοτέχνης ο οποίος ένωσε τη δύση με την κουλτούρα της Άπω Ανατολής σφραγίζοντας με το έργο του την παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή. Η αναφορά στον φιλότεχνο συλλέκτη Τάκη Ευσταθίου, που ανάστησε τη μνήμη του Λευκαδογεννημένου Λευκάδιου Χερν στο νησί μας με τη δημιουργία του μουσείου στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου είναι η ελάχιστη τιμή στον ταγμένο κήρυκα του έργου του Χέρν.

Ο Ηλίας Γεωργάκης προχωράει στην αναφορά πολιτισμού της Λευκάδας με την ιστορία της  Φιλαρμονικής, του Ορφέα, της Νέας Χορωδίας και τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης να χτίζουν το υπόβαθρο για την αποθέωση, που ήρθε με την αυθόρμητη παράσταση της Μαρίας Κάλας επί σκηνής το 1964. Όπως ο ίδιος γράφει:» Η μουσική «κυλάει» στο αίμα των Λευκαδιτών. Μπάλος, Μηλιά, Θειακός είναι χοροί της Λευκάδας που συνοδεύονται από μουσική επηρεασμένη από στερεοελλαδίτικα στοιχεία, χωρίς όμως να λείπει το νησιώτικο χρώμα. Στην πόλη θα ακούσετε παραδοσιακές καντάδες. «Καμάρι» στο νησί είναι η ιστορική «Φιλαρμονική»....

Ο Ηλίας μας παίρνει απο το χέρι στη συνέχεια για να μας συστήσει στις γειτονιές της Λευκάδας, που συνθέτουν την διαχρονική ομορφιά της γεννώντας μέσα μας τη νοσταλγία για τον τόπο. Τα Χαβρικα, του Πουλιού, η Αγία Κάρα, το Μποσκέτο, η Κουζούντελη,οι Ανεμόλυλοι, το Πέραμα, οι βασιλικές Εκκλησίες, ο Μαρκάς και  άλλες πινελιές συνθέτουν τον πίνακα της παλιάς Λευκάδας όπως τον κατέγραψε ο Ηλίας στολίζοντας το έργο του με εξαιρετικές φωτογραφίες. Διαβάζω απόσπασμα που δίνει τον παλμό της νοσταλγικής γραφής του Ηλία:

« Βουτιές στα μουράγια του Κάστρου. Μπάλα στην άμμο. Μπάνιο στην αμμόγλωσσα και στο φαναράκι. Μια εποχή, μια ανάμνηση. Μια Λευκάδα. Και θυμόμαστε, γυρίζουμε πίσω στον χρόνο για να περάσουμε νοερώς όμορφα, να απολαύσουμε την ηδονή της ανάμνησης αφού η ζωή μας σήμερα έγινε αφόρητη, μοναχική, πληκτική, σημαδημένη από την ανασφάλεια, τον φθόνο και την υποκρισία. Θυμάμαι πηγαίναμε στο Κάστρο με τον Μαγγελάνο, τη βάρκα του Αργύρη και του Ντίνου του Μπαμπάρου. To μονόξυλο του πατέρα μου, ο Άι-Λιας. Με τόσο ιδρώτα ποτισμένο. Το μονόξυλο του ήρωα-πατέρα. Με τόση αγάπη αγκαλιασμένο. Με το μαϊστράλι να χαϊδεύει τα πρόσωπά μας, να πετάει τα καπέλα. Με τις φθηνές σαγιονάρες (ή συνήθως ξυπόλυτοι) και το μισοτρύπιο μαγιό. Με την αλμύρα να ξεραίνεται στο δέρμα. Και να σου φόρα για το μακροβούτι, για το ποιος θα κερδίσει. Και να τα καλαμπούρια και τα πειράγματα. Και τα απόβραδα με τις πυγολαμπίδες στην Κουζούντελη, στα καφενεία με τη σουμάδα και τα παξιμάδια. Βόλτα στο παζάρι και στον μώλο. Αχ αυτά τα παιδικά μας χρόνια.»

Κι ύστερα μας ανεβάζει στο καϊκι και μας τρέχει σε διαδρομές της θάλασσας και της πολυνησίας της Λευκάδας. Μέρη απόκρυφα που δεν γνωρίζαμε περνούν με κινηματογραφικό τρόπο απο το βιβλίο. Κι ύστερα ακολουθούν οι διαδρομές στο νησί,η  περιπλάνηση σε μέρη πρωτόγνωρα, η γνωριμία με την ορεινή Λευκάδα...η παράθεση των τοπικών προϊόντων.

Ναι ο Ηλίας καταγράφει με το δικό του αγαπητικό τρόπο τα ντόπια προϊόντα δοξάζοντάς τα:Ελαιόλαδο, μέλι , κρασί, φακές Εγκλουβής, Σαλάμι Λευκάδας, Το ροζολί ,Τοπικό λικέρ με άρωμα κίτρου και κανέλα, σουμάδα απο πικραμύγδαλα, αυγοτάραχο, σαλάμι Λευκάδας... Και εστιάζει στο Λευκαδίτικο κέντημα, την περίφημη καρσάνικη βελονιά προσθέτοντας στη γνώση μας για όλα αυτά που συνέβησαν εκεί στα σκαλοπάτια της Καρυάς.

Βέβαια, απο το βιβλίο δεν λείπουν οι λευκαδίτικες πλάκες αλλά και οι μεγάλες φυσιογνωμίες των Μπρανέλων που σημάδεψαν τη ζωή της Λευκάδας. Ζαχαρής, Πανάγος, Βαλαμόντες, Βούλης Βρεττός και άλλοι περνούν με ζωντανό τρόπο απο τις σελίδες του βιβλίου. Μια αναφορά στο μεγάλο μας ηθοποιό Ηλία Λογοθέτη , νονό του Γεωργάκη, φέρνει στην επικαιρότητα το περίφημο όνομα Ηλίας.

Θα κλείσω όμως με τα λόγια του δικού μας Ηλία, που πασπαλίζουν με αγάπη την βιωματική σχέση του με τα ψαράδικα και τους μώλους της Λευκάδας:  «Tα μονόξυλα, τα πριάρια, οι ψαρόβαρκες. Οι φίλοι μας. Σαν μεθυσμένοι αλήτες λικνίζονται στον μώλο. Παρατεταγμένες στη σειρά λες και ετοιμάζονται για μάχη. Έτοιμες να πετάξουν, κόβοντας τα σχοινιά. Τον χειμώνα έρμαια του γραιγολεβάντε. Και το καλοκαίρι αναζητούν το γλυκό το μαϊστράλι. Με την όστρια και τον γαρμπή «συνομιλούν». Με παρέα τους γλάρους. Αχώριστοι φίλοι των ψαράδων. Με μια «ερωτική» σχέση μεταξύ τους. Και αυτή η σχέση φαίνεται στην περίοδο κατά την οποία αρχίζουν οι μικροεπισκευές και τα χρωματίσματα. Με την ευλάβεια που τις ξύνουν από την καρίνα ως τα ίσαλα. Χρησιμοποιώντας το καμινέτο και το μίνιο για να «γιατρέψουν» τα τραύματα.»

Η ΔΙΚΗ του ΛΕΥΚΑΔΑ είναι η δική μας Λευκάδα γιατί ο Ηλίας Γεωργάκης με αυτό το έργο του περικλείει όσα αγάπησε και όσα έμαθε εκεί στις γειτονιές της Χώρας. Μέσα απο το βιβλίο του μας μυεί σε άγνωστα πεδία και μας κάνει κοινωνούς της Λευκαδολατρείας του.

Καλοτάξιδο το αγαπητικό για το νησί μας πόνημα.

 

Sunday, July 26, 2020

Δέκα χρόνια χωρίς τη μαμά!



Φέτος έκλεισαν 10 χρόνια αφότου η μαμά έφυγε για την αγκαλιά του ουρανού να συναντήσει το στερνοπάιδι της, την Κωνσταντίνα. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια της ήταν έντονη η απουσία της αλλά και η άυλη παρουσία της, καθώς πολλές φορές αναμετρήθηκα με τα βιώματά μου.
Η μαμά μας ήταν τόσο μαμαδένια, που πληρούσε θαρρείς απόλυτα τον ορισμό της μητρότητας. Μας λάτρευε και τα τρία αλλά έδειχνε περισσότερη αδυναμία στον αδελφό μας τον Αποστόλη, που ήταν ο μοναχογιός-καμάρι της ύπαρξής της.

Μας έπαιρνε αγκαλιά, μας χάιδευε, μας φιλούσε. Ηταν δοτική, εκδηλωτική, είχε μια ζαχαρένια μυρωδιά και η αφράτη της αγκαλιά ήταν το μεγάλο μας καταφύγιο όταν πέφταμε στο κυνηγητό και χτυπούσαμε τα γονατάκια μας κάνοντας κάτι μεγάλες πληγές.

Η μαμά μαγείρευε υπέροχα, έστρωνε κάθε μέρα το τραπέζι με τραπεζομάντηλο και μας έβαζε όμορφες πετσέτες κι αργότερα μοδάτες χαρτοπετσέτες γύρω απο τα πλουμιστά της πιάτα . Μας κοίταζε με απεριόριστη λατρεία κάθε φορά που μας έντυνε για την εκκλησιά, φορώντας στον Αποστόλη το κοστουμάκι του και σε μας τα καλοραμμένα φουστανάκια μας.

Η μαμά ήταν ταγμένη να υπηρετήσει τη μητρότητα γιατί εκείνη στερήθηκε τη δική της μητέρα όταν ήταν άγουρο κοριτσάκι 12 ετών. Τη σκότωσαν οι αριστεροί αντάρτες στο χωριό γιατί ήταν η γυναίκα του παπά. Κι έτσι άφησε πίσω της 8 ανήλικα ορφανά παιδιά, μαζί με τη δική μας τη μαμά.

Η μαμά δεν συγχωρούσε στους αριστερούς ότι της σκότωσαν τη μάννα, δεν καταλλάγιασε ποτέ ούτε αποδέχτηκε την ορφάνια της. Την πολέμησε την ορφάνια μέσα της κι έξω της. Δεν την αφομοίωσε, την περιφρόνησε, την πάταξε, μετατρέποντας τον εαυτό της σε μια μητέρα απόλυτης δοτικότητας.

Η μαμά ήταν κομμουνιστόφοβη, πολύ βαθειά, μέχρι τα κόκκαλά της. Αλλά όταν εγώ πήγα στο πανεπιστήμιο και μπήκα στο Ρήγα Φεραίο, φέρνοντας νέα αριστερά ήθη στην οικογένεια, η μαμά μετέτρεψε το παλιό της μίσος σε μια μορφή συμπάθειας για τους ιδεολόγους αριστερούς. Μια μικρή δικαιολογία άρχισε να φυτρώνει μέσα της, σταμάτησε να μιλάει για τη δολοφονία της δικής της μάννας.

Κι όταν αργότερα άρχισα να γράφω στην «Πρώτη», την λαϊκή εφημερίδα του ΚΚΕ με το κόκκινο τριαντάφυλλο στο μότο της, η μαμά δεν είπε κουβέντα. Μόνο την έπαιρνε καθημερινά και τη διάβαζε όλη, με ιδιαίτερη έμφαση στα δικά μου κομμάτια. Η μαμά έθαψε εκείνο το βαθύ της τραύμα, γιατί η δύναμη της μητρότητας υπερίσχυσε ακόμη και της αιτίας για τη δική της ορφάνια.

Η μαμά είχε εμπνεύσει στον πατέρα μας τον απόλυτο σεβασμό γι αυτή την υπέροχη μοναδική μητρότητά της. Κι έτσι κάθε πρώτη Κυριακή του Μαίου,ο πατέρα μας ετοίμαζε ένα μπουκέτο λουλούδια  να της το προφέρουμε  τιμώντας τον απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο ρόλο της, αναγνωρισμένο όχι μόνο απο μας αλλά και απο τη γειτονιά ολάκερη. Η μαμά ήταν απο τις ελάχιστες τυχερές της εποχής εκείνης που γιόρταζε τη Γιορτή της Μητέρας, όταν στη Λευκάδα δεν υπήρχαν καν ανθοπωλεία.

Τα χρόνια πέρασαν, εμείς μεγαλώσαμε και  η μαμά ποτέ δεν έγινε φίλη μας. Κράτησε τον αυτοκρατορικό ρόλο της μητρότητας, αρνούμενη να συμβιβαστεί με τα νέα ήθη της εποχής. Δεν ήθελε να της ψιθυρίζουμε τα μικρά άνομα μυστικά μας. Επέμενε να τα διαχειριζόμαστε μόνοι μας και ποτέ δεν ανακατεύθηκε στις αθώες μέρες της νεότητάς μας.

Η μαμά έμελλε να περάσει τον μέγιστο πόνο της μητρότητας, χάνοντας τη μικρή της κόρη στην κορυφή της νεότητας απο τον ακατανίκητο καρκίνο των καιρών. Ποτέ δεν συναλλάχθηκε με τον απύθμενο πόνο της απώλειας της κόρης της, τα μάτια της ήταν βουρκωμένα μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα. Εμεινε μόνη με τη μητρότητά της να πενθεί το παιδί της που τόσο αφύσικα και παράλογα έφυγε πριν απο κείνη.

Η μαμά γνώρισε διπλά τον πόνο της μητρικής απώλειας. Σαν παιδί που ορφάνεψε απο μητέρα και σαν μητέρα που ορφάνεψε απο παιδί. Τυλίχτηκε στο μαύρο σύννεφο του πένθους μέχρι το τέλος της ζωής της εκείνο τον υγρό και καυτό Ιούλιο του 2010.

Πολλές φορές τη σκέφτομαι και την αναπολώ όλα αυτά τα δέκα χρόνια της απουσίας της. Κι αναρρωτιέμαι τι απέγινε εκείνος ο τεράστιος όγκος της μητρικής στοργής της . Αν χάθηκε κάτω απο τα χώματα του νεκροταφείου Λευκάδας ή αν κυκλοφορεί ακόμη στα πέρατα του ουρανού «ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός».

Μαμά αυτά ήταν τα λουλούδια που σου έστειλα για τη δεκαετία της απουσίας σου!

Να μου φιλήσεις την Πεταλούδα και τον Πατερούλη!

Η κόρη σου
Ιουστίνη