ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Tuesday, August 11, 2026

Ο Ευπατρίδης Ντίνος Αργύρης

 


Ο Ευπατρίδης Ντίνος Αργύρης

Ο Ντίνος Αργύρης γεννήθηκε το 1928 στη Λευκάδα, πρώτος από τα πέντε παιδιά του Θοδωρή —του υποδηματοποιού— και της Μαρούλας από τη Βόνιτσα: την Ελένη, τον Σπύρο, τη Διονυσία και τον Στάθη. Ήταν το παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει παιδικά χρόνια∙ η απώλεια της μητέρας τους ήρθε νωρίς, και ο Ντίνος, χωρίς να το ζητήσει κανείς, φόρεσε τον ρόλο του αρχηγού. Στο Μεγανήσι, όπου η οικογένεια είχε τις ρίζες της, μεγάλωσε με την ευθύνη της επιβίωσης της πενταμελούς οικογένειας.

Οι καιροί  ου μενετοί. Παρά την εξυπνάδα του και την αξιοσύνη του στα γράμματα, δεν μπόρεσε να συνεχίσει το γυμνάσιο. Δούλευε δίπλα στον πατέρα του τον μπαρμπα Θοδωρή για να κρατηθούν όρθιοι. Κι όμως, μέσα του έκαιγε η φιλοδοξία, εκείνη η ήσυχη, η πεισματάρικη. Τα πρότυπά του ήταν τα ξαδέρφια του, τα παιδιά του μπαρμπα Νίκου Αργύρη: ο Πέτρος, ο Σπύρος, ο Ερνέστος, η Τιτίκα και η Λουκία. Εκείνα σπούδασαν, αποφοίτησαν από το γυμνάσιο, τα αγόρια διέπρεψαν στις θετικές επιστήμες στην Αμερική, κι ο Σπύρος έγινε γιατρός. Ο Ντίνος τους θαύμαζε, τους ζήλευε με την καλή την έννοια, αλλά ήξερε πως η δική του διαδρομή θα ήταν πιο ανηφορική.

Στη Λευκάδα έμαθε την τέχνη του ρολογά από τον μπάρμπα του, τον  Κώστα Αργύρη. Ίσως γι’ αυτό αργότερα να είχε τόσο βαθιά σχέση με τον χρόνο: τον σεβόταν, τον κυνηγούσε, τον νικούσε.

Έζησε τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τον εμφύλιο. Ανήλικος ακόμη, μετέφερε με το πριάρι αντάρτες της αντίστασης από τη Λευκάδα στο Μεγανήσι. Δεν το έκανε για ηρωισμό, αλλά  γιατί δεν άντεχε να μένει ακίνητος όταν γύρω του όλα άλλαζαν.

Στα δεκαεπτά του, η οικογένεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα: ο πατέρας του ο Θοδωρής,τα αδέρφια του η Ελένη, ο Σπύρος, η Διονυσία, ο Στάθης, όλοι μαζί. Μια κάμαρα στα Τουρκοβούνια, στενή αλλά γεμάτη ζωή. Η Ελένη φρόντιζε το νοικοκυριό, και όλοι μαζί σαν νέοι δούλευαν και γλεντούσαν. Τα βράδια, στα πάρτι της εποχής, με ξαδέρφια από τη Λευκάδα και άλλα λευκαδιτόπουλα, ο Ντίνος ένιωθε για πρώτη φορά πως η ζωή μπορεί να ανοίξει δρόμους.

Εκεί γνώρισε τη Μαρία Κονιδάρη. Ο πατέρας της ήταν γιατρός στο Πορτιανού της Λήμνου, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Λευκάδα. Μαζί της ήταν ο αδελφός της, ο Θέμις Κονιδάρης, μαθητής ακόμη στο γυμνάσιο. Η Μαρία ήθελε να γίνει γιατρός σαν τον πατέρα της. Ο Ντίνος όμως την είδε, την διάλεξε, την κυνήγησε με εκείνο το ασταμάτητο κόρτε. Κι εκείνη, τελικά, έπεσε στην αγκαλιά του.

Παντρεύτηκαν. Ο Ντίνος πήρε μεγάλη προίκα στα παράλια της Λευκάδας, την πούλησε, και νοίκιασαν μια βίλα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Έζησαν για έναν χρόνο σαν πρίγκιπες. Μα τα χρήματα τελειώνουν όταν δεν υπάρχει ρίζα να τα κρατήσει. Κι έτσι, η μετανάστευση έγινε μονόδρομος.

Το 1951 έφτασε πρώτος στον Καναδά ο πατέρας τους, ο μπάρμπα Θοδωρής, με αγορασμένη πρόσκληση εργασίας. Ακολούθησαν ο Ντίνος, η Μαρία και τα αδέρφια τους, όλοι με προσκλήσεις της εποχής.

Ο Ντίνος, με την τέχνη του ρολογά, έπιασε αμέσως δουλειά στο κοσμηματοπωλείο ενός γέρου Εβραίου στη Saint Laurent. Ταυτόχρονα μάθαινε αγγλικά δι’ αλληλογραφίας. Το 1953 γεννήθηκε η κόρη του, η Άννα. Το 1958 ο γιος του, ο Θεόδωρος Αργύρης.

Ο Ντίνος άρχισε να στέλνει προσκλήσεις εργασίας σε συγγενείς και φίλους του από τη Λευκάδα και η Λημνιώτισσα Μαρία στους δικούς της στη Λήμνο. Γρήγορα έφτιαξαν τη δική τους μικρή παροικία στο Μόντρεαλ.

Με δάνειο από την τράπεζα αγόρασε το μαγαζί του Εβραίου όταν εκείνος συνταξιοδοτήθηκε. Έγινε ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου πολύ νωρίς. Οι δουλειές αυξάνονταν καθώς η μετανάστευση των Ελλήνων μεγάλωνε. Σύντομα άνοιξε το δικό του μαγαζί, το MODERNO, στη Σαλώρα-Main. Εκεί συνέρρεαν οι νεοαφιχθέντες Έλληνες για βέρες, χρυσαφικά, δώρα. Προσέλαβε τα αδέρφια του, τον Σπύρο και τον Στάθη–Steve ως υπαλλήλους.

Τη δεκαετία του ’60 άνοιξε τέσσερα χρυσοχοεία Moderno στους μεγάλους δρόμους του Μόντρεαλ. Ήταν από τους πρωτοπόρους του franchising. Μα οι χειμώνες τον βάραιναν∙ η μελαγχολία τον έπιανε όταν οι μέρες μίκραιναν.

Τότε είδε την ευκαιρία: ο Καναδάς είχε κοσμήματα 10Κ, που δεν τα προτιμούσαν οι Ιταλοί και οι Έλληνες. Άνοιξε εταιρεία εισαγωγής χρυσών κοσμημάτων από την Ιταλία στα 18Κ και 14Κ. Η δουλειά απλώθηκε παντού. Εβραίοι πλασιέδες πουλούσαν τα κοσμήματά του από άκρη σε άκρη του Καναδά. Ήταν από τους πρώτους εισαγωγείς χρυσών κοσμημάτων στη χώρα.

Η μεγάλη ευκαιρία ήρθε τη δεκαετία του ’80, με την κρίση του πετρελαίου. Ο χρυσός ανέβηκε από 100 στα 800 δολάρια την ουγκιά. Ο Ντίνος είχε μεγάλο στοκ. Ξαφνικά έγινε πλούσιος.

Ήδη από τις αρχές του ’70 είχε αρχίσει να αγοράζει γη στη Νικιάνα. Ένωσε τα κομμάτια σε ένα μεγάλο κτήμα. Ξεκίνησε να χτίζει το σπίτι του, αλλά με την οικονομική του άνοδο αποφάσισε να χτίσει τέσσερα σπίτια για να στεγάσει έργα τέχνης. Ήθελε να φτιάξει μουσείο. Ήταν λάτρης των τεχνών, της μουσικής, της όπερας. Από τις γκαλερί του Μόντρεαλ αγόρασε Cosgrove, Bobak, Emily Carr, αλλά και Σπυρόπουλο, Πρέκα.

Στα τέλη του ’80 ο ξάδελφός του ο Ερνέστος τον έφερε σε επαφή με τον νεαρό γλύπτη Γιώργο Χουλιαρά. Εκείνος τον καθοδήγησε στον χώρο της τέχνης της Ελλάδας. Έργα του Χουλιαρά, του Ρόκκου και του Παπαγιάννη κοσμούν τους κήπους της Νικιάνας.

Το 1975 αγόρασε 36 μουσικά όργανα και ένα baby grand Steinway για τη Φιλαρμονική Λευκάδας. Συνέχισε τις δωρεές του στο Γηροκομείο, στα σωματεία της Λευκάδας, σε εκδόσεις βιβλίων. Ήταν συλλέκτης περσικών χειροποίητων χαλιών, τα οποία είναι απλωμένα σε όλα τα εναπομείναντα σπίτια της Νικιάνας.

Διάβαζε ασταμάτητα. Ήταν γνώστης της επικαιρότητας, ενδιαφέρων συνομιλητής με άποψη, άθεος εκ πεποιθήσεως  αλλά με σεβασμό για την Ορθοδοξία. Τα καλοκαίρια έπαιζε σκάκι με τον εγγονό του, τον Αλέξανδρο και τον νικούσε ώσπου ο Αλέξανδρος άρχισε να τον νικάει όταν μεγάλωσε αρκετά. Είχαν μια ιδιαίτερη σχέση καθώς ο ένας θαύμαζε τον άλλον.

Η κόρη του Ντίνου , Άννα Αργύρη παντρεύτηκε τον διπλωμάτη Don Myatt. Κι εκείνη διπλωμάτις του Καναδικού ΥΠΕΞ έκανε μια μεγάλη καριέρα στην Καναδική διπλωματική σκηνή. Ο γιός της Χρήστος Myatt σπούδασε οικονομικά και διατρεχει μια επιτυχημένη καριέρα στις επενδύσεις. Όταν ήταν μικρός πέρασε πολλά καλοκαίρια στη Νικιάνα, έχοντας μεγάλο θαυμασμό για τον παππού του.

Στις αρχές του ’80 δραστηριοποιήθηκε στις οικοδομές, στη Λευκάδα και την Πρέβεζα χωρίς μεγάλη τύχη. Επέστρεψε στον Καναδά ξεκινώντας πάλι την χοντρική εισαγωγή χρυσών κοσμημάτων από την Ιταλία με την εταιρεία ARIGOR στο Μόντρεαλ, με συνεταίρους τον γιο του —απόφοιτο του McGill με MBA— και τον αδελφό του Στίβ. Η εταιρεία άνθισε από τις αρχές του ’90 μέχρι σήμερα. Ο Ντίνος, που δεν άντεχε τον καναδικό καιρό, επέστρεψε στην Ελλάδα και άνοιξε ανάλογη εταιρεία εισαγωγής με τον ανιψιό του, τον Σπύρο Αργύρη, στην Αθήνα.

Ο Ντίνος υπήρξε γενναιόδωρος με τους συγγενείς του, εξαιρετικός σεφ, περιποιητικός με τους φίλους του και ψυχρός με όσους δεν τον ενδιέφεραν. Απρόβλεπτος χαρακτήρας. Στο αυτοκίνητό του, που οδηγούσε τρέχοντας με απίστευτες ταχύτητες, ο δείκτης του ραδιοφώνου  ήταν πάντα στο Γ΄ πρόγραμμα: κλασική μουσική και όπερες, χάδι στα αυτιά του.

Ταξίδεψε πολύ ιδίως στην Ευρώπη. Μα η αγαπημένη του γωνιά παρέμεινε  μπροστά από το σπίτι του στη Νικιάνα, εκεί όπου κάθε ανατολή φώτιζε τα Ακαρνανικά όρη κι εκείνος μονολογούσε: Μια μέρα λιγότερη για μένα.

Ο Ντίνος ανέβηκε, κατέβηκε, σκόνταψε, σηκώθηκε. Δεν το έβαλε κάτω ποτέ. Έφυγε όπως έζησε: όρθιος, με ζέση για τη ζωή.

Όλες οι ανατολές στη Νικιάνα θα τον θυμούνται!

 Μακαρία η οδός!

 Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη


Η βράβευσή του από τη Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας


Το Σάββατο, 05-04-2025, το Δ.Σ. της Φ.Ε.Λ. μαζί με τον πρώην σύμβουλο και μουσικό, κ. Κοκόλη Βασίλειο, τον Αρχιμουσικό, κ. Μεσσήνη Θεμιστοκλή και τμήμα της Μπάντας, επισκεφθήκαν έναν από τους Μεγάλους Ευεργέτες της Φιλαρμονικής , τον κ. Αργύρη Κωνσταντίνο, στο παραδεισένιο σπίτι του στη Νικιάνα.

Με αφορμή τα 50 χρόνια από την μεγάλη δωρεά του και με απόφαση του Δ.Σ., πραγματοποιήθηκε επίσκεψη, ώστε να τον ευχαριστήσει και να τον τιμήσει για την μεγαλοπρεπή χειρονομία του, να δωρίσει 36 μουσικά όργανα στην Φ.Ε.Λ. σε χαλεπούς καιρούς και εποχές, όπου δεν υπήρχαν καν τα απαραίτητα.

Η υποδοχή στη Νικιάνα από τον κ. Αργύρη και τους οικείους του ήταν εγκάρδια.

Η Πρόεδρος κ. Μήτσουρα Βασιλική έκανε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της δωρεάς καθώς και στην ανακήρυξη του κ. Αργύρη ως Μέγα Ευεργέτη το 1976, από το τότε Δ.Σ. της Φιλαρμονικής, μέλος του οποίου ήταν και ο κ. Κοκόλης Βασίλης, ο οποίος φανερά συγκινημένος έκανε και ο ίδιος αναφορά στο σπουδαίο αυτό γεγονός.

Στην συνέχεια η Πρόεδρος απένειμε τιμητική πλακέτα στον κ. Αργύρη, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και του δώρισε την δίτομη ιστορία της Φ.Ε.Λ., όπου αναφέρεται και η ιστορική αυτή στιγμή για το Σωματείο. Εκείνος με την σειρά του ευχαρίστησε το Δ.Σ. και όλους τους παρευρισκόμενους, πιο πολύ όμως τους μουσικούς της Φ.Ε.Λ. που με δύο εμβατήρια θέλησαν να πουν το δικό τους Ευχαριστώ. Επίσης, δείχνοντας για άλλη μια φορά την αγάπη του στην Φιλαρμονική, προέβη σε ακόμα μία αναπάντεχη και πολύτιμη δωρεά προς αυτήν.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον οικοδεσπότη, τους συγγενείς και φίλους του, για την υπέροχη φιλοξενία κατά την οποία είχαν φροντίσει να είναι όλα στην εντέλεια από την υποδοχή της αποστολής αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης .

Ήταν μια ιδιαίτερη τελετή, γεμάτη συγκίνηση και συναισθήματα που θα μείνουν χαραγμένα για καιρό, σε όσους βρέθηκαν εκεί.

​Εκ του Δ.Σ.

 


Wednesday, July 29, 2026

Η Επικίνδυνη Μεταβίβαση της Επικαρπίας των Εθνικών Μνημείων μας σε Ανώνυμη Εταιρεία ιδιωτικού Δικαίου

 


Η Επικίνδυνη Μεταβίβαση της Επικαρπίας των Εθνικών Μνημείων μας σε Ανώνυμη Εταιρεία ιδιωτικού Δικαίου

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Το νέο νομοσχέδιο για την ίδρυση Ανώνυμης Εταιρείας Ιδιωτικού Δικαίου στο Υπουργείο Πολιτισμού, με αντικείμενο τη «διαχείριση» των αρχαιολογικών θησαυρών της χώρας, συνιστά μια θεσμική εκτροπή που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πίσω από τον τεχνοκρατικό μανδύα της «ευελιξίας» και της «αποτελεσματικότητας», κρύβεται μια βαθιά μεταβολή στη σχέση του κράτους με την πολιτιστική του κληρονομιά.

1. Η κρίσιμη νομική αντιστοιχία: ψιλή κυριότητα στο Δημόσιο – επικαρπία σε ιδιώτες

Το νομοσχέδιο υποδηλώνει ότι το Δημόσιο «διατηρεί την ψιλή κυριότητα» των μνημείων. Αλλά η ουσία βρίσκεται αλλού: η «επικαρπία» – δηλαδή η χρήση, η εκμετάλλευση, η απόλαυση των ωφελημάτων – παραχωρείται σε μια Ανώνυμη Εταιρεία Ιδιωτικού Δικαίου με διοικητικό συμβούλιο που δεν είναι γνωστό ούτε ως σύνθεση ούτε ως διαδικασία επιλογής.

Στο αστικό δίκαιο, η ψιλή κυριότητα χωρίς επικαρπία είναι ένα κενό κέλυφος. Ο έχων την ψιλή κυριότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, να αξιοποιήσει, να αποφασίσει, να εισπράξει, να διαχειριστεί. Όλα αυτά ανήκουν στον επικαρπωτή.

Με απλά λόγια: Το κράτος κρατάει το τίτλο, αλλά χάνει την ουσία.

2. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι “περιουσιακό στοιχείο” προς εκμετάλλευση

Τα μνημεία, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μουσεία, οι συλλογές δεν είναι εμπορεύσιμα αγαθά. Δεν είναι ακίνητα προς αξιοποίηση. Δεν είναι brand προς πώληση.

Είναι δημόσιο αγαθό, συνταγματικά κατοχυρωμένο, με ειδικό καθεστώς προστασίας. Η μεταφορά της διαχείρισής τους σε μια Α.Ε. ιδιωτικού δικαίου, με άγνωστο Δ.Σ., συνιστά αποδόμηση της συνταγματικής υποχρέωσης του κράτους να τα προστατεύει άμεσα και αδιαμεσολάβητα.

3. Η αδιαφάνεια ως θεσμικός κίνδυνος

Ποιοι θα απαρτίζουν το διοικητικό συμβούλιο; Με ποια κριτήρια; Με ποιες δεσμεύσεις; Με ποιες σχέσεις με την αγορά, με ιδιωτικά συμφέροντα, με διεθνείς ομίλους πολιτιστικής διαχείρισης;

Η απουσία σαφούς πλαισίου επιλογής και ελέγχου δημιουργεί ένα θεσμικό σκοτάδι. Και το σκοτάδι είναι ο χειρότερος εχθρός της πολιτιστικής κληρονομιάς.

4. Η μετατροπή των μνημείων σε “πόρους”

Η επικαρπία επιτρέπει:

  • εκμετάλλευση χώρων για εκδηλώσεις
  • εμπορικές χρήσεις
  • παραχώρηση υπηρεσιών
  • τιμολογιακές πολιτικές
  • συμβάσεις με τρίτους
  • branding και licensing

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς ουσιαστικό κρατικό έλεγχο, εφόσον η εταιρεία λειτουργεί με τους κανόνες της αγοράς και όχι με τους κανόνες του δημοσίου συμφέροντος.

5. Η ιστορική μνήμη δεν ιδιωτικοποιείται

Η πολιτιστική κληρονομιά είναι η συλλογική μας ταυτότητα. Δεν μπορεί να τεθεί υπό το καθεστώς μιας εταιρικής επικαρπίας. Δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, εμπορικής στρατηγικής ή επενδυτικού σχεδιασμού.

Η μεταβίβαση της επικαρπίας των μνημείων σε ιδιωτική εταιρεία, ακόμη κι αν το Δημόσιο κρατάει την ψιλή κυριότητα, συνιστά έμμεση ιδιωτικοποίηση της πολιτιστικής μας μνήμης.

6. Το νομοσχέδιο πρέπει να αποσυρθεί

Η ίδρυση μιας τέτοιας εταιρείας δεν ενισχύει την προστασία των μνημείων. Την αποδυναμώνει. Δεν εκσυγχρονίζει τη διαχείριση. Την εμπορευματοποιεί. Δεν θωρακίζει την πολιτιστική κληρονομιά. Τη μετατρέπει σε “πόρο” προς αξιοποίηση.

Η πολιτιστική μας κληρονομιά δεν είναι αντικείμενο εταιρικής επικαρπίας. Είναι το παρελθόν και το μέλλον του έθνους. Και η υπαρξιακή αυτή σχέση δεν εκχωρείται, δεν παραχωρείται, δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης!

 

 

 

Monday, July 20, 2026

Αποχαιρετιστήριο για τον Αρχιεπίσκοπο Σωτήριο



 Αποχαιρετιστήριο για τον Αρχιεπίσκοπο Σωτήριο

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Υπάρχουν άνθρωποι που τους θωρείς μακρόθεν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Που δεν σε πλησιάζουν, που κρατούν την ανέκφραστη μάσκα της εξουσίας. Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά Σωτήριος δεν ήταν απ΄αυτούς. Παρά την κορυφή στην οποία βρισκόταν επί πέντε δεκαετίες παρέμενε το μικρό αγόρι που περπατούσε ξυπόλυτο για το σχολείο εκεί στο απομακρυσμένο χωριό της Άρτας που γεννήθηκε, καθώς η οικογένειά του ήταν πολυμελής και δεν υπήρχαν τα μέσα για σπουδές . Ήταν εκείνο το παιδί που μπήκε στο εκκλησαστικό οικοτροφείο του Αγρινίου στο γυμνάσιο και κατευθύνθηκε στις θεολογικές σπουδές, χαράσσοντας ηγετική πορεία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σωτήριος υπήρξε σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου: όχι μόνο ως εκκλησιαστικός ηγέτης, αλλά ως άνθρωπος που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην προσωπική και δημοσιογραφική μου  διαδρομή στον Καναδά.

Η σχέση μας χτίστηκε αργά, με τον χρόνο και με τις στιγμές. Δεν ήταν ποτέ μια σχέση τυπική, ούτε περιορισμένη στα πρωτόκολλα της Εκκλησίας. Ήταν μια σχέση που γεννήθηκε πρώτα μέσα από την εμπιστοσύνη (ήξερε ότι εγώ ως κόρη ιερέως ποτέ δεν θα πρόδιδα την Εκκλησία) αλλά και μέσα από ατέρμονες συζητήσεις, από εκείνες τις μικρές και μεγάλες εξομολογήσεις που ένας άνθρωπος επιτρέπει μόνο σε όσους νιώθει δικούς του. Στις δύσκολες περιόδους της ζωής του, όταν το βάρος της ευθύνης γινόταν πιο βαρύ από τον θώκο, μου άνοιγε την καρδιά του. Μιλούσε για τις αγωνίες του, για τις πληγές που δεν φαίνονται πίσω από τα άμφια, για τις άδικες επιθέσεις που είχε δεχθεί, για τις νύχτες που η προσευχή ήταν το μόνο στήριγμα. Αυτές οι στιγμές δεν ήταν απλώς συνομιλίες· ήταν μαθήματα ανθρωπιάς.

Θυμάμαι το μεγάλο ταξίδι μας ανά τον Καναδά, συνοδεύοντας τον Πατριάρχη, καθώς ήμουν ανταποκρίτρια του Αθηναίκού Πρακτορείου και η μόνη δημοσιογράφος από τον Καναδά που έκανε ρεπορτάζ για το Πατριαρχικό ταξίδι.

Ήταν ένα ταξίδι που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο: οι ατελείωτες ώρες στους δρόμους, οι συναντήσεις με τις κοινότητες, οι κουβέντες που άρχιζαν επίσημες και κατέληγαν προσωπικές. Εκεί, μέσα στην απεραντοσύνη του καναδικού τοπίου, ο Σωτήριος φανερωνόταν όχι μόνο ως ποιμενάρχης αλλά ως άνθρωπος που κουβαλούσε ιστορίες, μνήμες, ευθύνες και όνειρα. Ήταν ένας συνοδοιπόρος που μιλούσε με τη σοβαρότητα του ιεράρχη, αλλά και με την απλότητα ενός φίλου που εμπιστεύεται.

Από τις πιο τρυφερές εικόνες που κρατώ είναι ο αγιασμός στο σπίτι μου στο Μόντρεαλ συνοδεία του παπα-Νικόλα της Παναγίτσας. Μπήκε μέσα όχι σαν Αρχιεπίσκοπος, αλλά σαν πατέρας. Η παρουσία του γέμισε τον χώρο με μια γαλήνη που δεν ξεχνιέται. Κι όταν είδε τον γιο μου, τον Αλέξανδρο, η έκφρασή του άλλαξε· μια αδυναμία, σχεδόν παιδική, φώτισε το πρόσωπό του. Τον αγκάλιαζε με μια τρυφερότητα που δεν ήταν τυπική, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Εκείνη η στιγμή ήταν για μένα η απόδειξη ότι η αγάπη του δεν ήταν επιφανειακή· ήταν αυθεντική, άμεση, ανεπιτήδευτη.

Και ύστερα, τα πρωινά μας στο Μόντρεαλ, Πολλές φορές τον φιλοξενούσαμε στο διαμέρισμα για πρωινό (πάντα σεμνός και λιτοδίατος)  και η κουβέντα που ξεκινούσε πάντα απλά, ξεδιπλωνόταν σε μια ανθρώπινη ενδοσκόπηση. Μιλούσαμε για τα εκκλησιαστικά, για τις κοινότητες, για τις δυσκολίες, αλλά και για τις μικρές χαρές της καθημερινότητας. Ήταν στιγμές που έμοιαζαν με ανάσα μέσα στην ένταση της ζωής. Στιγμές που έδειχναν ότι πίσω από τον τίτλο υπήρχε ένας άνθρωπος που ήξερε να ακούει, να γελά, να προβληματίζεται, να νοιάζεται.

Ανεξίτηλη θα μείνει στη μνήμη μου και η υποδοχή του πατέρα μου, του ιερέως Νικολάου Φραγκούλη, στην Αρχιεπισκοπή Καναδά, όταν ανελήφθη εις ουρανούς η μητέρα μου. Ο Σωτήριος τον δέχθηκε με σεβασμό, με τιμή, με εκείνη την υιική συμπεριφορά που χαρακτήριζε τις πιο αυθεντικές στιγμές του. Ήταν μια συνάντηση δύο γενεών, δύο ανθρώπων της Εκκλησίας, που μιλούσαν όχι μόνο με λόγια αλλά με βλέμματα γεμάτα εκτίμηση. Εκείνη η εικόνα θα με συνοδεύει για πάντα, το πρωινό στην αρχιεπισκοπική κατοικία,η περιήγηση, η όμορφη ανθρώπινη πλευρά του.

Και βέβαια, δεν μπορώ να παραλείψω τις διαφωνίες  μας. Ήταν έντονες, ζωντανές, συχνά παθιασμένες — ιδίως πάνω στα θέματα των αστικών κοινοτήτων. Διαφωνήσαμε, αντιπαρατεθήκαμε, υπερασπιστήκαμε ο καθένας τις θέσεις του. Αλλά ποτέ δεν χάθηκε ο σεβασμός. Ποτέ δεν χάθηκε η αγάπη για την Ομογένεια που ήταν ο κοινός μας παρονομαστής. Αυτές οι συγκρούσεις δεν μας απομάκρυναν· μας έφεραν πιο κοντά. Γιατί ήταν αληθινές. Γιατί ήταν καρπός ενδιαφέροντος και ευθύνης.

Σήμερα, καθώς ο Αρχιεπίσκοπος Σωτήριος αποχωρεί από τον εκκλησιαστικό θρόνο που υπηρέτησε με αφοσίωση επί εξήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, δεν αποχωρεί από τις καρδιές μας. Αντίθετα, η παρουσία του μένει εκεί, σαν μια μόνιμη εγγραφή στη μνήμη της κοινότητάς μας, σαν μια φωτεινή γραμμή που διατρέχει τις δεκαετίες και συνδέει γενιές ανθρώπων που βρήκαν σε εκείνον έναν ποιμένα, έναν καθοδηγητή, έναν άνθρωπο που ήξερε να στέκεται δίπλα τους.

Για μένα, για την οικογένειά μου, για την κοινότητά μας, ο Σωτήριος θα παραμείνει πάντοτε ο ιερωμένος που περπάτησε δίπλα μας όχι μόνο στις επίσημες στιγμές, αλλά και στις πιο ανθρώπινες. Ήταν εκείνος που μας άκουσε με προσοχή όταν είχαμε ανάγκη να μιλήσουμε, που μας μάλωσε όταν χρειαζόταν — όχι από αυστηρότητα, αλλά από ενδιαφέρον. Ήταν εκείνος που μας αγκάλιασε στις δύσκολες στιγμές, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που δεν χρειάζεται λόγια για να γίνει αισθητή.

Η αποχώρησή του δεν είναι απλώς η λήξη μιας θητείας· είναι η ολοκλήρωση ενός κύκλου που σημάδεψε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Καναδά. Η παρουσία του υπήρξε δώρο — ένα δώρο που δεν μετριέται με χρόνια, αλλά με στιγμές. Με τις συναντήσεις, τις εξομολογήσεις, τις συμβουλές, τις σιωπές, τις προσευχές. Με όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα που συνθέτουν μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό και στους ανθρώπους.

Για όσα μοιραστήκαμε, για όσα ζήσαμε, για όσα με δίδαξε, τον ευχαριστώ. Τον ευχαριστώ όχι μόνο ως Αρχιεπίσκοπο, αλλά ως άνθρωπο που άφησε μέσα μου ένα ίχνος ανεξίτηλο.