ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Tuesday, October 13, 2026

Ο Τόμμυ Σκλάβος ξαναγυρίζει στο Μοντρεάλ με την εξαιρετική ταινία του



Ο Τόμμυ Σκλάβος ξαναγυρίζει στο Μοντρεάλ με την εξαιρετική ταινία του

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Τον Τόμμυ Σκλάβο, ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον γνώρισα μέσω του συναδέλφου του Λεονάρδου Σφοντούρη, όταν με την Ελληνική κρίση του επανέκαμψε το 2015 στο Μοντρεάλ, όπου είχε γεννηθεί.

Ο Τόμμυ είχε αυτό το βαριεστημένο ύφος του αρτίστα (ηθοποιού και σκηνοθέτη) που έβλεπε αφ’ υψηλού εμάς τους ομογενείς, αν και σύντομα αναγκάσθηκε να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα του Μοντρεάλ, κινηματογραφώντας και συνθέτοντας τα εξαιρετικά βίντεο προώθησης των προσωπικοτήτων που κοσμούσαν τα εξώφυλλα του περιοδικού Greek Vision.

Το Μοντρεάλ δεν τον χώραγε, του έπεφτε στενό, περιορισμένο για τα όνειρά του. Έτσι το 2016 πήγε στη μεγάλη και σπουδαία Νέα Υόρκη, όπου κατάφερε περνώντας απο δουλειές του ποδαριού να εργασθεί στην εταιρεία του Τζόν Καλαφάτη, ο οποίος έχτισε μάλιστα και νοικιάζει μέχρι σήμερα κινηματογραφικά στούντιος.

Ούτε εδώ χώραγε όμως, στενευόταν ο Τόμμυ κι έτσι ξαναγύρισε στην Ελλάδα, έχοντας αφήσει την αίτηση για την πράσινη κάρτα. Ο Τόμμυ τα χρόνια που έζησε ακροβατώντας στη Νέα Υόρκη έγινε στενός φίλος του Αλέξανδρου και γύρω απ΄αυτόν δημιουργήθηκε ένας καλλιτεχνικός ιστός. Μας έγινε απαραίτητος για το χιούμορ του και τη μαγκιά του. Μάλιστα, ήταν ο μάρτυρας-κουμπάρος του Αλέξανδρου και της Λέξιας στον πολιτικό γάμο τους.

Η Ελλάδα, λοιπόν, τον έκλεψε για τέσσερα χρόνια κι εκεί στην Αθήνα έφτιαχνε ταινίες μεγάλου μήκους για άλλους και μικροβεντάκια. Ώσπου ήρθε ο ευλογημένος Δήμος του Αλίμου που τον πίστεψε. Και ο Τόμμυ με 50.000 ευρώ έφτιαξε  μια τεράστια ταινία, που τελικά ανέδειξε το ταλέντο του και τον καθιέρωσε στον κόσμο του κινηματογράφου.

Η ΣΦΑΓΗ ΣΤΑ Β ΚΑΠΗ ΑΛΙΜΟΥ

Η ταινία Σφαγή στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου του Τόμμυ Σκλάβου είναι ένα απρόσμενο κινηματογραφικό παιχνίδι: μια κωμωδία που φοράει τη μάσκα του θρίλερ, ένα θρίλερ που κλείνει το μάτι στην κοινωνική σάτιρα, κι ένα κοινωνικό σχόλιο που τελικά καταλήγει να μιλά για την ανθρώπινη τρυφερότητα εκεί όπου δεν την περιμένεις. Ο Σκλάβος, με την αφοπλιστική του άνεση να κινείται ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο τρυφερό, στήνει μια ιστορία που ξεκινά σαν φάρσα και καταλήγει να γίνεται καθρέφτης της ελληνικής πραγματικότητας.

Οι ηλικιωμένοι πρωταγωνιστές του δεν είναι καρικατούρες· είναι αληθινοίάνθρωποι με παρελθόν, με μνήμη, με μικρές καθημερινές επαναστάσεις. Το ΚΑΠΗ του Αλίμου δεν παρουσιάζεται ως ένας χώρος παραίτησης, αλλά ως μια μικρή κοινωνία όπου η ζωή συνεχίζει να διεκδικεί χώρο — με χιούμορ, με πείσμα, με εκείνη τη γλυκόπικρη σοφία που κουβαλά η τρίτη ηλικία. Ο Σκλάβος καταφέρνει να αποδώσει αυτή τη λεπτή ισορροπία: γελάς, αλλά ποτέ εις βάρος τους. Συγκινείσαι, αλλά χωρίς μελοδραματισμούς.

Η σκηνοθεσία του είναι σφιχτή, με ρυθμό που δεν αφήνει το βλέμμα να χαλαρώσει. Οι ερμηνείες, αυθεντικές και ανεπιτήδευτες, δίνουν στην ταινία μια αίσθηση αλήθειας — σαν να παρακολουθείς μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε ΚΑΠΗ της Ελλάδας, όπου οι άνθρωποι κουβαλούν τις μνήμες τους και συνεχίζουν να έχουν ακόμη όνειρα.

Το χιούμορ, βαθιά ελληνικό, λειτουργεί ως αντίβαρο στη σκοτεινή πλευρά της πλοκής. Ο Σκλάβος δεν φοβάται να παίξει με τα όρια: να φέρει το γέλιο δίπλα στον φόβο, την τρυφερότητα δίπλα στην υπερβολή. Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το παιχνίδι, υπάρχει μια ουσιαστική παρατήρηση: ότι η τρίτη ηλικία δεν είναι αόρατη. Ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν φωνή, έχουν ιστορίες, έχουν ακόμη τη δύναμη να πρωταγωνιστήσουν — έστω και σε μια «σφαγή» που τελικά αποδεικνύεται περισσότερο κοινωνικό σχόλιο παρά αιματοβαμμένο θρίλερ.

Η ταινία του Τόμμυ Σκλάβου είναι μια μικρή νίκη της ελληνικής δημιουργικότητας: τολμηρή, ευρηματική, με εκείνη τη γνήσια λαϊκή ψυχή που κάνει τον θεατή να νιώθει πως βλέπει κάτι δικό του. Κι αν κάτι μένει στο τέλος, είναι η αίσθηση πως πίσω από το γέλιο και την υπερβολή κρύβεται μια βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους που έζησαν, πάλεψαν, γέρασαν — και συνεχίζουν να διεκδικούν τη θέση τους στο κάδρο της ζωής.

ΥΓ. Η ταινία Η ΣΦΑΓΗ ΣΤΑ Β ΚΑΠΗ ΑΛΙΜΟΥ θα παιχθεί στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ Κινηματογράφου στον σινεμά Starz του εμπορικού κέντρου Des Sources 7-9 μ.μ. την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου.

 



Sunday, October 4, 2026

Στο όνομα του Δημήτρη Σολδάτου και του Λαού του

 

Στο όνομα του Δημήτρη Σολδάτου και του Λαού του

Της Ιουστίνης Φραγκουλη-Αργύρη

 

Το βιβλίο Στο όνομα του Ελληνικού Λαού του Δημήτρη Σολδάτου δεν είναι απλώς μια κατάθεση λόγου· είναι μια τελετουργική πράξη μνήμης, μια ανασύσταση της συλλογικής ψυχής που διατρέχει τον Ελληνισμό από τις ρίζες του έως τις σύγχρονες αγωνίες του. Ο Σολδάτος, πολυγραφότατος και πολυδιάστατος, προσεγγίζει το θέμα με εκείνη τη σπάνια ικανότητα να μετατρέπει την ιστορική εμπειρία σε λογοτεχνικό παλμό, να δίνει φωνή σε όσους η Ιστορία συχνά αφήνει στη σκιά.

Στις σελίδες του βιβλίου, ο Ελληνικός Λαός δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως ζωντανό σώμα: ένα σύνολο ανθρώπων που κουβαλούν μνήμες, τραύματα, θριάμβους, καθημερινές μικρές πράξεις αντίστασης αλλά είναι και υποκείμενοι σε γκάφες και αστειότητες. Ο Σολδάτος γράφει σαν να αφουγκράζεται τον παλμό τους κι έτσι χρησιμοποιεί τα προσωπικά αφηγήματα σε μέρος μιας κοινωνικής και ιστορικής αναφοράς.

 Η πολυδιάστατη φύση του έργου του γίνεται εδώ εμφανής: ο συγγραφέας κινείται ανάμεσα στο ιστορικό δοκίμιο, την κοινωνική παρατήρηση και τη λογοτεχνική εξομολόγηση, το χιούμορ και τη σοβαρότητα με άνεση που μαρτυρά βαθιά γνώση και ακόμη βαθύτερη ευαισθησία. Το βιβλίο δεν περιορίζεται σε μια γραμμική αφήγηση, είναι καμωμένο απο μιρκές καθημερινές ιστορίες που  αναπαριστούν τη φύση του νεοΈλληνα.

Το Στο όνομα του Ελληνικού Λαού είναι ένα έργο που απαιτεί να το διαβάσεις με σεβασμό στην ελεύθερη ώρα σου, που τη στολίζει με τις καθημερινές ιστορίες, αθώες άλλοτε κι άλλοτε δημητηριώδεις. Ο Σολδάτος δεν γράφει για να εντυπωσιάσει· γράφει για να διασώσει. Και αυτή η διάσωση — της μνήμης, της αξιοπρέπειας, της ιστορικής αλήθειας — είναι η ουσία του βιβλίου.

Στο τέλος, ο αναγνώστης νιώθει πως έχει συμμετάσχει σε μια τελετή αναγνώρισης του λαού που πορεύεται μέσα στον χρόνο, αναγνώρισης της ευθύνης που φέρει ο λόγος, αναγνώρισης της δύναμης που έχει η γραφή όταν υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της.

Ο Δημήτρης Σολδάτος γράφει όπως ανασαίνει: αβίαστα, ακατάπαυστα, με εκείνη τη φυσική ροή που δεν επιτρέπει στη σκέψη να στεγνώσει ούτε στη μνήμη να σβήσει. Πολυγραφότατος και πολυεργαλείο γραφής και δράσης, κινείται ανάμεσα στα είδη όπως ένας περιπατητής που γνωρίζει καλά το τοπίο· κάθε μονοπάτι του είναι διαφορετικό, κι όμως όλα οδηγούν στην ίδια πηγή: την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας. Στα κείμενά του, ο Ελληνικός Λαός δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά μια ζωντανή παρουσία — ένα σώμα που πάλλεται, θυμάται, διεκδικεί, ελπίζει.

Η γραφή του έχει εκείνη τη σπάνια ιδιότητα να μετατρέπει το καθημερινό σε συμβολισμό και το ιστορικό σε προσωπική εξομολόγηση. Άλλοτε αυστηρός, άλλοτε τρυφερός, πάντοτε ακριβής, ο Σολδάτος υφαίνει τις λέξεις του σαν να χτίζει ένα σπίτι για όσους αναζητούν καταφύγιο στη λογοτεχνία.

Το τελευταίο του πόνημα ‘Στο όνομα του Ελληνικού Λαού», η φωνή του αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα: δεν μιλά απλώς για τον λαό, αλλά αφηγείται τις μικρές ασήμαντες ιστορίες του . Σαν να έχει συλλέξει τις σιωπές, τις αγωνίες και τις μικρές νίκες των ανθρώπων και να τις έχει μετατρέψει σε αφήγηση. Η πολυδιάστατη φύση του έργου του δεν είναι επίδειξη δεξιοτεχνίας· είναι η φυσική συνέπεια ενός συγγραφέα που βλέπει τον κόσμο όχι επίπεδο, αλλά πολυεπίπεδο, σαν ένα πίνακα ζωγραφικής όπου κάθε πινελιά  φωτίζει την επόμενη.