ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Friday, October 16, 2015

Η εμβληματική πρεσβευτική κατοικία της Οττάβας !


Πρόσφατα  επισκέφθηκα την πρεσβευτική κατοικία στην Οττάβα. Πρόκειται για ένα ιστορικό κτίσμα που στέκει πάνω στο Rideau Canal , το γραφικό κανάλι της Καναδικής πρωτεύουσας. Τα δέντρα ντυμένα στη φθινοπωρινή τους φορεσιά καθρεφτιζόταν στα νερά του καναλιού, που διασχίζει την Καναδική πρωτεύουσα.


Η καρδιά μου χτυπούσε απο υπερηφάνεια καθώς η Ελληνική σημαία φιγουράριζε στο πιό εμφανές και εντυπωσιακό σημείο της Οττάβας κι ένιωθα μέσα μου μια ικανοποίηση που η μικρή μου χώρα κατέχει ένα τέτοιο εμβληματικό κτίριο στο ωραιότερο σημείο της πόλης.


Η περιήγηση στους εσωτερικούς χώρους της κατοικίας από την σύζυγο του Ελληνα πρέσβη κα Βασιλική Μαρκαντωνάτου επίσης ήταν άκρως εντυπωσιακή. Τα μεγάλα σαλόνια της κατοικίας είναι επενδυμένα με περίτεχνο ξύλο, τα ταβάνια στολισμένα με γύψινες μπορντούρες. Τα τζάκια φτιαγμένα το καθένα ξεχωριστα απο πέτρα, μπρούτζο, πορσελάνη, συμπλήρωναν την εικόνα της μεγαλοαστικής κατοικίας.


Καθώς ο θαυμασμός μου μεγάλωνε σκέφτηκα πόσες σπουδαίες συγκεντρώσεις γίνονται στην πρεβευτική κατοικία της Ελλάδας στην Οττάβα, πόσες δεξιώσεις, πόσες διπλωματικές συνευρέσεις και φούντωσα απο περηφάνεια σε μια εποχή που νιώθω συνεχώς δαρμένη απο την κάκιστη δημοσιότητα της χώρας μου.


Αυτά τα ιδιόκτητα κτίσματα του Ελληνικού δημοσίου αποτελούν πλούτο όχι μόνο οικονομικό αλλά πολιτικό, είναι ελληνικό έδαφος στις ξένες χώρες.


Και πρέπει το ΤΑΥΠΕΔ αντί να τα θέτει σε εκποίηση για μερικά δηνάρια, να επενδύει περισσότερο στην συντήρηση και τη διατήρησή τους.


Είναι κρίμα για τη χώρα στη συγκυρία να ξεπουλήσει τους κτιριακούς της θησαυρούς στο εξωτερικό. Είναι άδικο να θεωρείται ότι η μαύρη τρύπα των ελλειμμάτων θα κλείσει με την πώληση των κρατικών ακινήτων στις ξένες χώρες, που διατηρούν έστω και στο ελάχιστο το γόητρο της χώρας. Και βεβαίως η συντήρησή τους κοστίζει πολύ λιγότερο απο τα τεράστια ενοίκια για πρεσβείες, προξενεία και διπλωματικές κατοικίες (όπου πληρώνονται επιπλέον και οι μετακομίσεις).


Πάντως, σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα είναι γραμμένη με χρυσά γράμματα  στην φιλόξενη Καναδική πρωτεύουσα!

Τζουστινάκι
Τα μεγάλα ευρύχωρα σαλόνια φιλοξενούν δεξιώσεις
 Εξω στον κήπο τα χρώματα του φθινοπώρου

 Τα χαλιά είναι χειροποίητα απο τον ΕΟΜΜΕΧ
 Μια ντουλάπα επιβλητικής ομορφιάς
 Παράθυρα με θέα

 Σεμνά έπιπλα που αφήνουν τα διακοσμητικά στοιχεία του σπιτιού να αναπνεύσουν
 Η σύζυγος του πρέσβη κα Βασιλική Μαρκαντωνάτου είναι δραστήρια στους διπλωματικούς κύκλους της Οττάβας

 Τα τζάκια είναι έργα τέχνης


 Η εμβληματική τραπεζαρία



Και μια σέλφι με την υπογράφουσα!



Tuesday, October 13, 2015

Ο Νώντας και ο Νότης: Δυό αγόρια, ένα κορίτσι, ένα σάντουιτς!



Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια που ήταν σα σα σα σκυλόψαρα...


Ετσι τους βλέπαμε στο σχολεία τους συμμαθητές: άσχημους, άχαρους , ενοχλητικούς. Τα αγόρια της τάξης μας ήταν συμπληρωματικά μιας βαρετής ρουτίνας, απο την οποία δεν είχαν ούτε το ταλέντο ούτε τη φαντασία να μας βγάλουν. Αντίθετα μας βύθιζαν βαθύτερα στα πρέπει και τα μή των δασκάλων μας, επισύροντας παραπάνω ομαδικές τιμωρίες λόγω της ζωηράδας και της αταξίας τους.


Αυτά συνέβαιναν στην τάξη 1965-1971 του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λευκάδας. Σε μια σειρά κειμένων θα προσπαθήσω να ρίξω φώς στις παιδικές φιγούρες των αγοριών και των κοριτσιών, που πλαισίωσαν την πορεία μου στην πρώιμη εκπαίδευση επι μια εξαετία στο θρυλικό σχολείο του Μαρκά.


Θα αρχίσω, λοιπόν, απο τους κοντινότερους αρσενικούς, το Νώντα Σκίτσα και το Νότη Βλάχο. Η μοίρα τόφερε να με πλαισιώσουν στο θρανίο στην Τρίτη Δημοτικού, καθώς η δασκάλα μας, κα Ελπίδα Ρομποτή είχε χάσει την ελπίδα της ότι θα μπορούσα να συμμορφωθώ και να σταματήσω να πολυλογώ με τα κορίτσια.


Εκείνη την αποφράδα μέρα που στο θρανίο των τριών έγινα το τυρί του σάντουιτς ένιωσα τρομερά ταπεινωμένη. Ο Νότης ήταν ήδη φίλος μου, αλλά ο Νώντας ήταν άγνωστος. Ενας ξένος ψηλός και ανοίκειος. Αυτοί οι δύο συμμαθητές χρεώθηκαν από τη δασκάλα με το καθήκον να μην απαντούν στο διάλογο που θα τους άνοιγα.


Ο Νώντας ήταν αυτό που λέμε σεμνός και άχαρος. Ηταν ένα κεφάλι πιό ψηλός απο τα κορίτσια και μισό κεφάλι ψηλότερος απο τα αγόρια, γι αυτό μάζευε διαρκώς τους ώμους του. Ηταν γλυκούλης, ευγενικός , ανυπεράσπιστος στη θυελλώδη πολυλογία μου. Μου απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις και συχνά η δασκάλα του έβαζε τιμωρίες γιατί δεν εκτελούσε το καθήκον της τιθάσσευσής μου. Τον έπιανε να μην μπορεί να συνεχίσει στην ανάγνωση και τον προσέβαλε με σκληρό τρόπο. Ενιωθα πολύ άσχημα εκείνες τις στιγμές.


Η πιό αξιομνημόνευτη στιγμή του Νώντα ήταν όταν έσπασε το χέρι του ψηλά απο τον ώμο. Ηταν με το χέρι σε γύψο κρεμασμένο απο τον αριστερό ώμο του. Εκείνες τις εποχές φοβόμουν τον γύψο, ήταν ένα είδος απειλής της ακεραιότητας γι αυτό είχε γίνει φοβικό στοιχείο για τη μικρή μου ύπαρξη. Επιπλέον, ο Νώντας μύριζε καμφορά γιατί η μαμά του είχε βάλει μέσα απο τη μπλούζα του τη λευκή σκόνη για κάποιους άγνωστους ιατρικούς λόγους.


Οταν επέστρεψε ο Νωντας στο σχολείο με το γύψο εγω έζησα ένα ζωντανό μαρτύριο για 4 εβδομάδες. Νόμιζα πως θα λιποθυμούσα απο τη βαρειά μυρωδιά της καμφοράς και απο το φόβο για το γύψο. Ο Νώντας έγινε πολύ μελαγχολικός γιατί αντιλαμβανόταν την δυστυχία που μου προκαλούσε. Αλλά συνεχίσαμε να συνυπάρχουμε στο θρανίο εκείνος αριστερά, εγώ στη μέση και ο Νότης δεξιά μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς.


Ο Νότης ήταν έξυπνος, όμορφος με δύο εκφραστικά γαλανά μάτια. Ηταν φιλαράκι μου, με συνόδευε στα μισά μέχρι το σπίτι κάθε απόγευμα. Ηταν κι εκείνος πολυλογάς κι έτσι ανταλλάσσαμε κάθε είδους πληροφορίες. Μιλούσαμε πολιτικά (ήταν η μαύρη επταετία και ο πατέρας τους ήταν κρατούμενος τους πρώτους μήνες) κι έτσι ένιωθα μια βαθειά πίκρα για όσα του συνέβαιναν. Επιπλέον, η μητέρα του είχε κάποιο είδος ασθένειας που τον απασχολούσε έντονα.


Ο Νότης είχε μια θεία που τον αγαπούσε υπερβολικά, τόσο υπερβολικά που μπήκε ανάμεσά μας και μας χώρισε απο φίλους. Αυτή η συγκεκριμένη θεία με έκανε να τρέμω όταν την έβλεπα. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της τρυφερής μου ηλικίας. Ετσι απομακρύνθηκα απο τον ωραίο συνομιλητή μου στο δημοτικό.


Στα χρόνια του γυμνασίου τα αγόρια πήγαν στο Αρρένων και τα κορίτσια στο Θηλέων. Ετσι χαθήκαμε με το Νώντα, που έχω να τον δώ περί τα 30 χρόνια.


Ο Νότης μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, έγινε εσωτερικός μετανάστης. Τον έβλεπα τα καλοκαίρια, αλλά είχε γίνει Αθηναίος, δηλαδή είχε αποκτήσει μια ελάχιστη εφηβική αλαζονία. Οταν επέστρεψε κάποια στιγμή και ζούσε στη Λευκάδα συναντιόμασταν συχνά τα καλοκαίρια.


Ο Νώντας και ο Νότης σημάδεψαν τα σχολικά μου χρόνια. Ο πρώτος με την κλειστή του φύση, ο δεύτερος με τον αλέγρο χαρακτήρα του. Και δύο είναι επιστήμονες σήμερα, οικογενειάρχες και επιτυχημένοι στους τομείς της επιστήμης τους.

Στο Δημοτικό ο Νώντας ήταν μέτριος στη γλώσσα αλλά εξαιρετικός στα μαθηματικά. Ο Νότης ήταν σπιρτόζος, γρήγορος και βέλτιστος σε όλο τον κύκλο των μαθημάτων.
 

Τους σκέφτομαι  τους δύο συμμαθητές μου συχνά κι ας μην τους συναντώ πλέον!


Τζουστινάκι

Οι απαγκυλωμένοι μου γονείς!


Μαρία Κακαβούλη-παπα Νίκος Φραγκούλης


 




Ο θείος Αλέκος μου ζήτησε να γράψω ένα βιογραφικό σημείωμα για τους γονείς μου, αλλά θεωρώντας ότι τους χρωστάω κάτι περισσότερο από απλές ημερομηνίες ερριμένες στο χαρτί, αποφάσισα να γράψω αυτή τη μικρή ιστορία.

Η μητέρα μου Μαρία Κακαβούλη δεν είχε ηλικία. Κανείς δεν γνωριζε την χρονολογία της γέννησής της καθώς η γυναικεία ματαιοδοξία της δεν της επέτρεπε να κάνει τις σχετικές αποκαλύψεις.

Γνωρίζουμε ότι υπήρξε νέα εκπάγλου καλλονής, που γεννήθηκε στην δεκαμελή οικογένεια του παπα-Κώστα Κακαβούλη στο Σύβρο, αποτελώντας ένα από τα τρία θηλυκά εκ των οκτών παιδιών του.

Η ξαφνική δολοφονία της μάννας της κατά τον εμφύλιο απο την ομάδα των Κομμουνιστών, σημάδεψε τα άγουρα χρόνια της φυτεύοντας βαθειά και αθεράπευτη πληγή μέσα στην καρδιά της.

Ακολούθησε τον πατέρα της στη Βασιλική, όπου ο παπα-Κώστας Κακαβούλης ιερουργούσε, εμφυτεύοντας μέσα της το όνειρο να φύγει από τη ζωή του χωριού και να παντρευτεί στο άστυ.

Οταν ο παπα-Κώστας Κακαβούλης διορίσθηκε πρωτοσύγγελος στην Μητρόπολη Λευκαδας, η νεαρή Μαρία τον ακολούθησε μένοντας στο Δεσποτικό και ακολουθώντας την αδελφή του Δεσπότη Δωρόθεου Παλλαδηνού , δεσποινίδα Ιουστίνη Παλλαδηνού στην καθημερινότητα και τα ταξίδια της. Το όνειρό της να ζήσει μια αστική ζωή έπαιρνε σάρκα και οστά.

Η ομορφιά και η φυσική της ευγένεια καταγοήτευσαν τη Λευκάδα. Κι εκείνη με τη Λευκαδίτικη φορεσιά της όργωνε την αγορά σκορπίζοντας το λαμπερό της γέλιο.

Εκεί την γνώρισε ο πατέρας μου Νίκος Φραγκούλης, απόφοιτος του Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου της Πάτρας και την αγάπησε για την ομορφιά της και την ηθική της ευπρέπεια.

Αλλά ας πάρουμε το νήμα της ζωής του Νίκου Φραγκούλη, που ξεκινάει από την ορεινή και απόμακρη Εγκλουβή. Εκεί γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιός της οικογένειας Νίκος από τον Κωνσταντία Φραγκούλη και τον Απόστολο Φραγκούλη το 1929.

Από μικρός επέδειξε τρομερό ζήλο για τα γράμματα, δουλεύοντας παράλληλα και στις αγροτικές δουλειές του χωριού. Μετά το δημοτικό , μεταφέρθηκε στη Λευκάδα για τις γυμνασιακές σπουδές του, νοικιάζοντας ένα δωματιάκι σε αστικό σπίτι της πόλης. Το όνειρό του ήταν να υπηρετήσει την κοινωνία από τη θέση του ιερέως, αυτό ήθελε να πετύχει στη ζωή του.

Ο πόλεμος τον ανάγκασε να διακόψει το γυμνάσιο αλλά αργότερα στο στρατό παρακολούθησε νυχτερινό γυμνάσιο ολοκληρώνοντας τον κύκλο της μέσης εκπαίδευσης. Επόμενος σταθμός του ήταν οι δίχρονες θεολογικές σπουδές στο Ανώτερο Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο της Πάτρας, όπου γνωρίσθηκε με τον μελλοντικό κουνιάδο του Νίκο Κακαβούλη, γιό του πρωτοσύγγελου παπα-Κώστα Κακαβούλη.

Μέσω του συμφοιτητή του γνώρισε τη Μαρία Κακαβούλη, η οποία τον γοήτευσε με την ομορφιά της. Τη ζήτησε σε γάμο αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και πρίν χειροτονηθεί σε διάκονο. Ο γάμος έγινε με συνοπτικές διαδικασίες το 1956 και σύντομα μετά ο Νίκος χειροτονήθηκε σε διάκονο και παπά το ίδιο έτος από τον Μητροπολίτη Λευκάδας Δωρόθεο.

Ο πρώτος διορισμός του νεαρού παπα-Νίκου ήταν στο πατρικό χωριό της Εγκλουβής. Η Μαρία στην αρχή τρόμαξε με την προοπτική να πάει να ζήσει σε ένα ορεινό χωριό, όπου δεν γνώριζε κανένα. Αλλά η αίσθηση του καθήκοντος ήταν δυνατότερη από τις επιθυμίες της νεαρής γυναίκας.

Τον χρόνο που έζησε εκεί ξεδίπλωσε τη ζεστασιά του χαρακτήρα της κατακτώντας τους συγγενείς και συγχωριανούς της, που τη λάτρεψαν σα δική τους κόρη.

Το 1957 ο παπα-Νίκος διορίσθηκε στην ενορία των Αγίων Αναργύρων στη Λευκάδα. Εκεί η Μαρία γέννησε τον πρωτότοκο γιό της Αποστόλη Φραγκούλη. Αποχαιρέτησε το χωριό αλλά η καρδιά της έμεινε δεμένη για πάντα στα ορεινά, γι αυτό το σπίτι της πλημμύριζε καθημερινά από τους αγαπημένους της Εγκλουβησάνους.

Το 1959 ήρθε στη ζωή της η πρώτη κόρη της οικογένειας Ιουστίνη και το 1962 η οικογένεια συμπληρώθηκε με την γέννηση της Κωνσταντίνας.

Ο παπα-Νίκος υπηρέτησε ως εφημέριος στο ναό των Αγίων Αναργύρων από το 1957 έως το 2009 οπότε αποχώρησε ως συνταξιούχος. Λάτρεψε τους ενορίτες του και βοηθησε στην ανκαίνιση έξι εξωκκλησίων, όπως αρέσκεται να αναφέρει συχνά. Η μεγάλη του αγάπη υπήρξε το εξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, το οποίο έχτισε από την αρχή μαζί με ένα όμορφο κελί, ποτίζοντας με θρησκευτική ευλάβεια τον κήπο του και μεγαλώνοντας δενδρύλλια και λουλούδια.

Επίσης με τη συμπαράσταση συγχωριανών του αναδόμησε το μικρό ναϊσκο του Αγίου Δονάτου στην ορεινή περιφέρεια της Εγκλουβής αναβιώνοντας το πανηγύρι του Αγίου στις 7 Αυγούστου και την ευλογία της φακής, που παράγεται εκεί στα χωράφια του οροπεδίου γύρω από τους Βόλτους.

Ο παπα-Νίκος υπήρξε διευθυντής του Γηροκομείου Λευκάδας από το τέλος της δεκαετίας του 70, οπότε ο ιδρυτής μακαριστός Μητροπολίτης Δωρόθεος του είχε αναθέσει τα ηνία. Δούλεψε με ήθος και συνέπεια για να χαρίσει όμορφες στιγμές στους μοναχικούς γέρους της Λευκάδας.

Εδωσε μεγάλες γραφειοκρατικές μάχες για να λάβει την άδεια ανέγερσης νέας πτέρυγας, η οποία μετά από εράνους και με την επιδεικτική αποχή της Ελληνικής πολιτείας ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 90. Οπως είχε ομολογήσει ο τότε υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας Θεόδωρος Κοτσώνης σε ιδιωτικό διάλογο μαζί μου, το κόστος της οικοδόμησης του Γηροκομείου Λευκάδος κόστισε το ένα τέταρτο από τον προϋπολογισμό ενός ανάλογου οικοδομήματος του Δημοσίου.

Ο παπα-Νίκος αποχώρησε από το τιμόνι του Γηροκομείου το 2004 μετά από διαφωνίες που είχε με τον μακαριστό Μητροπολίτη Νικηφόρο. Πάντοτε επισκεπτόταν τα αγαπημένα γεροντάκια του όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Οι γονείς μου , ο παπα-Νίκος και η Μαρία , ήταν σπουδαίοι καθώς είχαν θέσει σε προτεραιότητα την οικογένειά τους. Ο πατέρας μου ήταν ακοίμητος φρουρός και εμπνευστής της παιδείας μας και η μάννα μου ήταν γυναίκα του σπιτιού που φρόντιζε για το νοικοκυριό, την ωραία μας εμφάνιση και το νοστιμότατο φαγητό. Ηταν εκείνη που μας εμφύσησε τη φιλοδοξία να πετάξουμε με τα δικά μας φτερά και τα κορίτσια να γίνουμε γυναίκες με δυναμική καριέρα.

Οι ρόλοι ήταν διακριτοί ανάμεσα στους δυό γονείς, αλλά είχαν μια απόλυτα αγαστή συνεννόηση όσον αφορά στην ανατροφή μας. Η μάννα μας έφερε βαρέως τον άδικο χαμό της δικής της μάννας. Η ζωή της κύλησε μέσα σε ένα αδιάκοπο αναστεναγμό. Ηταν ταγμένη να υπηρετεί και να εξυπηρετεί τους αδύναμους, ήταν εκείνη που συγκέντρωνε στο σπίτι συγγενείς και φίλους που κατέβαιναν τόσο από το μητρικό χωριό της το Σύβρο όσο και από το πατρικό χωριό την Εγκλουβή.

Ο πατέρας μου ήταν ένας εφημέριος με ατζέντα να υπηρετεί την Εκκλησία του, τους ενορίτες και το Γηροκομείο αργότερα. Τέλεσε το καθήκον του επαρκώς μοιράζοντας αγάπη και συγχώρεση στους ανθρώπους.

Οι δυό γονείς μας μεγάλωσαν με μια βαθειά Χριστιανική και ουμανιστική θεωρία χωρίς αγκυλώσεις, απαγορεύσεις και ενοχές. Μας έπλασαν πολίτες του κόσμου, χαρίζοντάς μας ελευθερία στις επιλογές της ζωής.

Ημασταν μια ευτυχισμένη οικογένεια, ώσπου η ασθένεια χτύπησε την πόρτα της Κωνσταντίνας μας στις αρχές του 2004. Ο θάνατός της μας παρέσυρε στην αθεράπευτη δυστυχία της απώλειας. Η μάννα μας έφυγε το 2010 χτυπημένη από τον πόνο του θανάτου της μικροκόρης της. Το χαμόγελο δεν γύρισε ποτέ στα χείλη της από τότε που η γή αγκάλιασε το άψυχο σώμα της Κωσνταντίνας μας.

Ο πατέρας μας, γαλήνιος αποδέκτης της πραγματικότητας, πιστεύει σθεναρά πως όλα είναι κατευθυνόμενα από το Θεό. Ζεί ακόμη στη γειτονιά της οδού Μιχαήλ Σκένα στη Λευκάδα, υπηρετώντας την εκκλησία του και τους ανθρώπους. Του λείπει η αγαπημένη πρεσβυτέρα του, η Κωνσταντίνα του και συχνά αποτίει τριάγια μνήμης στις αγαπημένες απούσες εκεί στο Νεκροταφείο Λευκάδας.

Νιώθω απόλυτα τυχερή που ανατράφηκα σε αυτό το περιβάλλον της αγάπης και της προσφοράς κι ευγνωμονώ τους γονείς μου για όσα μας πρόσφεραν με την γενναιοδωρία και την αγαθοσύνη της υπέροχης ψυχής τους.

Τζουστινάκι

Friday, October 2, 2015

Με λένε Ιουστίνη και είμαι περήφανη για τ΄όνομά μου!


 
 
Κυπριανού και Ιουστίνης σήμερα. Μια Χριστιανική γιορτή σπάνια και ξεχωριστή. Τυχαίνει να φέρω το όνομα της Ιουστίνης Παλλαδηνού, της σεβαστής νονάς μου, που υπήρξε αδελφή του μακαριστού μητροπολίτου Λευκάδος Δωρόθεου.
Ολα ξεκίνησαν ως εξής στην άγουρη ύπαρξή μου. Γεννήθηκα γένους θηλυκού, το δεύτερο παιδί της οικογένειας του παπα-Νίκου Φραγκούλη. Είχε προηγηθεί ο αδελφός μου Αποστόλης, πρωτότοκος και κληρονόμος της οικογένειας Φραγκούλη (Κοκογιάννη) στην ορεινή Εγκλουβή της Λευκάδας.
Εκείνο το πρωινό , αμέσως μετά τη γέννησή μου , δεν ήρθαν με καλούδια απο το χωριό ο παπούς μου Αποστόλης και η γιαγιά μου Κωνσταντίνα, γιατί λυπήθηκαν πολύ που ήρθε στον κόσμο ένα κορίτσι. Τότε στα χωριά τόχαν για ατυχία να γεννούν κορίτσια, που χρειαζόνταν προίκα και άλλα έξοδα για την αποκατάστασή τους.
Αντί των πατρικών γονέων έφτασε απο την Εγκλουβή ένα γράμμα, το οποίο διάβαζε στον πατέρα μου η αδελφή του θεία Χρυσαυγή: «Λυπούμαστε για το θλιβερό γεγονός που έπληξε την οικογένειά μας, αλλά έχουμε τον Αποστολάκη μας και θα το ξεπεράσουμε». Το θλιβερό γεγονός ήταν η δική μου γέννηση,η έλευση ενός νεογνού, γένους θηλυκού.
Αυτές οι αράδες υπέπεσαν στην αντίληψη της μαμάς μου,η οποία έγινε έξαλλη για την απορριπτική αντιμετώπιση της γέννησής του δεύτερου παιδιού της. Κι ορκίσθηκε πως το κοριτσάκι της (η γράφουσα δηλαδή) θα έπαιρνε το όνομα της δέσποινας Ιουστίνης Παλλαδηνού, που ήταν αδελφή του δεσπότη και είχε αριστοκρατική καταγωγή, ήθος, καλλιέργεια, αγάπη για τα παιδιά που η ίδια δεν είχε αποκτήσει.
Ετσι, τα βαφτίσια μου έγιναν το κοσμικό γεγονός της Λευκάδας με όλη την καλή κοινωνία να παρευρίσκεται καθώς η δέσποινα Ιουστίνη και ο Μητροπολίτης Δωρόθεος έδωσαν τη χάρη στην κόρη του παπα-Νίκου Φραγκούλη.
Κι εγώ πήρα στους τρυφερούς και ανυποψίαστους ώμους μου ένα όνομα, που θα μου προκαλούσε πολλή αγωνία αλλά και μεγάλη περηφάνεια πολύ πολύ αργότερα.
Ως κοριτσάκι, κυριολεκτικά είχα υποφέρει με το όνομά μου, καθώς οι ενορίτισσες του πατέρα μου που δεν καλάκουγαν κιόλας, με αποκαλούσαν όλα τα παρεμφερή ονόμα (Αυγουστίνη, Ιουστινιανή κα) κι έτσι έμενα επί χρόνια να απολογούμαι για τη σπανιότητα του βαφτιστικού μου ονόματος.
Ωστόσο, ως βαφτιστήρα της υπέροχης νονάς Ιουστίνης απόλαυσα πολλών προνομίων. Η νονά μου ήταν μια μικροσκοπική δεσποινίς, που φορούσε πάντοτε μαύρα ταγιέρ, καπελίνα στολισμένα με καρφίτσες απο πέρλες. Είχε τις πιό κομψές τσάντες κι έκαναν ένα κλίκ στο άνοιγμά τους. Η νονά μου έδινε πάντοτε χαρτζιλίκι και ήταν πολύ περήφανη για τις επιδόσεις μου στο σχολείο.
Οταν η νονά ερχόταν με τη βοηθό της να μας επισκεφθεί στη γειτονιά όλα τα παιδιά έτρεχαν «σύρμα: η δεσποινίς Ιουστίνη είναι, φέρνει καραμέλες». Κι εγώ μοίραζα το σακουλάκι στους φίλους μου προς απογοήτευση της μικρής μου αδελφής, που έλπιζε πως θα τις ροκανίζαμε για ένα μήνα τουλάχιστον.
Η νονά ήταν όμορφη, είχε λεπτή διάφανη επιδερμίδα και μιλούσε με την τραγουδιστή επτανησιακή προφορά της. Με αποκαλούσε «κοντεσσίνα» της και μου χάιδευε τα μαλλιά, με κοίταζε στα μάτια και με λάτρευε. Μου έφερνε φορέματα οργάντζες, παπούτσια, παιδικές τσαντούλες απο τα ταξίδια της στην Αθήνα.Με αγαπούσε και με θεωρούσε το δικό της κοριτσάκι που δεν είχε γεννήσει καθώς δεν παντρεύτηκε για να αφοσιωθεί στον αδελφό της , το Μητροπολίτη.
Ανήμερα της Αγίας Ιουστίνης, κατά το απογευματάκι η μαμά με έντυνε περίλαμπρα και μου έβαζε ένα τεράστιο λευκό φιόγκο στην αλογοουρά . Αγόραζε μια βυσσινάδα, ένα λικέρ, ίσως σοκολατάκια απο του Σκιαδά και πηγαίναμε στο δεσποτικό. Το δεσποτικό ήταν τριόροφο, ήταν μεγαλόπρεπο και φάνταζε σπουδαίο στα παιδικά μου μάτια.
Η νονά μας δεχόταν στις σάλες υποδοχής του δεσποτικού, η βοηθός της μας κερνούσε γλυκό του κουταλιού. Κι όλο με χάιδευε και με ρωτούσε για τις εντυπωσεις μου απο το σχολείο κι όλο μου έλεγε πως έπρεπε να παντρευτώ. Να πατρευτώ ένα πρίγκηπα , μου σύστηνε αδιαλείπτως.
Αφού μιλούσαν με τη μαμά με πολύ χαμηλή φωνή για να μην ενοχλείται ο σεβασμιότατος, (το δεσποτικό ήταν όλο σουτ και σουτ) ερχόταν η ώρα να πάω να τον συναντήσω. Η μαμά δεν ερχόταν στο γραφείο του, καθόταν με τη νονά στη σάλα. Ο διάκονος με έπαιρνε απο το χέρι και με οδηγούσε στο περίλαμπρο γραφείο του Δωρόθεου. Εγώ έκανα 9 μετάνοιες κι έπαιρνα ευλογία.
Ο νονός (έτσι τον έλεγα κι ας ήταν μόνο ο αδελφός της νονάς) μου μιλούσε πάντα για τις αρετές της Ιουστίνης, της παρθενομάρτυρος αλλά και της δικής του αδελφής Ιουστίνης Παλλαδηνού. Και μου έλεγε πως όφειλα να τιμήσω στη ζωή μου αυτό το σπουδαίο όνομα με τη βαρειά παρακαταθήκη. Αντιλαμβανόμουν πως ήμουν ένα ξεχωριστό κοριτσάκι, λόγω του ονόματος.
Αργότερα, όταν πήγα ως φοιτήτρια στην Αθήνα είχε μόλις εκδοθεί το «Κουαρτέτο» του Λόρενς Ντάρελ με την Ιουστίνη να φιγουράρει στον πρώτο τόμο. Το όνομά μου έγινε περιζήτητο, αγόρια και κορίτσια με θαύμαζαν γι αυτό. Ενιωθα να φουσκώνω απο περηφάνεια.
Το όνομά μου που με δυσκόλεψε στην παιδική ηλικία τελικά συνοδεύτηκε  με εκείνη την υπέροχη νονά και με την ξεχωριστή μελωδική του κατάληξη. Ηταν συνώνυμο  με αυτοκράτορες και με μοιραίες γυναίκες, με το μακρήσιο ντε Σαντ και άλλες δημιουργικές γραφές.
Σήμερα στο μακρινό και ξένο Καναδά ονομάζομαι Justine (Ζυστίν) και έχω ένα κανονικό συνηθισμένο όνομα. Κάθε χρόνο γιορτάζω τις αναμνήσεις μιας παιδικής γιορτής που με έκανε να νιώθω ξεχωριστή γιατί αγαπήθηκα πολύ και αγάπησα την μακαριστή νονά μου, Δέσποινα Ιουστίνη Παλλαδηνού!
 
 
 
 

Thursday, October 1, 2015

Το Μ της Μαριάννας!!!




Η Μαριάννα Καρφάκη ήταν συνηθισμένη στο Μ. Το όνομά της ήταν  Μαριάννα και Μαριέτα ήταν το αγαπημένο όνομα της μητέρας της. Γι αυτό στα μαθητικά μας χρόνια το Μ της ήταν εύκολο, εύχρηστο , αγαπημένο σύμφωνο της καθημερινότητάς της.

Ετσι παρασυρμένη απο το σύμφωνό της, έβαλε στον Οκτώβρη της το Μ. Τον έλεγε Οκτώμβρη το μήνα που είχε εξαιρεθεί απο τους αρχαίους και σοφούς προγόνους μας. Τον Οκτώβρη τον περιέφερε με Μ η Μαριάννα στις αυλές, στο σχολείο , στις γειτονιές της παιδικότητάς μας.

Ωσπου ήρθε εκείνη η σχεδόν εφιαλτική μέρα στην Τετάρτη Δημοτικού. Οπου ο δάσκαλός μας Τάκης Καζάζης τη σήκωσε να γράψει ένα κείμενο στον πίνακα. Η Μαριάννα ήταν ψηλή , εύσωμη, εξαιρετική μαθήτρια και πολλάκις τη σήκωνε ο δάσκαλος στο μαυροπίνακα να γράφει εκ μέρους του. Ηταν μια τιμητική στιγμή για τους καλούς μαθητές αυτή.

Της είπε, λοιπόν,  να γράψει την ημερομηνία. Ηταν 15 Οκτωβρίου-θυμάμαι-  (τότε χρησιμοποιούσαμε την επισημότητα της καθαρευούσης) και ο Καζάζης όταν είδε το Μ στον Οκτώβριο έγινε έξαλλος απο οργή. Στράφηκε όχι μόνο κατά της Μαριάννας που ήταν μπόλικη στο Μ του Οκτώβρη αλλά και σε ολόκληρη την τάξη.

Θυμάμαι ακόμη τη βροντερή φωνή του και τα λόγια του: «Αν δεν μάθατε μέχρι την Τετάρτη πως ο Οκτώβριος είναι ο μόνος μήνας που εξαιρείται στην κατάληξή του και δεν παίρνει Μ, τότε δεν θα μάθετε ποτέ ελληνικά. Κι επειδή οι μισοί απο σας δεν το ξέρετε-είμαι σίγουρος- θα φάτε μια τιμωρία που θα σας κάνει να θυμάστε πως ο Οκτώβριος δεν παίρνει Μ. Δεν παίρνει Μ. Γράψτε , λοιπόν, 100 φορές τη λέξη Οκτώβριος και φέρτε μου αύριο τα τετραδια της τιμωρίας να τα ελέγξω».

Εγώ στεναχωρήθηκα πολύ, την πήρα προσωπικά την προσβολή του δασκάλου μας. Κι αυτό γιατί ο πατερούλης είχε φροντίσει απο νωρίς να μας διδάξει την εξαίρεση του Οκτώβρη απο το Μ. Ο πατερούλης ήθελε να προφέρω και να γράφω σωστά το μήνα Οκτώβρη, καθώς στις 2 είναι η ονομαστική μου γιορτή: Κυπριανού και Ιουστίνης.

Τα χρόνια πέρασαν , έφυγαν, έγιναν σπουδές, έγιναν ταξίδια και ζωές διαφορετικές. Δεν ξέρω αν η Μαριάννα μετά απο εκείνη την αποφράδα μέρα έκοψε το Μ στον Οκτώβρη της γιατί δεν βρίσκομαι ποτέ αυτό το μήναστη Λευκάδα.

Εγώ πάλι ανέπτυξα με τα χρόνια μια άγρια παρατηρητικότητα κι ένα κρυφό ρατσισμό για όσους προφέρουν τον Οκτώβρη με Μ. Κι όμως μπορεί να είμαι άδικη. Ισως δίκην ευκολίας κάποια μέρα  να συγχωρηθεί η προσθήκη του Μ στον Οκτώβρη.

Πάντως, χωρίς να το ξέρω με σιγουριά, εικάζω πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι που έχτισαν τη γλώσσα , σωστά εξαίρεσαν τον Οκτώβρη απο το Μ, αφού είχε ένα φαρδύ-πλατύ μακρόν φωνήεν, το υπέροχο Ω.

Και στόλισαν με Μ τον Σεπτέμβριο, τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο δίνοντας ζωή στο βραχύ φωνήεν Ε.

Ο Οκτώβρης είναι γλυκός χωρίς το Μ, εύηχος, αγαπημένος. Και είναι ο πιό λατρεμένος μου μήνας, γιατί γιορτάζω το όνομά μου και τις αναμνήσεις απο τη νονά Ιουστίνη. Γιορτάζουν όμως και τα δέντρα που φυλλορροούν αφού μεταταραπούν τα φύλλα τους σε όλα τα χρώματα της ομορφιάς!

 Τζουστινάκι...

Υστερόγραφο:

Η καλή συνάδελφος Τόνια Μιανιατέα δίνει την πραγματική εξήγηση για το μη Μ του Οκτώβρη:

Γιατί οι μήνες Σεπτέμβιος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, στη λατινική απ΄ όπου προέρχονται (ρωμαϊκό ημερολόγιο γαρ) μας προέκυψαν από τους αριθμούς Septem (επτά), Novem (εννιά), Decem (δέκα). Ο Οκτώβριος από το Octo (οκτώ), που δεν έχει «μ