ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Wednesday, February 11, 2026

Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος Φραγκούλης

 



Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος Φραγκούλης

μια ιστορία που έγινε ποίημα από τον Ηλία Γεωργάκη και τραγούδι από την Πάττυ Καλού.

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Το 1984 αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Ένα γκρί Deux Chevaux, λιτό και πρωτόγονο, μα πεισματάρικο σαν εφηβάκι. Το κοίταξα τότε με εκείνη την αφέλεια της ηλικίας και του έδωσα ένα όνομα που μόνο εγώ θα μπορούσα να του δώσω: Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος Φραγκούλης. Ήταν γκρίζο και ήμουν κορίτσι της Λευκάδας, ήθελε μια μεγαλοπρέπεια, αυτήν της μεσαιωνικής μου λατρείας και του τη χάρισα αφειδώς όπως συνηθίζω να χαρίζω στους ανθρώπους.

Ήταν σαν να του φορούσα πανοπλία. Σαν να του έδινα ρόλο σε μια προσωπική μου σταυροφορία προς την ενηλικίωση.

Στον Νέο Κόσμο, όπου ζούσα τότε, ο Γοδεφρείδος έγινε η μικρή μου ελευθερία. Με πήγαινε παντού, με άφηνε να ονειρεύομαι, να νιώθω ότι ο κόσμος ανοίγει μπροστά μου. Λάτρευα να το οδηγώ με τα παράθυρα να ανοίγουν ανάποδα, το μικρό τιμόνι του, τις ταχύτητες στιο χέρι. Λαμπερό, του κουτιού, έγινε σύντομα το αυτοκίνητο της παρέας.

Κι ύστερα, μια μέρα του Μαίου, χάθηκε. Κατέβηκα να το πάρω για να πάω στη δουλειά και δεν ήταν στη θέση του. Μου είχαν κλέψει τον Γοδεφρείδο μου άσπλαχνα, ανελέητα εκεί στο Νέο Κόσμο των ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

Θυμάμαι το κλάμα μου — εκείνο το βαθύ, ακατάσχετο κλάμα που δεν ήταν για το αυτοκίνητο, αλλά για την αθωότητα που μου πήραν μαζί του. Το κλάμα συνεχίστηκε τις επόμενες μέρες, η ανορεξία έγινε μέρος της ύπαρξής μου, η ψυχή μου σκοτείνιασε, μαύρισε.

Ο πατέρας μου, ο σοφός παπα-Νίκος με τον τρόπο των ανθρώπων που έχουν δει πολλά, με κοίταξε ήρεμα και μου είπε:
«Αυτοί που το πήραν, το χρειάζονταν περισσότερο από σένα.»
Του απάντησα: “Καλά είπε ο Μάρξ πως η θρησκεία είναι το όπιον του λαού”.

Πένθησα έξι μήνες. Κυριολεκτικά., τα χέρια μου είχαν γίνει πέτσες επάνω στα κόκκαλα, τα γόνατά μου επίσης όριζαν τα πόδια μου.  Ώσπου εμφανίστηκε το επόμενο Deux Chevaux — το κόκκινο, το μεταχειρισμένο του φωτογράφου Νίκου Οικονομόπουλου. Μου το πούλησε 400.000 δραχμές για να αγοράσει μια καλή φωτογραφική μηχανή. Με αυτή τη μηχανή εκείνος ταξίδεψε στην Τουρκία και στην Αρμενία κι έγινε σπουδαίος φωτογράφος του Magnum.

Το πήρα σαν να υιοθετούσα παιδί. Και αυτό το αυτοκίνητο, το δεύτερο, έγινε κομμάτι της ζωής μου με τρόπο που ακόμη με συγκινεί καθότι κράτησε από το 1985 μέχρι το 1989. Καθώς ήμουν του επίσημου, το 1987 το έβαψα μαύρο δια πάν ενδεχόμενον!

Ήταν ψηλό, ατίθασο, έτοιμο για περιπέτεια. Με πήγε στις δύσβατες παραλίες της Λευκάδας, εκεί όπου μόνο τα γενναία αυτοκίνητα και οι μάγκικες καρδιές φτάνουν.Πηγαινοερχόμουν με την τρελοπαρέα στο Κάθισμα που τότε ήταν σχεδόν άβατο. Ήταν το αυτοκίνητο του γάμου μου — το αυτοκίνητο που με πήγε από τη νιότη στη γυναίκα που θα γινόμουν σε στολισμό Πάνου Φέξη.

Και τα Σάββατα… αχ, τα Σάββατα.
Με το ντεκαποτάμπλ ανοιχτό, γινόταν χαμός. Τα κορίτσια, η αδελφή μου και οι φιλενάδες μου, έμπαιναν μετά τις εξόδους μας στο 
DCV και γελούσαν, ο αέρας μύριζε εφημερίδες από την Ομόνοια, κι εμείς μοιράζαμε τη ζωή μας απλόχερα, όπως μόνο οι νέοι ξέρουν. Τηλέφωνα άλλαζαν χέρια, άγνωστοι γίνονταν φίλοι για μια στιγμή, κι εγώ ένιωθα ότι ο κόσμος ήταν δικός μου.

Το κράτησα μέχρι το 1989. Όταν αναχώρησα για τον Καναδά και το αποχωρίστηκα, ένιωσα σα να έκλεινε ένα κεφάλαιο που δεν θα ξαναγραφόταν ποτέ. Εμεινε στα χέρια της αδελφής μου, που το έδωσε για παλιοσίδερα μερικά χρόνια αργότερα.

Κι όμως — κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνα τα χρόνια, ο Γοδεφρείδος και το μεταχειρισμένο ντεσεβό ζωντανεύουν μέσα μου. Μεταλλικά, αθώα, πεισματάρικα. Μου θυμίζουν μέχρι σήμερα τι μαγκάκι ήμουν και πόσο όμορφα μεγάλωσα.

No comments: