Με πάθος και συγκίνηση...
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Μεγαλώνοντας στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο της Λευκάδας,
η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου για μένα δεν ήταν μια ακόμη σχολική γιορτή.
Ήταν μια εισαγωγή στην πικρή αλλά γενναία ιστορία της πατρίδας μου, μια
αυτονόητη μύηση στην ψυχή του τόπου μου. Κάθε Μάρτιο, ένιωθα πως ολόκληρο το
νησί άλλαζε ρυθμό· σαν να φυσούσε ένας αέρας προγονικός, γεμάτος φωνές, θυσίες
και όνειρα ελευθερίας.
Στην καρδιά αυτής της εμπειρίας βρισκόταν πάντα η ποίηση
του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Δεν ήταν τυχαίο. Ο Βαλαωρίτης ήταν δικός μας, ποιητής,
Λευκαδίτης. Κι εγώ, παιδί ακόμη, ένιωθα πως μέσα από τους στίχους του άκουγα
την ίδια τη γη μας να μιλά.
Όταν απήγγειλα με πάθος τον «Βράχο και το Κύμα»,
ένιωθα πως στεκόμουν εκεί παρακολουθώντας 400 χρόνια το κύμα να διαβρώνει
άλλοτε σιγά κι άλλοτε βίαια το βράχο,που συμβόλιζε την Τουρκική σκλαβιά. «Μέριασε
βράχε να διαβώ» , η παιδική καρδιά μου πάλλονταν με συγκίνηση και υπερηφάνεια
για τις ηρωικές στιγμές που έπλασε σε ποίηση ο Βαλαωρίτης, μετατρέποντας ακόμη
και τα στοιχεία της φύσης σε συνώνυμα του αγώνα για την ελευθερία.
Στον «Κατσαντώνη»,
η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, κόντευε να βγει απο το παιδικό σώμα μου. Η μορφή
του ήρωα, δεμένος, βασανισμένος, αλλά αλύγιστος, με στοίχειωνε. Δεν ήταν απλώς
ένα ποίημα· ήταν μια κραυγή υπερηφάνειας για το Γένος μου. Κάθε φορά που απήγγειλα
τους στίχους, ένιωθα πως η φωνή μου γινόταν συνέχεια της δικής του, σαν να
περνούσε μέσα από μένα η ίδια η φλόγα της αντίστασης.
Οι αίθουσες του σχολείου γέμιζαν με τις μορφές των ηρώων
του ’21. Με τους συμμαθητές και αργότερα στο γυμνάσιο με τις συμμαθήτριές μου
κόβαμε, ζωγραφίζαμε, στολίζαμε. Ο Κολοκοτρώνης με το βλέμμα του το αετίσιο, η
Μπουμπουλίνα με το στήθος περήφανο, ο Παπαφλέσσας με το πάθος του, ο Μιαούλης
με την ανδρεία του. Ήταν σαν μας καλούσαν στο ταξίδι της ιερής μνήμης,
υπενθυμίζοντάς μας πώς ‘θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία’.
Και μετά, η παρέλαση. Το βήμα μας, συγχρονισμένο,
σταθερό, ήταν μια υπόσχεση στην ιστορία της πατρίδας: ότι η αυτοθυσία για την
ελευθερία του έθνους ήταν αυτοσκοπός. Η γαλανόλευκη κυμάτιζε πάνω από τα
κεφάλια μας, κι εγώ ένιωθα ένα σφίξιμο στο στήθος, μια γλυκιά συγκίνηση που δεν
μπορούσα να εξηγήσω με λόγια. Η κατάθεση στεφάνου ήταν η πιο ιερή στιγμή.
Έσκυβα το κεφάλι και ένιωθα πως εκείνη τη στιγμή άγγιζα, έστω για λίγο, το
μεγαλείο εκείνων που θυσιάστηκαν.
Η ποίηση του Βαλαωρίτη δεν ήταν για μένα απλώς σχολική
υποχρέωση καθώς όφειλα να αποστηθίσω κάθε χρόνο τα μακρόσυρτα επικά ποιήματά
του με εκείνο το ρυθμό που τράνταζε τα σωθικά μου. Ήταν η γέφυρα που με ένωσε
με την ιστορία, με την ταυτότητά μου, με την ίδια την ψυχή της Λευκάδας και της
ελεύθερης Ελλάδας. Με έκανε να καταλάβω πως η ελευθερία δεν είναι δεδομένη, πως
η μνήμη είναι χρέος, και πως η λογοτεχνία μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία των σκληρών
αγώνων του 21 με λυρισμό και πάθος.
Κάθε εθνική επέτειος στο σχολείο ήταν ένα μάθημα ζωής.
Ένα μάθημα που κουβαλώ ακόμη μέσα μου, σαν πολύτιμο φυλαχτό.

No comments:
Post a Comment