ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Sunday, April 13, 2008

Ενα αισθησιακό βίντεο










Αφιερωμένο στο Ζερό


Ο Ζερό μου έδωσε την ιδέα να ποστάρω το βίντεο των Ψηλών Τακουνιών στο ιστολόγιο (μια και η Αλεφ αρνείται να μας πάιξει σινεμά). Το είχαν προετοιμάσει η Βιβή Κοψιδά- Βρεττού και η Αννα Κοψιδά με την τεχνική υποστήριξη του Νίκου Ζαμπέλη για την παρουσίαση του βιβλίου στην Α Τάξη του 1ου Λυκείου Λευκάδας, που έγινε στα μέσα Μαρτίου.

Ζήτησα τη βοήθεια απο τον καλό μου φίλο Ακμίνο, ο οποίος πήρε ώρες να φορτώσει το βιντεάκι στο Youtube μοιράζοντάς το σε τέσσερα υπο- βιντεάκια. Παρότι προσπάθησε να με καθοδηγήσει στα διαδικαστικά ,εγώ δεν τα κατάφερα γιατί δηλώνω σκράπας.

Ετσι σας παραθέτω τη διεύθυνση για να ανοίξετε το βίντεο και να το δείτε στο μαγικό Youtube.Μην παραπλανηθείτε απο τη διακοπή , ακολουθούν άλλες τρείς συνέχειες για να ολοκληρωθεί όλο το θέαμα.

Αν έχετε όρεξη για σκηνές απο μαθητική Λευκάδα του 70, για γυναίκες στην ωριμότητά τους, για Ψηλά Τακούνια, σας καλώ στην περιπέτειά μου.

Ευχαριστώ τον Ακμίνο για την προσπάθεια, τη δουλειά και την αφοσίωση. Και του χαρίζω ένα διαδικτυακό φιλί ευγνωμοσύνης.

http://www.youtube.com/watch?v=zsv6E07_KW8


Ψηλά Τακούνια στη ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ
Ακολουθεί ένα εκπληκτικό κείμενο της δρος Βιβής Κοψιδά-Βρεττού, το οποίο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση των Ελλήνων φιλολόγων με τον τίτλο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ (εκδόσεις Μεταίχμιο). Νιώθω βαθειά συγκίνηση που γράφτηκαν τέτοιες γραμμές για το ταπεινό μου έργο.
Κι ακόμη νιώθω περηφάνεια που μια σπουδαία ερευνήτρια σαν τη δρα Βιβή Κοψιδά -Βρεττού ρίχνει τέτοια βαθειά ανατομικά βλέμματα στις γραφές μου.




Λοξές ματιές στο εργαστήριο του συγγραφέα
Μια συνομιλία με το μυθιστόρημα της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη,
Ψηλά τακούνια για πάντα (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007


Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Ήταν η τρίτη φορά, τον Απρίλη του 2007 που είχα ξανά μιαν «επαγγελματική» σχέση με το έργο` και η προσδιοριστική αυτή έννοια δεν αφαιμάσσει την επικοινωνία από την πολλαπλή όραση που επιστρατεύεται ανάμεσα στο συγγραφέα και τους ήρωες, το συγγραφέα και τον αναγνώστη, τους ήρωες και τον αναγνώστη, τον κριτικό και συναισθηματικό λόγο, τον εμπράγματο ρεαλισμό της δημιουργίας και το κατορθωμένο σώμα της. Άλλωστε όλα τα παραπάνω, συνιστούν μια παράδοση υλικών και πνευματικών σχέσεων δημιουργών και αποδεκτών τους, καθώς σε διάρκεια «μακράς ιστορίας», αποκωδικοποιούν και παραδίδουν σε συνεκτική σκέψη, όποιες σκέψεις, χειρονομίες, συνεπείς ή πρωθύστερες κινήσεις κατασκευάζουν τα περιγράμματα μιας πορείας από τον έναν αφηγητή – το συγγραφέα, στους άλλους, τους πολλούς του συνοδοιπόρους.
Και τότε αθέατα, αυθόρμητα και μυστικά, μετέχουν όλοι μαζί, συγγραφείς και αναγνώστες, στις πηγές μιας φαντασιακής εμπειρίας, αποσπασμένης από τους ήρωες, μετακινημένης προς τα πάθη των δικών τους ζωών, όπου όμως έχει απαμβλυνθεί η ευτυχία και η δυστυχία τους, για να μείνει η λυτρωτική επήρεια μιας αυτόβουλης κάθαρσης.
Ο δρόμος μπορεί να είναι ένας` οι διαδρομές, ωστόσο, πολλαπλές και εναλλασσόμενες, όσες και οι ατομικές πείρες δημιουργών και δημιουργημάτων μέσα στον επανερχόμενο κυκλικό χρόνο. Όσα και τα εργαστήρια που δούλεψαν συντονισμένα στην παράδοση ή λύοντας αιφνίδια τη σχέση τους μαζί της. Για το άδυτο αυτών των εργαστηρίων δεν ισχύει καμία απόλυτη αποφθεγματική ρήση: του πυθαγόρειου Magister dixit , αλλά ο συνειδητοποιημένος, επεξηγηματικός, αποκαθαρμένος από την φαντασιακή εκτροπή της μυθοπλασίας λόγος, των κατασκευαστών της. Και προστίθεται και πολλαπλασιάζεται και συνομιλεί με ολοένα νεότερους, ατελείωτες σειρές, ευτυχώς, που θα εξομολογηθούν κι αυτοί στο χαρτί ή στον έμπιστο συνομιλητή, τη μαθητεία και τα προσαρμοσμένα στους δικούς τους τρόπους μυστικά της.
Σ’ αυτή την περίσταση επικοινωνίας με βασικά – και κοινά – ερωτήματα, που σμίγουν συγγραφείς και ανθρώπινες εμπειρίες δημιουργίας, θα προσπαθήσω να τοποθετήσω τα «Ψηλά Τακούνια» της Ιοσυτίνης Φραγκούλη – Αργύρη, προσφέροντας μια λεπτομερή διαδρομή από την πρώτη ύλη του δημιουργού ως το εξαίσιο κατόρθωμα του υλοποιημένου έργου.
Ερώτηση 1η: Από πού θα αντλήσουμε ιδέες για να γράψουμε μυθιστόρημα;
Θα απαντήσει ο Rainer Maria Rilke: Αποφύγετε τα μεγάλα θέματα και πιάστε αυτά που σας προσφέρει η καθημερινότητά σας. Πείτε για τις λύπες και τις επιθυμίες σας, τις φευγαλέες ιδέες σας και την πίστη σας στην ομορφιά, όποια και αν είναι αυτή – πείτε για όλα αυτά με ειλικρίνεια, γαλήνη και ταπεινότητα και, για να εκφραστείτε, μεταχειριστείτε τα πράγματα που σας περιβάλλουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις αναμνήσεις σας…. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε άγονοι και αδιάφοροι τόποι. Ακόμα κι αν ήσασταν στη φυλακή και οι τοίχοι της δεν άφηναν να φτάσει στ’ αυτιά σας κανένας ήχος από τον έξω κόσμο, δε θα σας απέμενε η ανάμνηση της παιδικής σας ηλικίας, αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός των αναμνήσεων;

Τον φέρει μέσα της αυτόν το θησαυρό η Ιουστίνη Φραγκούλη – Αργύρη και τον εναποθέτει κάθε φορά μαζί με την άοκνη σκευή της στους σταθμούς των αειθαλών διαδρομών της. Αρχείο προσωπικών ταξιδιών από την άγουρη ζύμη του παιδικού και του εφηβικού συλλαβισμού, σκευοθήκη όπου χωράνε άθικτες δέσμες από πρόσωπα, συμβάντα και πράγματα σε μιαν απείραχτη ευκρίνεια – αυτή που η μνημονική πολυχρησία στις άκοπες ανακλήσεις της κατοχυρώνει. Και δεν διαφεύγουν από τη βελούδινη εξουσία της, ίδια μ’ αυτή που σεβάστηκε στο σχολείο της, ίδια με την απείθαρχη του ταλέντου της να στοιχίζει σε άλλη σειρά, με άλλη τάξη μιαν ύλη τόσο διαπεραστική και ολοκληρωμένη που μεταθέτει την ατομική γνωριμία του κόσμου της σε γνωριμία όλων με τον δικό μας κόσμο. Έξι συμμαθήτριες: Μαρία, Έμυ, Αθηνά, Καίτη, Νάνσυ και Τζούλια σε απροσδιόριστο του χρόνου και των τόπων τους ρυθμό, από την ώρα που χτυπάει το τελευταίο τρομερό κουδούνι του σχολείου – της τελευταίας τάξης – για να τους υπαγορέψει το τρελό στροβίλισμα στον αυλόγυρο του σχολείου τους που ανασήκωσε αδιάκριτα τη σχολική ποδιά για να αποκαλύψει την παρθενική εκκίνηση της νιότης τους.
«Η γεροντοκόρη καθηγήτρια των Ελληνικών μισάνοιξε τη γρίλια του γραφείου και κοίταξε οργισμένη τις νεαρές μαθήτριες που τσαλάκωναν το απολυτήριο στα ιδρωμένα τους χέρια για να κρατηθούν σ’ ένα χορό παράταιρο με την ηλικία τους. Αγανάχτησε με το σύννεφο της σκόνης, αλλ’ αναγκάστηκε να κλείσει το τζάμι χωρίς να τους κάνει παρατήρηση. Άλλωστε, μόλις είχαν αποφοιτήσει. Δεν ανήκαν πλέον στην δικαιοδοσία της.
Από αυτό το σημείο αρχίζει η δικαιοδοσία της συγγραφέως και ως την άρρητη «στροφή για τα σαράντα», το ραντεβού που ώριζε τότε το αινιγματικό και άδηλο περιεχόμενο της ενηλικίωσής τους. Η λαογραφία του μαθητικού φολκλόρ της δεκαετίας του 60-70, η ομοιομορφία της ποδιάς που κανοναρχεί την ιστορία του μαθητικού ήθους, θα παραδοθεί στη συγγραφέα ως υλικό αφήγησης σε μια πειθαρχημένα ελεύθερη διασκευή με αντιμεταθέσεις και πρωθύστερα, όπου όμως συνεκτικές σχέσεις με την αλήθεια τους, οι ιστορίες των έξι συμμαθητριών θα την ακολουθούν και θα την αιχμαλωτίζουν μέσα στην ασφυκτική ενηλικίωση των ψηλών τακουνιών τους. Αγωνίες, φόβοι, σπουδές, αποτυχίες, έρωτες, καριέρα, πολιτικοποίηση, ωρίμανση, οικογένεια, ματαιότητες και προσδοκίες, διάψευση –μόνη αταθερά, η φιλία: θέματα της απλής ζωής και η κοινωνική ρητορική τους, διασταυρώνονται πότε σε παραλληλίες, πότε σε συγχωνεύσεις παιγνιώδεις ή σκυθρωπές στο δρόμο τους για τα σαράντα, πορτρέτα εξατομικευμένα και ομαδικά στην ψυχογραφία και τη δημογραφία του κάδρου τους: το μικρό νησί, η Αθήνα, το Παρίσι, ο Καναδάς: γεωγραφίες προσαρμογής στο κάδρο της ατομικής τους συντυχίας, που λέγεται ζωή, και έχει άλλο νόημα, άλλη ύλη για την καθεμιά τους.

Ερώτηση 2η: Πως προκύπτει η ιδέα ενός μυθιστορήματος;
Παρεμβαίνει ο Jean Echenoz: Συνήθως ξεκινάει από μια σκηνή. Υπάρχει μια σκηνή που την έχω ήδη στο μυαλό μου…. αλλά έχει περάσει πολύς καιρός, πολλά χρόνια προτού ξεκινήσω τελικά το βιβλίο. Αυτή είναι η σκηνή που θέτει τα πράγματα σε κίνηση. Υπάρχει αυτή και μετά προκύπτει μια ολόκληρη σειρά από πράγματα: χαρακτήρες, περιγραφές, διάλογοι.

Εδώ, θα είναι η αποτρόπαια σκηνή της αυτοκτονίας του Τηλέμαχου Παπαμηνά – του πατέρα της Τζούλιας, της ξενιτεμένης από τότε στον Καναδά Τζούλιας, όταν πρώτη αυτή ανακάλυπτε, με μια περιελισσόμενη στον άπειρο χρόνο μοναξιά – σαν την ασπρόμαυρη εξπρεσιονιστική «Κραυγή» του Μουνκ – τον πατέρα της να πλέει σε λίμνη αίματος μέσα στην μπανιέρα του σπιτιού τους. Και ήταν τότε, ακριβής η μέρα που άφηναν τις παιδικές, τις εφηβικές σαγιονάρες με τα ξυλοτάκουνα της προσποίησης, για ν’ αρχίσουν να χαράσσουν, χωριστά η καθεμιά, το δικό της βηματισμό πάνω στη μοίρα των ψηλών της τακουνιών. Και να εγγράφουν ανεξίτηλα πάνω σ’ αυτά τον χρονικό ορίζοντα – εκεί στη στροφή γα τα σαράντα – που θα συμφιλίωνε τότε τους διαφορετικούς ρυθμούς των τόπων και των χρόνων τους, των προσδοκιών και των ματαιώσεων, την άδηλη αλφαβήτα της ζωής τους.
Η αυτοκτονία του Τηλέμαχου Παπαμηνά, μέσα στα εικοσιδύο ανυπόμονα χρόνια τους, θα παίξει το ρόλο της αιφνίδιας και απρόσμενης ρήξης στην ιστορία, που επιβάλλει την ανατροπή και παραλύει την ευστοχία και τη σιγουριά κάθε προβλεπόμενου στοχασμού. Κι ενώ το ταξίδι των συμμαθητριών – και της Τζούλιας – θα εκδιπλώνεται με την ακρίβεια ενός αδιάκριτου φακού, που ξέρει να εστιάζει σε πρόσωπα και περιβάλλοντα, να ξεκλειδώνει σκέψεις που έχουν ενδυθεί πια την αμετανόητη σιγουριά της νοοτροπίας, ο μελανός παροξυσμός πόνου από κείνο το γεγονός, θα κατασταλάξει στον ψυχογραφικό εξπρεσιονισμό του κόκκινου πάνω στα εικαστικά τοπία της Τζούλιας. «Είχε γίνει η ιέρεια του κόκκινου: Οι σπουδαιότερες γκαλερί ολόκληρης της χώρας φιλοξενούσαν τα έργα της Ελληνίδας, που έβαφε τα ποτάμια, τις λίμνες, τις θάλασσες με κόκκινο χρώμα» μεταγλωττίζοντας αφαιρετικά το ακινητοποιημένο στιγμιότυπο της πληγής της.
Και η «επαναληπτική αφήγηση» - σε μια πολλαπλή εσωτερική εστίαση – θα περιφέρει κάθε φορά το γεγονός και θα το εγκαθιστά με διαφορετική σήμανση στα μεταβαλλόμενα εσωτερικά και εξωτερικά τοπία της ζωής των έξι συμμαθητριών: όπου η πρώτη οικείωση με το χρόνο και τη ζωή τους, ελεύθερη, εκφραστική, αφαιρετική από την ιδιόλεκτο των ρεαλισμών της καθεμιάς, θα πραγματωθεί στο άβατο του πειραματικού καμβά της Τζούλιας.
«Τις ζωγράφισε και τις έξι μαζί με λατρευτική πιστότητα. Τις ζωγράφισε ακίνητες, σοβαρές, έτοιμες για το μέλλον. Τις ζωγράφισε χαλαρές, παιχνιδιάρες, ανυποψίαστες για το αύριο. Τις ζωγράφισε με τις ποδιές φτιαγμένες από σίδερο, θαρρείς. Τις ζωγράφισε να κολυμπούν, να πετούν, να παίζουν, να ψιθυρίζουν η μια στ’ αυτί της άλλης. Τις ζωγράφισε να τις χωρίζει ένας ποταμός αίματος…» (σ.165)

Ερώτηση 3η: Πώς οικοδομώ το έργο μου; Πρέπει να φτιάχνουμε πρώτα ένα λεπτομερές διάγραμμα;
Θα σημειώσει ο Micheli Butor: Ξέρω που πηγαίνω, αλλά δεν έχω ιδέα πως θα πάω!... Για να γράψω ένα μυθιστόρημα πρέπει πρώτα να έχω μελετήσει την πλοκή του για πολλούς μήνες. Στο ξεκίνημα, υπάρχει πάντα μια σκοτεινή ζώνη που πρέπει να διαλευκάνω, μελανά σημεία που πρέπει να ξεκαθαρίσω. Για να καταφέρω να δω καθαρά, συγκεντρώνω καταρχάς κάθε είδους προσχέδια. Εφοδιασμένος μ’ αυτά τα εργαλεία, μ’ αυτές τις πυξίδες, αρχίζω την εξερεύνησή μου…

Κάπως έτσι δομείται το μυθιστόρημα της Ιουστίνης Φραγκούλη – Αργύρη. Ένα ατακτοποίητο υλικό μνήμης – όπως οι καρτερικές αρχειακές δεσμίδες – περιελίσσεται γύρω από πρόσωπα – χαρακτήρες, περιστάσεις γεγονότα, παίρνει ρυθμό από συναισθήματα και προσμονές, από διαψεύσεις και ματαιώσεις. Πορεύεται απλά μέσα στο χρόνο, ενδύεται το συνεκτικό ένδυμα των έξι ατομικών ιστοριών, που πρέπει μέσα σε μιαν αρχιτεκτονημένη συνεκτικότητα να βρουν τον κοινό βηματισμό: την τελεολογία της αφηγηματικής τέχνης της συγγραφέως. Γι’ αυτό εκείνη αποταμιεύει την πείρα τους, την πείρα της γνωριμίας των έξι συμμαθητριών και την οικείωση με τον κανόνα της ζωής και της σκέψεις τους, την έρρυθμη αντιστοίχιση με την «μυθιστορία του γυναικείου λόγου», κι αυτή με την κουλτούρα και το ήθος της εποχής, των εποχών. Αρχιτεκτονεί σε παλίνδρομα σχήματα και διαδρομές, με κάθε λεπτομέρεια το χρόνο και τα συμβάντα τους, σχεδιάζει την ευθύγραμμη πορεία της καθεμιάς στο περιτύλιγμα της ζωής της, ορίζει την αφηγηματική περίσταση μιας μυθιστορηματικής συνάντησης, που κυκλικά, με μιαν απίθανη γεωμετρία, θα ταυτίσει το υπεσχημένο ραντεβού της τελευταίας μέρας του σχολείου με την πράξη μιας κάθαρσης στο δραματικό καμβά που συνέχει τις ιστορίες τους.
Η συγγραφέας ξέρει καλά τις ηρωίδες της, χρόνια ολόκληρα θα τις σπουδάσει: θα ψαύει υπομονετικά τα μυστικά και τα πάθη τους, θα ψηλαφίσει τις σχέσεις τους και τη δική της σχέση μαζί τους` τους τόπους, την εποχή – δικτατορία, μεταπολίτευση – και τα όρια της εξουσίας της… και ταυτόχρονα θ’ αρχίσει να μυθιστορεί. Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ως ετεροδιηγηματικός αφηγητής, με ποικίλη αλλά και πολλαπλή εστίαση, θα χαράσσει τη γεωμετρία της μυθοπλασίας της, επιλέγοντας τους τρόπους που οι τεθλασμένες της ζωής των συμμαθητριών, θα σμίξουν στην καμπύλη όπου ενώνονται οι παροντικοί με τους παρελθοντικούς χρόνους.

Ερώτηση 4η: Πώς χρησιμοποιούμε τις λέξεις;
Θα απαντήσει ο Bernard Clavel: οι λέξεις είναι εδώ για να δώσουν μια ευκαιρία στα συναισθήματά μας` να περάσουν αυτή την τάφρο που μας χωρίζει από το κοινό μας… επ’ ουδενί να μην τις θεωρήσουμε άβουλα πιόνια, αλλά μάλλον αιώνιους επαναστάτες. Το να επιλέγουμε μια λέξη είναι καταρχήν μια προσπάθεια να ψαρέψουμε την πιο σωστή, αυτή που ταιριάζει περισσότερο σ’ αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε. Όποτε όμως παρουσιάζονται πολλές λέξεις που διεκδικούν τον ίδιο ρόλο, θα πρέπει να επιλέξουμε την πιο απλή… οι εξονυχιστικές έρευνες και η επιθυμία για πρωτοτυπία σκοτώνουν το ρυθμό και τη ζωή.

Δεν «σκότωσε» γι’ αυτό τις ηρωίδες της η συγγραφέας. Παρακολούθησε τη βίβλο της ζωής τους να εκδιπλώνεται μέσ’ από τις «λέξεις» της τέχνης της, τη γλώσσα την απροσποίητη της αφήγησης, την αστόλιστη των διαλόγων τους. Η συμπεριφορά τους είναι ταυτόχρονα συμπεριφορά των λέξεων, που τις περιοδολογεί ανάλογα με την περίσταση και τη συγκυρία της νέας, κάθε φορά, φάσης της «ιστορίας» τους. Χωρίς να στρέφεται στην επιτήδευση μιας ιδιαίτερης μανιέρας, προτείνει τη γλώσσα της ως μια πολιτισμική έννοια, ταυτισμένη με τον ψυχισμό της εποχής και του φύλου της, μεταγλωττίζει φυσικά το ύφος της καθημερινότητας των ηρωίδων της. Έτσι, η γλωσσική αισθητική του έργου μεταποιείται σε προσωπική αισθητική των χαρακτήρων, σε πολιτισμική αισθητική μιας ολόκληρης εποχής – από το αρχαιοπρεπές «προϊόντος του χρόνου» που η βαρύτητά της διαπερνούσε ακόμα και την προσωπική ανέμελη αλληλογραφία` ως το «εσένα σου έκατσε έτσι» την αντιγραμμένη από το σημερινό σχολικό αυλόγυρο, χαριτωμένα αναιδή εφηβική αργκό.

Ερώτηση 5η: Υπάρχει συνταγή για να γράψει κανείς μπεστ-σέλερ;
Θα απαντήσει η Patricia Highsmith: … Κάθε φορά, προσπαθώ να γράψω ένα βιβλίο που θα κινήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα, που θα τον κάνει να γυρίσει στην επόμενη σελίδα και να συνεχίσει το διάβασμα… Δεν υπάρχει μυστικό συστατικό, ούτε μαγική φόρμουλα που να εγγυάται την επιτυχία. Το μόνο μυστικό ενός μυθιστοριογράφου έγκειται στην ατομικότητά του, στην προσωπικότητά του.

Το ταξίδι των έξι κοριτσιών μέσα στα γεγονότα της ζωής τους βαστάει 22 χρόνια – είναι αυτή η χρονική τάξη της ιστορίας – των ιστοριών τους. Η άλλη τάξη, της κειμενικής αφήγησης, έρχεται με την τέχνη της συγγραφέως, μέσ’ από τις χρονικές της ασυμφωνίες: προλήψεις και αναλήψεις, που μετατρέπουν τις 300 περίπου σελίδες του βιβλίου της, σε ανυπόμονη διαδρομή μέσ’ από εξημερωμένα γυναικεία επύλλια της καθημερινής αγωνίας, καθώς την παρακολουθούμε να ανελίσσεται και να κατασταλάζει σε νησίδες διαχρονικής ανθρωπιάς. Κάθε επαγωγή, επομένως, σχετικά με το ερώτημα, έχει πάρει τη λογική της ακολουθία.-

Wednesday, April 9, 2008

Πολυσχιδής και ακούραστη με υγρή ματιά αυτή την άνοιξη



Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Τη γνωρίζω απο τη συναδελφική αγορά εδώ και χρόνια. Είναι αλήθεια πως με τρόμαζε η σοβαρότητα στην όψη της, το μελαγχολικό της βλέμμα αλλά και η πολυγραφότητά της.

Η Ελένη Γκίκα-Αλεφ, υπεύθυνη για το βιβλίο στο Εθνος και ενοχρηστρωτής της ελληνικής λογοτεχνικής σειράς στον εκδοτικό οίκο των αγαπημένων μου παιδικών βιβλίων, την «Αγκυρα», έχει γίνει η οικοδέσποινα του καθημερινού πρωινού καφέ μου στο μπλογκοσαλόνι της, όπου υπογράφει ως Αλεφ.

Λατρεύω τα γραφόμενά της σχετικά με τα βιβλία του κόσμου. Εχει μια οπτική που αποπνέει αισιοδοξία, ηρεμία και αυτογνωσία. Δεν γράφει για να καταγγείλει τα τρωτά των άλλων αλλά για να εξάρει τα όμορφα στοιχεία των βιβλίων που πέφτουν στην αγαπητική της ανάγνωση (και είναι πάμπολλα, πιστέψτε με!)

Ταυτόχρονα γράφει αφ’ εαυτής, καταθέτει όσα της ιντριγκάρουν το μνημονικό, το θυμικό, την ψυχολογία. Ο οίστρος της εκφράζεται στην ποίηση, τα πεζογραφήματα (διηγήματα και μυθιστορήματα) και τελευταία στο παιδικό βιβλίο.

Εχοντας διαβάσει αρκετά απο τα βιβλία της θα την κατέτασσα στους πολυσχιδείς συγγραφείς, που δεν ικανοποιούνται απο τη φορμαλιστική ψευδαίσθηση μιας μονοδιάστατης γραφής αλλά αναζητούν την έκφραση σε όλους τους πιθανούς τρόπους των λέξεων, των προτάσεων, των σύνθετων έργων.

Τελευταίο μου και πιό πρόσφατο ανάγνωσμα « Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω» (Εκδόσεις Αγκυρα). Είναι ένα πόνημα περίπου αυτοβιογραφικό με μια σπαρακτική εσωτερική ματιά για τα ανθρώπινα συναισθήματα: απο τη συστολή, μέχρι τον έρωτα, τις θάλασσες και τα ταξίδια, τη μοναξιά, τη συνεύρεση η Ελένη Γκίκα σε αυτό το μυθιστόρημα- που μοιάζει περισσότερο με πεζοποίημα- εμβάλλει τον αναγνώστη της στην πολυδιάστατη αναρώτησή της για τις μεγάλες ανθρώπινες στάσεις . Και πάντα με ένα τρόπο ευρηματικό, αυτή τη φορά μέσα απο την διπλή προσωπικότητα της ηρωίδας της.

Και η γενναιοδωρία της προς τους συγγραφείς που τη σημαδεψαν κι αυτή παρούσα είναι στο εν λόγω βιβλίο, καθώς η Ελένη Γκίκα αυτοπροσδιορίζεται μέσα απο τους Ελληνες συγγραφείς που αγάπησε και αγαπά.

Ομως δεν θέλω να πώ περισσότερα γι αυτό το βιβλίο, καθώς η πολυγραφότατη Ελένη Γκίκα κατέρχεται στη λογοτεχνική αγορά αυτή την άνοιξη με ένα βιβλίο υγραμένο απο τα δάκρυα, την αγωνία, τη θάλασσα και το μυστήριο. Τίτλος του «Υγρός Χρόνος» (εκδόσεις Αγκυρα 2008)

Επειδή είμαστε συνοδοιπόρες τούτη την εποχή στο εκδοτικό γίγνεσθαι, επειδή παρεπιδημήσαμε στο Παρίσι αρχές αυτής της άνοιξης, επειδή οι αναφορές μας έχουν κοινό παρονομαστή τη συντριβή της απώλειας, ήθελα να της αφιερώσω μιαν ευχή: Καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο Ελένη. Αυτό το υγρό τζάμι στο Παρίσι της βροχής είναι το τίμημα του ταξιδιού: Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πώς θα γυρίσεις απο ένα ταξίδι!, όπως έγραψες κι εσύ.


Υγρός Χρόνος
Ελένη Γκίκα (εκδόσεις Αγκυρα)

Μια ιστορία για έναν άντρα που φοβόταν τις θύελλες, για μια γυναίκα που της έμελλε να φύγει, για μιαν άλλη που πέτρωσε περιμένοντας, για κείνη που όταν διαβάζει Ρεμπώ τον θυμάται, για την μεγάλη απούσα που όταν επιστρέφει είναι πάντοτε αργά. Για την Μεγάλη Τραγική που επικοινωνεί μαζί του και μετά θάνατον με «Υγρές Σελίδες». Τους συνδέει εξάλλου ένα κοινό παρελθόν- μυστικό.
Διότι εντελώς ξαφνικά, μια μέρα με χειμωνιάτικη λιακάδα, ένας άντρας πνίγεται και πέντε γυναίκες θα χρειαστεί μέσα σε τρεις μέρες να ανασυναρμολογήσουν τον κόσμο. Μαζί με ένα παιδί, τον αστυνόμο κι εκείνον με το περίεργο σημάδι που είχε τρέλα με τις μηχανές.
Ένα βιβλίο για τον φόβο και τις επιδιώξεις, για την επιθυμία και τις ενοχές, για τον έρωτα που καταστρέφει και την αγάπη που σώζει, για τον θάνατο που είναι και ο μεγάλος ερωτικός, για τα βιβλία που κρατούν τα κλειδιά και λύνουν το αίνιγμα. Για τους αναγνώστες που, όπως είπε ο Μπόρχες «είναι κύκνοι πιο μαύροι και πιο σπάνιοι κι απ’ τους καλούς συγγραφείς». Για τις επισφαλείς βεβαιότητες και τους νομοτελειακούς κανόνες ενός αβέβαιου, θαυμαστού κόσμου. Για αινιγματικές απαντήσεις σε αυτονόητες ερωτήσεις που δεν έγιναν ποτέ. Για την αλήθεια που είναι φως και φωτιά, αναλόγως….

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα




Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στο Κορωπί. Με απιστία κάποιων χρόνων στην Αθήνα. Το μόνο που έμαθε σ’ αυτή τη ζωή (και που κάνει κέφι να κάνει) είναι να διαβάζει. Βιβλία, Μανιωδώς. Από δίψα γραφής έγραψε κιόλας: Μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κριτικές σε περιοδικά κι εφημερίδες. Δημοσιογράφος είναι, ξεκίνησε από το «Αντί» και το «Φαντάζιο», όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό. Για δέκα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στις Εικόνες. Και με αντικείμενο το βιβλίο πάντοτε, εδώ και 15 χρόνια, στο «Έθνος της Κυριακής». Έχει την επιμέλεια της νεοελληνικής σειράς στις εκδόσεις «Άγκυρα». Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές, δυο συλλογές με διηγήματα, εννιά μυθιστορήματα, έναν τόμο με συνεντεύξεις και ένα παραμύθι. O «Υγρός Χρόνος» είναι το δέκατο μυθιστόρημα.

ΕΡΓΑ ΤΗΣ:

ΠΟΙΗΣΗ:
«Σηματοδότες», 1984
«Δρασκελιές», Θεωρία, 1988
«22 χρωματικές μεταμφιέσεις και 11 αιρετικά ποιήματα», Δωδώνη, 1992
«Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα», Φιλιππότη, 1996
«Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι», Φιλιππότη, 1997
«Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα», Φιλιππότη, 1998
«Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα», Άγκυρα, 2000
«Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω» Άγκυρα, 2002
«Εν αταξίαις άτακτοι όντες» Άγκυρα, 2006
«Το γράμμα που λείπει» (υπό έκδοση)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:
«Όνειρα από Toplexil», Φιλιππότη, 1997
«Εάν ο Καρυωτάκης παντρευότανε την Πολυδούρη», 1998
«Μια καρδιά στο στομάχι» (υπό έκδοση)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ:
«Αλήθεια, τα τρως ακόμα τα νύχια σου;», Φιλιππότη, 1996
«Αναζητώντας τη Μαρία», Άγκυρα, 1998
«Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;», Άγκυρα, 1999
«Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου», Άγκυρα, 2001
«Το αίνιγμα του Άλλου», Άγκυρα, 2003
«Οι κούκλες δεν κλαίνε», Άγκυρα, 2004
«Χαίρε, παραμύθι μου», Άγκυρα, 2005
«Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς», Άγκυρα, 2006
«Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω», Άγκυρα, 2007
«Υγρός Χρόνος», Άγκυρα, 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ:
«Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», Φιλιππότη, 1998
«Άρον, άρον εγέννετο αύριο» (υπό έκδοση)

ΠΑΡΑΜΥΘΙ:
«Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα», Άγκυρα, 2007

Sunday, April 6, 2008

Παρίσι Για Πάντα



Μια πινελιά πολυτέλειας. Καφεδάκι στο Ritz για να φρεσκαρισθώ στα απόλυτα μπουντουάρ της τουαλέτας του.


Πύργος του Αιφελ, να τον κοιτάς και να μην τον χορταίνεις ποτέ!


Μου αρέσουν τα καρουσέλ, που έχουν σκορπισθεί σε όλες τις πλατείες του Παρισιού εσχάτως.


Παναγία των Παρισίων, πάντα μυστηριώδης και άσυλο μιας Εσμεράλδας και σπίτι ενός Κουασιμόδου έναν αιώνα και μετά τον Βίκτωρα Ουγκό.


Ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα χλωμό στους κήπους του Λούβρου.

Παρίσι για Πάντα

Αφιερωμένο στην Αλεφ

Σήμερα είναι η πρώτη ανοιξιάτικη μέρα στο Μόντρεαλ κι έτσι ξεχυθήκαμε στο βουνό να θαυμάσουμε τη φύση, που εξακολουθεί να είναι σκεπασμένη απο το λευκό χιόνι του χειμώνα.

Φάινεται πως το τοπίο έχει ακινητοποιηθεί πλήρως, πως έχει παγιδευτεί στον αιώνιο χειμώνα. Ετσι για να παρηγορηθώ λοιπόν ανέτρεξα στις φωτογραφίες του Παρισιού, που καταθέτω σε όλους τους μπλογκογείτονες ως φόρο τιμής σε μια πόλη, που δεν με έχει διαψεύσει ποτέ.

Κι αυτή τη φορά το Παρίσι ήταν γεμάτο συγκινήσεις. Βόλτες στους μπουκινίστ του Σηκουάνα, επίσκεψη στο Palais Royal για την έκθεση των αντικειμένων της Μαρίας Αντουανέτας, περιήγηση στο λαμπρό Δημαρχείο, ματιές στην Place Vandome για τα μεγάλα κοσμηματοπωλεία, γρήγορη βόλτα στις Galleries Lafayettes, περπάτημα στο St Germain, μια στάση για καφέ στο Café Flore. Και φυσικά η υποχρεωτική βόλτα απο το Σαλόνι του Βιβλίου, που φέτος ήταν πολύ φτωχό σε ιδέες.

Κι ύστερα οι νύχτες ήταν όλο παρέες και καλό φαγητό. Απο Αντρίκο μέχρι Νικό και Χριστινά και Αντρομάχη και Γιώργο και Αννέτα, μια χαρά χαρούμενοι όλοι μας και ξένοιαστοι. Ετσι είναι το Παρίσι, πανέμορφο , δεν έχεις βλέμμα αρκετό για να το κοιτάζεις. Κι ακόμη είναι μεγαλόπρεπο, αρχοντικό κι ας έχει ανακατευτεί με τα ρατσιστικά προβλήματά του.

Ιουστίνη

Wednesday, April 2, 2008

Κυκλοφορεί το Ημερολόγιο Αβάνας



Το βιβλίο αυτό είναι:
Αφιερωμένο στο γιό μου Αλέξανδρο με την ευχή να πετάει πάντα σε μακρινούς ορίζοντες!



Εκδόσεις Ηλέκτρα

Νικ. Πλαστήρα 119, 17122, Νέα Σμύρνη, Αθήνα
Τηλ. 210 9414010, φαξ: 210 9414034
www.electrabooks.com


Μπορείτε να μπείτε στο μπλόγκ του Κυκλάμινου να δείτε τις έγραψε η Ελένη Γκίκα στο Εθνος της Κυριακής για το βιβλίο μου. Τις ευχαριστώ και τις δύο.

http://kiklaminovounou.blogspot.com/
















Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΒΑΝΑΣ
Η Κούβα στο Λυκόφως του Κάστρο



Επιμέλεια: Κυριάκος Αθανασιάδης
Πρώτη έκδοση: Απρίλιος 2008
Φορμάτ: μαλακό εξώφυλλο
Σελίδες: 135
Τιμή: 13,00 Ευρώ
Φωτογραφίες: Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη
Σχεδιασμός εξωφύλλου: Leyla Argun
Φωτογραφία εξωφύλλου: Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη
Χορηγός έκδοσης: Monogram
ISBN: 978-960-6627-94-1





Η Αβάνα των τελευταίων ημερών του Φιντέλ Κάστρο στην εξουσία. Η μεγαλοπρεπής αλλά και ξεφτισμένη, καθημερινή αλλά και παράφορη Αβάνα της οργιαστικής μουσικής, των αξεπέραστων πούρων, των καλλιτεχνών του δρόμου, των ιερειών της νύχτας και του έρωτα, των μυθικών μπαρ, της νέας ηθικής της τουριστικής εποχής, δοσμένη κινηματογραφικά, πλάνο πλάνο, από την πένα και τον φωτογραφικό φακό της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη.

Η συγγραφέας αφουγκράζεται τους ήχους της πόλης, καταγράφει την ομορφιά τής αρχιτεκτονικής της, ρουφά ηδονικά τα αρώματα της Καραϊβικής, ανακαλύπτει στους Έλληνες της Κούβας, αποτυπώνει την αθλιότητα της καθημερινής συνθήκης, περιδιαβαίνει τα σοκάκια της Αβάνας, συνομιλεί με δυτικούς επισκέπτες, αποκρυπτογραφεί τη νέα τάξη πραγμάτων στο λυκόφως του ηγέτη της Φιντέλ Κάστρο, λίγες μέρες πριν παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ.

Προσωπικό, βιωματικό, ήρεμα διεισδυτικό, το Ημερολόγιο Αβάνας είναι εν τέλει μια κατάθεση για την ιστορική συγκυρία στην Κούβα του σμαραγδένιου πελάγους και των αιώνιων φοινικόδεντρων.



ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη γεννήθηκε στη Λευκάδα, όπου τελείωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση. Απόφοιτος του Πολιτικού Τμήματος της Νομικής Αθηνών, δημοσιογραφεί από το 1983 σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί κατά διαστήματα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς (ΕΡΑ, Sky, Flash 9.61, Αθήνα 9.84), καθώς και στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ). Από το 1989 ζει και εργάζεται στο Μόντρεαλ του Καναδά ως ανταποκρίτρια του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων και της κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (για το περιοδικό Έψιλον). Είναι συνεργάτρια των λογοτεχνικών περιοδικών Διαβάζω και Δέκατα. Απασχολείται ταυτόχρονα στο τοπικό ραδιόφωνο και στα διάφορα ομογενειακά μέσα στου Καναδά και της Αμερικής. Παράλληλα με τη δημοσιογραφική και συγγραφική της δραστηριότητα, είναι γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του «Ιδρύματος Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων για την Ελληνική Παιδεία και τον Πολιτισμό» με έδρα τη Νέα Υόρκη. Πρόσφατα έγινε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων του Κεμπέκ. Είναι παντρεμένη με τον επιχειρηματία Θεόδωρο Αργύρη κι έχει ένα γιο , τον Αλέξανδρο. Συγγραφικό έργο: Το πρώτο της βιβλίο, Η Μοναξιά ενός Ασυμβίβαστου (εκδ. «Εξάντας», 2000), αποτελεί την επίσημη βιογραφία του πρώην Αρχιεπισκόπου Αμερικής Σπυρίδωνος (The Lonely Path of Integrity, Exandas Publishers, 2002). Ακολουθούν: το μυθιστόρημα με τίτλο Πετάει, πετάει το σύννεφο (εκδ. Ψυχογιός, 2003), Στις Αγορές του Κόσμου: Επώνυμες Ευκαιρίες και Μικρές Αναλώσιμες Ιστορίες (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2004), Παρακαταθήκη –The Legacy (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2005), μια δίγλωσση έκδοση με επιλεγμένους λόγους του πρώην Αρχιεπισκόπου Αμερικής Σπυρίδωνος, και το μυθιστόρημα Ψηλά Τακούνια για Πάντα (Εκδ«Ελληνικά Γράμματα», 2006).


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Παίρνω το λεωφορείο του ξενοδοχείου για την Παλιά Αβάνα. Είμαι μονάχη μου με τον μουλάτο οδηγό. Ο οχτάχρονος γιος του στο πρώτο-πρώτο κάθισμα κοιμάται. Μου εξηγεί πως τον μαζεύει από το σχολείο στις τέσσερις το απόγευμα και τον πηγαινοφέρνει με το λεωφορείο ώς τις οχτώ που γυρίζει η μάνα του απ’ τη δουλειά. Ο μικρός μελετάει τα μαθήματά του από τις οχτώ ώς τις έντεκα κάθε νύχτα.
Μου μιλάει στα αγγλικά με βαριά προφορά και μου εκθειάζει τον υπέροχο ήχο της ελληνικής γλώσσας. Η Ταλία (Θάλεια) είναι η Ελληνίδα που ξεναγεί γκρουπάκια του ξενοδοχείου από την Ελλάδα και συνεργάζονται. «Καλό κορίτσι», μου λέει. Μου εξιστορεί πως στον Καναδά ζουν μια πρώην γυναίκα του και μια κόρη του, παντρεμένη, και πως περνούν υπέροχα στον δυτικό κόσμο της ανάπτυξης. Εντέλει, ομολογεί με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου πως έχει κάνει κιόλας πέντε γάμους κι ας είναι μόλις σαράντα πέντε χρονών.
«Εδώ είναι εύκολο να πάρεις διαζύγιο», με ενημερώνει. «Πληρώνεις μόνο ογδόντα δολάρια για να απαλλαγείς από μια γυναίκα. Εμείς οι Κουβανοί είμαστε θερμοί, δε μπορούμε για πάντα με την ίδια ερωτική σύντροφο όπως εσείς οι Ευρωπαίοι», συνεχίζει.
Αισθάνομαι πως με φλερτάρει, αλλά πραγματικά μού προκαλεί αποστροφή αυτή η επιθετικότητα του αρσενικού προς τη λευκή γυναίκα.
«Είσαι μπονίτα», μου λέει ξαφνικά. Πόσο επαναλαμβανόμενο και βαρετό κομπλιμάν στην Αβάνα!
Σωπαίνω. Από το παράθυρο περνάει μπροστά μου η παραλιακή λεωφόρος, με τη θάλασσα ν’ απλώνεται στο βαθύ πέλαγος. Ο κόσμος περπατάει στο φαρδύ πεζοδρόμιο με αμεριμνησία. Μοιάζει να ζει το σήμερα χωρίς καμιά έγνοια για τα μελλούμενα.
Από τη δεξιά πλευρά τα κυβερνητικά κτήρια, ψηλά και άχαρα, με καταθλίβουν. Παντού φυλάνε στρατιώτες και η κουβανέζικη σημαία ανεμίζει, κατακόκκινη με το κίτρινο αστέρι στη μέση. Περνάμε μπροστά από την κεντρική πλατεία της Παλιάς Αβάνας, όπου δεσπόζει το ανακαινισμένο Καπιτώλιο και η φθαρμένη από το χρόνο όπερα. Πιο πέρα λάμπει κυριολεκτικά μέσα στο μοντερνισμό της γυάλινης κατασκευής του το Μουσείο της Επανάστασης με τα άφθαρτα τανκς και τα όπλα των επαναστατών του Κάστρο. Όλα εδώ θυμίζουν πως η Επανάσταση καλά κρατεί και πως δεσπόζει των εντυπώσεων αυτής της πόλης.

Monday, March 31, 2008

Δυό πατρίδες, δυό ιστορίες!



Θεία Ντένη, Τέντ , Αλέξανδρος: δυό πατρίδες, δυό ξενητειές!




Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Γιορτάσαμε κι εφέτος αντανακλαστικά το περασμένο Σαββατοκύριακο την εθνική επέτειο στο Μόντρεαλ παρουσία εκπροσώπων της Ελληνικής Βουλής και πολιτικών προσωπικοτήτων της ντόπιας κοινωνίας, που συνωστίσθηκαν , ποδοπατήθηκαν κυριολεκτικά για να ακούσουν τα ονόματά τους απο μικροφώνου.

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, μια ανοιξιάτικη ασυννέφιαστη μέρα, απο τις σπάνιες αυτής της χρονιάς στο Μόντρεαλ. Στην λεωφόρο Ζάν Ταλόν στήθηκε το σκηνικό της παρέλασης. Τα μεγάφωνα παραδόθηκαν σε μια κυρία, που μιλούσε άθλια ελληνικά και σ΄ένα κύριο με άψογη κεμπεκιανή γαλλόφωνη διάλεκτο. Μεσολαβούσε το κενό των αγγλικών και των σπασμένων ελληνικώς.

Ντράπηκα, που ολάκερη Ελληνική Κοινότητα του Μόντρεαλ έδειξε τέτοια προχειρότητα στην ύψιστη στιγμή του εορτασμού της Εθνικής Επετείου. Αφενός οι ιθύνοντες επέλεξαν ως αρχηγό της παρέλασης ένα παίκτη του χόκεϊ , τον Τόμ Κωστόπουλο, με αποτέλεσμα να επισύρει την προσοχή για κάποια φωτογραφικά ενσταντανέ, απομακρύνοντας τον κόσμο απο το κύριο και το ζητούμενο: την αναδαψίλευση της εθνικής μνήμης.

Αφετέρου, οι ίδιοι ιθύνοντες επέλεξαν να υποβαθμίσουν την ελληνική γλώσσα στα κεντρικά μεγάφωνα της Εθνικής Γιορτής. Οσο για το πρωτόκολλο, αυτό δεν τηρείται ποτέ και πουθενά στις γιορτές της Ελληνικής Κοινότητας, οπότε σχεδόν με άφησε αδιάφορη η κατάφωρη παραβίασή του.

Εμείς στηθήκαμε στο οικείο μας πόστο, το πρώην μαγαζί των ελληνικών σουβενίρ, το πρώην Venus Variety, το οποίο μαζί με τον υπόλοιπο δρόμο έχει πάρει την τύχη των νέων αναμεμειγμένων χρωματισμών της κάποτε ελληνικής λεωφόρου.

Τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Στα χέρια δεν κρατούσαμε ελληνικές σημαίες, γιατί το μαγαζί μας είχε κλείσει κι άλλο ελληνικό μαγαζί με σημαίες δεν υπήρχε στην πάλαι ποτέ ελληνική γειτονιά. Τα πρώτα δάκρυα της νοσταλγίας κύλησαν απο τα μάτια μου. Ο Αλεξανδρίνος κι ο Τέντ τάχθηκαν σύμμαχοί μου στις μακρές ώρες της αναμονής.

Καί τότε χτύπησαν τα τύμπανα και δόθηκε το σήμα να ξεκινήσει η παρέλαση. Και τότε δεκάδες Ελληνόπαιδα, κορίτσια κι αγόρια, με τις στολές των σχολείων ή με τις παραδοσιακές φορεσιές ξεχύθηκαν στη λεωφόρο, βαδίζοντας τον εθνικό βηματισμό. Πλάι τους, πίσω τους, γύρω τους χειροκροτήματα για την ομορφιά τους και για τη λεβεντιά τους απομεσήμερο Κυριακής εκεί στη λεωφόρο Ζάν Ταλόν.

Στα ανυποψίαστα μάτια τους έβλεπα της φυλή μου να αντρώνεται σε ένα τόπο ξένο προς την ιστορία μας και την εθνική μας μνήμη. Τα μικρά τρυφερά τους βήματα, που ακολουθούσαν τον ρυθμό των τυμπάνων με έκαναν να ριγώ καθώς συλλογιζόμουν πως τούτα τα παιδιά μεγαλώνουν στην ξενητειά, ξένα στο Μόντρεαλ και πιό ξένα στην Ελλάδα, την πατρίδα τους. Μια πατρίδα που ίσως δεν θα γνωρίσουν ποτέ παρά μέσα απο τις ιστορίες των παπούδων, των γιαγιάδων και απο τα σχολικά βιβλία .

Ακολουθούσα τα μικρά χορευτά τους βηματάκια και ολοένα δάκρυζα περισσότερο, γιατί ξέρω πως τούτα τα παιδιά είναι γραμμένο να μάθουν καλύτερα την ιστορία του Κεμπέκ και του Καναδά παρά την ιστορία της μικρής πατρίδας εκεί στην άλλη όχθη του Ατλαντικού , που στέκεται ακόμη εκκρεμής σε σχέση με την ονομασία των Σκοπίων, σε σχέση με το Αιγαίο, σε σχέση με την Κύπρο, σε σχέση με τη Θράκη μας την ίδια. Αυτά τα μικρά πλάσματα δεν έχουν υποψιασθεί πως η Ελλάδα της Ευρώπης δεν κοιμάται ακόμη τις νύχτες, πως καρδιοχτυπάει για τα μείζονα εθνικά της θέματα.

Χειροκροτούσα με ενθουσιασμό τα Ελληνοκαναδεζάκια κι έρριχνα κλεφτές ματιές στον Αλεξανδρίνο μου, που νιώθει «τόσο Ελληνας μαννούλα!» και αναρρωτιόμουν αν πραγματικά είναι τύχη να γνωρίζεις και νά αγαπάς δύο πατρίδες ή αν είναι τελικά κατάρα.

Ευχή την ένιωσα το απομεσήμερο της Κυριακής στη Ζάν Ταλόν, καθώς φούντωσα απο περηφάνεια βλέποντας τα Ελληνόπουλα να παρελαύνουν έστω και υπο φολκλορικές συνθήκες, βαλάντωσα στο κλάμα της συγκίνησης για το Γένος μου και κατέληξα με την οικογένειά μας, τη θεία Ντένη , το Στίβ,την Ειρήνη στο Σύλλογο Λευκαδίων που σέρβιρε μπακαλάο και σκορδαλιά αλά Λευκάδα απο τα υπέροχα χέρια των νοικοκυρών του.

Ευχαριστώ όλες και όλους στο Σύλλογο, τον πρόεδρο Σπύρο Κατωπόδη τη γυναίκα του και συμμαθήτριά μου Λίτσα Φωτεινού –Κατωπόδη , τη Μαρία Μαραγκού, την Κούλα και όσες και όσους βοήθησαν να γίνει αυτό το μικρό μεσημεριανό θαύμα του πατροπαράδοτου εθίμου μας!