ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Saturday, September 5, 2026

Η Κάλτσα της Νώενας

 



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Ο Κώστας Κοντογιώργης, γνωστός και ως Καλκάνης — όνομα που του κόλλησε από το νονό του βουλευτή Καλκάνη και έμεινε διαχρονικά  — ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου. Αυτός ο νεότερος ξάδελφος, για ένα διάστημα όταν πήγε στο γυμνάσιο, έμενε στο σπίτι μας. Τον θυμάμαι ακόμη, με το πηλίκιό του, να στέκεται στην αυλή και να συνομιλεί με τον Γιώργο τον Χιόνη από τη Βασιλική, που κι εκείνος έμενε στο σπίτι μας στη Λευκάδα όταν φοιτούσε στο γυμνάσιο και στο λύκειο.

Εκεί λοιπόν, στο λύκειο, ο σχωρεμένος ο Μπάμπης ο Περδικάρης, ο φιλόλογος, έβαλε μια μέρα στους μαθητές θέμα να γράψουν το αγαπημένο τους διήγημα από τις γραφές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ποιο διάλεξε ο Καλκάνης; Διάλεξε την «Κάλτσα της Νώενας» — ένα κείμενο του Παπαδιαμάντη που σατύριζε τα κακώς εκκλησιαστικά κείμενα της εποχής!

Και εδώ παραθέτω το αφήγημα του Παπαδιαμάντη, όπως ακριβώς το έγραψε:

Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας (1907)

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – Κείμενο

 
  ― Καὶ τὰ κουνούπια πῶς νὰ ηὗραν τρόπον κ᾿ ἐσώθησαν εἰς τὴν Κιβωτόν; Κ᾿ ἡ μυῖγα; καὶ τὰ μυιγαράκια; κ᾿ οἱ μουσίτσες*;

― Καὶ τὰ μικρόβια;

Αἱ δύο κυρίαι εἶχαν τὸν λόγον. Ἡ πρώτη, εὐτραφής, μεγαλόσωμος, καὶ καλοκαμωμένη, ὅσον ἐφαίνετο ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης, μέσῳ τοῦ δένδρου, καὶ ὑπὸ τὸ φῶς ἑνὸς φανοῦ ἐπὶ χαμηλοῦ στύλου, ἔξωθεν τοῦ ἐξοχικοῦ καφενείου, ἦτο σύζυγος τοῦ παρακαθημένου αὐτῇ ὑπερμεσήλικος κυρίου μὲ τὴν γενειάδα, ὅστις ἦτο ἐπαρχιώτης πολιτευόμενος. Ἡ ἄλλη, νεαρὰ ἀκόμη, ἄγαμος, ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ δασκάλα. Εἷς γνώριμός των, νεαρὸς κύριος, συνεπλήρου τὴν τετράδα. Εἶχαν πίει τὸν καφέν των, τὴν θερινὴν ἐκείνην νύκτα, καὶ ἀνεψύχοντο.

― Κι ὁ ψύλλος τάχα ποῦ νὰ ἐτρύπωσε, καὶ κατώρθωσε νὰ γλυτώσῃ; εἶπεν ἡ δασκάλα.

― Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι στὴν κάλτσα τῆς Νώενας θὰ ἐχώθη, ἀπήντησεν ἡ μεγαλόσωμος.

Ὅλοι ἐκάγχασαν.

― Μὰ ἡ ψείρα;

―Ὤ, ἡ ψείρα; Χωρὶς ἄλλο θὰ ἐκόλλησε στὴν γενειάδα τοῦ Νῶε.

Ὁ γηραιὸς κύριος ἀκουσίως ἔψαυσε τὴν γενειάδα του.

* * *

Εἰς ἕνα ὅμιλον ἀντικρινὸν ἐκάθηντο τρεῖς λιμοκοντόροι. Οἱ δύο μόνον ἐφοροῦσαν στενά. Ὁ τρίτος, ἀμύστακος ἀκόμη, ἐφοροῦσε κομψὰ ρασάκια, καὶ εἶχε τὴν κοτσίδα του ὀπίσω δεμένην εἰς τὴν μέσην μὲ κορδέλαν. Ἴσως ἦτο Ριζαρείτης.

Κατὰ σύμπτωσιν, κ᾿ ἐκεῖ ἡ ὁμιλία ἦτο σχετικὴ μὲ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Οἱ τρεῖς νέοι ὡμιλοῦσαν ἐν ἐξάψει, κ᾿ ἐφαίνοντο ὅτι εἶχαν δειπνήσει ἐν ἀφθονίᾳ.

― Καὶ τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;… Πῶς μίλησεν ἡ γαϊδάρα τοῦ Βαρλαάμ; (sic) Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά, βρέ;

Τὸ βρὲ ὁ Ριζαρείτης τὸ ἀπηύθυνε βεβαίως εἰς τὸν ἀόρατον καὶ ἀπρόσωπον [τὸν] διευθυντὴν συντάκτην τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέστρεφε ρητορικῶς τὸν λόγον. Ἴσως εἰς τὸν προφήτην Μωυσέα.

― Τίνος τὰ πουλᾷς αὐτά; ἐπανέλαβε καὶ τρίτην φοράν.

Ὁ νεαρὸς κύριος τοῦ γείτονος ὁμίλου, ἂν κ᾿ ἐγέλασε μὲ τὰς ἐλαφρὰς εὐφυολογίας τῶν δύο γυναικῶν, φαίνεται ὅτι δὲν εὐηρεστήθη ἀπὸ τὴν βαναυσότητα τοῦ μικροῦ ρασοφόρου. Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἰδίαν ὁμάδα του, ἀρκετὰ μεγαλοφώνως ὥστε ν᾿ ἀκούεται καὶ ἀπὸ τοὺς γείτονας, εἶπε:

― Τίνος τὰ πουλᾷ;… Μ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι εἴκοσιν αἰῶνες τώρα, ἐξακολουθοῦν νὰ πουλοῦνται εἰς ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα αἱ Βιβλικαὶ Ἑταιρεῖαι τὰ πουλοῦν μεταφρασμένα εἰς τριακόσιες τόσες γλῶσσες… Κ᾿ ἔπειτα, ἐκεῖνος ποὺ τὰ πουλᾷ, ὡς θαῦμα ζητεῖ νὰ τὰ πουλήσῃ καὶ ὄχι ὡς κοινόν τι καὶ σύνηθες. Οὐδὲ βιάζει κανένα νὰ τὸ πιστεύσῃ.

― Καὶ δὲν εἶναι καὶ πολὺ παράξενο ἂν ὡμίλησε μίαν φορὰν ἡ γαϊδάρα, εἶπεν ἀκάκως ὁ γηραιὸς κύριος. Πόσοι γαϊδάροι καὶ γαϊδάρες πόσες μιλοῦν!

―Ἂς τ᾿ ἀφήσουμε αὐτό, εἶπεν ὁ νέος. Μὰ ἰδέτε πόσον καλὰ ὁ νεαρὸς αὐτὸς ρασοφόρος μανθάνει τὰ «ἱερὰ γράμματα», ἀφοῦ τὸν Βαλαάμ, τὸν μάντιν, ποὺ ἔζησε χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, τὸν κάνει Βαρλαάμ, τὸν αἱρετικὸν τῆς 13ης μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδος… Καὶ τὸ κάτω-κάτω, κύριε, ἐπέφερεν οἱονεὶ ἀποστρέφων τὸν λόγον πρὸς τὸν Ριζαρείτην, ἀφοῦ δὲν σ᾿ ἀρέσει, κύριε, ἡ Θρησκεία καὶ τὸ ἱερατικὸν στάδιον, διατί φορεῖς ράσα, καὶ διατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σὲ στέλνουν νὰ φοιτᾷς εἰς τὴν Ριζάρειον; Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;

 

Ο Μάμπης ο Περδικάρης, βλέποντας την επιλογή του Κώστα, του έβαλε ένα στρογγυλό μηδενικό. Από τον πλούτο του Παπαδιαμάντη, ο Κώστας διάλεξε το πιο «αιρετικό» αφήγημα — και ο φιλόλογος  ξαφνιάστηκε και απλά δεν δέχθηκε αυτή την τόσο εξτρεμιστική επιλογ΄η του Καλκάνη.

Αλλά ο πατερούλης μου είχε να το λέει μέχρι το τέλος του βίου του: πως ο Καλκάνης ήταν ξεχωριστός. Πως, μέσα από όλο το έργο του Παπαδιαμάντη, διάλεξε το πιο άγνωστο, το πιο παράξενο, το πιο απρόβλεπτο κείμενό του . Και γελούσε με την καρδιά του κάθε φορά που το θυμόταν. Σαν να τον ακούω τώρα… εκείνο το πλατύ, υπέροχο γέλιο του που γέμιζε το σπίτι και μας τύλιγε όλους.

Η «Κάλτσα της Νώενας» — ένα διήγημα σατιρικό, δηκτικό, και τόσο χαρακτηριστικό της οξυδερκούς ματιάς του Παπαδιαμάντη — έγινε για εμάς οικογενειακό ανέκδοτο, μικρός θησαυρός μνήμης.