Πέρασαν καλοκαίρια και χειμώνες...
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Μικρή μου Πεταλούδα,
Είκοσι δύο χρόνια χωρίς εσένα, κι όμως σε κουβαλώ κάθε μέρα από τότε που έφυγες όταν εγώ κι ο Ted αναζητούσαμε την τελευταία απέλπιδα θεραπεία στη μακρινή Κούβα. Μου λείπεις, αλλά δεν είσαι απούσα. Είσαι μια παρουσία που άλλαξε μορφή. Μια φωνή που δεν ακούγεται, αλλά επιμένει. Μια σκιά που δεν σκοτεινιάζει, αλλά δείχνει τον δρόμο.
Θυμάμαι τα παιδικά μας χρόνια στη Λευκάδα. Τις νύχτες που αφήναμε λιμπρέτο το παράθυρο του παιδικού μας δωματίου-τώρα αν και ανακαινισμένο παραμένει ίδιο- θυμάμαι το ολόγιομο φεγγάρι να γλιστράει και να φωτίζει τα όνειρά μας. Θυμάμαι τις τρέλες μας στα στενά, τις βόλτες με τα ποδήλατα, τις φωνές μας που αντηχούσαν στα σοκάκια της Λευκάδας σαν να μην υπήρχε αύριο.
Ήσουν ανέκαθεν πιο τολμηρή από μένα, πιο αυθόρμητη, πιο έτοιμη να δοκιμάσεις το απαγορευμένο. Κι εγώ, πάντα πίσω σου, η μεγάλη αδελφή να σε προσέχω, να σε μαζεύω, να σε προστατεύω — κι ας μην το παραδεχόσουν ποτέ. Εκεί, ανάμεσα στις αλμύρες και στα γιασεμιά, μεγάλωσε η σχέση μας: εσύ να φεύγεις μπροστά, εγώ να σε ακολουθώ και να σε κρατώ να μην πέσεις.
Μεγαλώνοντας, δεν άλλαξε τίποτα. Ήσουν πάντα η όμορφη, η μοδάτη, η γυναίκα που είχε ένα δικό της τρόπο να στέκεται, να ντύνεται, να κινείται. Είχες μια κομψότητα και τη δεινότητα να φλερτάρεις ατελείωτα. Ήξερες να φοράς τα ρούχα σαν να ήταν κομμάτι του σώματός σου. Ήξερες να τραβάς βλέμματα παγιδεύοντας τους άντρες με τα καμώματά σου. Κι εγώ σε χάζευα, όχι με ζήλια, αλλά με εκείνη την περηφάνια που έχει κάποιος όταν βλέπει έναν άνθρωπο δικό του να λάμπει.
Και μετά ήρθαν τα ταξίδια μας. Η Κούβα. Εκείνα το καλοκαιρινά ταξίδια που ακόμη μυρίζουν ήλιο, ρούμι και μουσική. Εκεί που γελάσαμε σαν να μην υπήρχε χρόνος. Εκεί που χορέψαμε, που περπατήσαμε στους δρόμους της Αβάνας, που μοιραστήκαμε όνειρα καλοκαιρινά, σχέδια που δεν πραγματοποιήθηκαν, αλλά που τότε έμοιαζαν αληθινά. Εκεί, σε εκείνη τη χώρα που μοιάζει πάντα έτοιμη να καταρρεύσει και πάντα βρίσκει τρόπο να συνεχίζει, ήμασταν κι εμείς έτσι: έτοιμες να συνεχίσουμε, ό,τι κι αν ερχόταν.
Κι ύστερα γεννήθηκε ο Αλεξανδρίνος σου, ο μονάκριβος γιός μου. Η αγάπη σου γι’ αυτό το παιδί ήταν κάτι που δεν χωρούσε σε λέξεις. Ήταν η πιο καθαρή μορφή τρυφερότητας που έχω βιώσει απο σένα προς άλλο πρόσωπο. Τον κρατούσες σαν να κρατούσες τον κόσμο. Τον κοίταζες σαν να ήταν η απάντηση σε όλα. Κι εγώ σε έβλεπα και καταλάβαινα ότι, όσο κι αν ήσουν ανεξάρτητη, όσο κι αν ήσουν δυνατή, όσο κι αν έφευγες και ξαναγύριζες, εκείνος, ο μικρός Αλέξανδρος που μεγάλωνε ήταν το επίκεντρο της ζωής σου.
Γιατί εσύ ήσουν πάντα έτσι: έφευγες και επέστρεφες. Έκανες κύκλους. Άλλοτε μεγάλους, άλλοτε μικρούς. Πήγαινες να βρεις τον εαυτό σου, να ανασάνεις, να ξεφύγεις από ό,τι σε πίεζε. Κι όταν δεν άντεχες άλλο, γύριζες σε μένα, στη μεγάλη αδελφή. Ήξερα πάντα πότε θα έρθεις. Ήξερα από τη φωνή σου, από τη σιωπή σου, από τον τρόπο που έλεγες «τι κάνεις;». Ήσουν εξαρτημένη από αυτή την σχέση (μεγάλη αδελφή-μικρή αδελφή), κι εγώ από εσένα — όχι με τρόπο ασφυκτικό, αλλά με μια φυσικότητα και μια αληθινότητα.
Και μετά ήρθε το 2004. Το τελευταίο σου καλοκαίρι. Το καλοκαίρι που έγινε σκοτεινός αναπόδραστος χειμώνας. Το καλοκαίρι που πέρασες τα πάνδεινα στο νοσοκομείο Αλεξάνδρας. Χημειοθεραπείες, μεταγγίσεις, πόνος, εξάντληση. Κι εγώ εκεί, κάθε μέρα, να σε βλέπω να μικραίνεις, να αδυνατίζεις, να παλεύεις. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις διαδρομές, εκείνες τις μυρωδιές των χημειοφαρμάκων, εκείνες τις νύχτες που έφευγα από το νοσοκομείο και ένιωθα ότι άφηνα πίσω μου κάτι που δεν μπορούσα να σώσω.
Κι όμως, ακόμη και τότε, είχες εκείνη την αξιοπρέπεια που σε χαρακτήριζε πάντα. Δεν έχασες ποτέ την ελπίδα σου. Δεν έχασες ποτέ την ευγένεια σου. Δεν έχασες ποτέ την ανάγκη σου να με κοιτάς σαν να ήμουν το σταθερό σου σημείο. Ήσουν εξαντλημένη, αλλά δεν παραδόθηκες. Ήσουν φοβισμένη, αλλά δεν λύγισες. Ήσουν στο τέλος, αλλά δεν έπαψες να είσαι εσύ.
Είκοσι δύο χρόνια μετά, σου μιλάω και νιώθω ότι με ακούς. Με ακούς και με βλέπεις και με προστατεύεις από ψηλά γι αυτή την αποκοτιά που με διακρίνει, την επικίνδυνη σύγκρουση με το ψέμμα, την αλητεία,της υφαρπαγή. θα έλεγα. Σε κουβαλώ στις αποφάσεις μου, στις πράξεις μου, στις μάχες μου. Σε κουβαλώ όταν μιλώ για τις γυναίκες θύματα του καρκίνου των ωοθηκών, όταν υπερασπίζομαι την πρόληψη, όταν στηρίζω όσες παλεύουν όπως πάλεψες εσύ.
Δεν σε αποχαιρέτησα ποτέ. Και δεν θα σε αποχαιρετήσω τώρα.
Γιατί δεν έφυγες. Απλώς άλλαξες τρόπο παρουσίας. Πετάς διαρκώς γύρω μου με τα φτερά της Πεταλούδας!
Σ’ αγαπώ
Η αδελφή σου
Ιουστίνη

No comments:
Post a Comment