ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Tuesday, May 6, 2008

Μοναδικός και Σπάνιος




Αφιερωμένο στο πονεμένο Κυλαμινάκι του Βουνού




Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Εφυγε με ανδρεία και λεβεντιά χωρίς φρούδες δημοσιότητες. Ετσι όπως είχε περάσει τη σύντομη ζωή του ο Μάριος Τόκας. Κι επειδή ο θάνατός του έτυχε στο γύρισμα του μήνα, ανέβαλα το κομμάτι γι αυτόν τον υπέροχο άντρα της μουσικής. Είπα να μην πενθήσω Πρωτομαγιάτικα, δεν θα τόθελε κι ο ίδιος ο ταπεινός συνθέτης.

Τον γνώρισα στο τέλος της δεκαετίας του 80 όταν έγραψε το «Σαν Τρελλό Φορτηγό» οδηγώντας το Γιάννη Πάριο στο δρόμο της αισθαντικής ερμηνείας. Ημουν νεαρή αρχισυντάκτρια στις 24 Ωρες, που έδρεπαν δάφνες λόγω της πολιτικής και οικονομικής ευρωστίας του εξαιρετικού εκδότη Γιώργου Κοσκωτά.

Η εταιρεία του Μάριου Τόκα μου έστειλε το LP κι είπα να μην το ακούσω γιατί ο Πάριος δεν με έπειθε με τις επιλογές του στα τραγούδια. Αλλά λόγω καθήκοντος το ίδιο βραδάκι βρέθηκα στο σπίτι μου ν’ ακούω μαγεμένη ένα δίσκο γεμάτο μουσικές και ενοχρήστρωση που δεν είχα ξαναζήσει στην Ελλάδα της αναβίωσης του ρεμπέτικου.

Ποιός είναι αυτός ο συνθέτης, αναρρωτήθηκα , που πήρε το Γιάννη Πάριο και τον έκανε ερμηνευτή; Ποιός είναι αυτός που θέλει να ξαναβάλει την Ελλάδα στους ευρωπαϊκούς ρυθμούς με δανεικό μπουζούκι; Ποιός θεόπνευστος μουσικός συνθέτει ήχους και παντρεύει διαφορετικά όργανα παραβιάζοντας τους κώδικες του κατεστημένου;

Ανακάλυψα πως το όνομά του ήταν Μάριος Τόκας και αν ήθελα μπορούσα να του πάρω συνέντευξη. Συναντηθήκαμε την επόμενη μέρα, γιατί δεν προλαβαινόμουνα να γνωρίσω αυτό το νέο πλάσμα στη μουσική σκηνή της Ελλάδας.

Ηταν σεμνός, γήινος, δεν είχε ούτε ψήγμα έπαρσης. Μου είπε πως ήταν Κύπριος, πως ήταν φιλόλογος και μουσικός μαζί. Μου μίλησε μελίρρητα για την πατρίδα της συμφοράς, για το στρατιωτικό του, για την προσπάθεια να ενσωματωθεί στην Αθήνα των συμφρόντων, για την επιλογή να τραγουδήσει ο Πάριος τα τραγούδια του «Τρελλού Φορτηγού».

Ο λόγος του ήταν συμπαγής, δεν πέταγες ούτε μια λέξη απο τις απαντήσεις του. Αμέσως τον κατέταξα στους μεγάλους, καθώς είχα προλάβει να πάρω συνέντευξη απο Χατζηδάκι και Θεοδωράκη και ταυτιζόταν σ’ αυτό το σπουδαίο ταλέντο του λόγου.

Διέκρινα πως ο Τόκας ήταν ένας αιρετικός συνθέτης, που έφερνε πίσω στην Ελλάδα μια τζάζ παντρεμένη με λαϊκό ρυθμό. Και ένα νέο ήθος στο λαϊκό τραγούδι, που ήδη κατρακυλούσε σε άλλα εύκολα μονοπάτια.

Ημουν περήφανη γι αυτή τη συνέντευξη όταν την παρέδωσα στο προϊστάμενό μου στις 24 Ωρες να την απλώσει δισέλιδο σαλόνι. Κι εκείνος την πήρε στα χέρια του και με τον πιό ωμό τρόπο μου είπε να την πετάξω στα σκουπίδια γιατί κανένας δεν γνώριζε το Μάριο Τόκα. Να τρέξω να πάρω συνέντευξη απο τον Γιάννη Πάριο στο κέντρο που τραγουδούσε.

Με έπιασε κανονική απελπισία. Γύρισα οδηγώντας το DCVάκι μου απο την Παλλήνη μέσα στο κλάμα για την αδικία του συστήματος. Ο προϊστάμενος δεν ήθελε να ξέρει τίποτε για το συνθέτη πίσω απο το δίσκο. Ηθελε να πουλήσει Γιάννη Πάριο προσβάλλοντας μια δουλειά μεστή νοημάτων κι ένα νεαρό άνδρα που τολμούσε στη μουσική.

Τηλεφώνησα στο Μάριο και του εξήγησα την κατάσταση. Δεν φάνηκε να ενοχλήθηκε κι ας γνώριζε πως η συνέντευξή του θα ακυρωνόταν καθώς το σύστημα της δημοσιότητας αναγνώρισε μόνον ερμηνευτές!

Ωστόσο, τότε είχα μια υπέροχη Κύπρια φίλη στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, τη Νίκη Μασούρα που έφυγε κι εκείνη στα 35 της χτυπημένη απο το καρκίνο. Τής ζήτησα τη χάρη να δημοσιεύσει στο ΑΠΕ τη συνέντευξη του Μάριου υπογράφοντας με το δικό της όνομα. Ναί, με τη μεγαλοσύνη της δέχθηκε να το κάνει για να μη χαθούν τα λόγια και το έργο του νεαρού συμπατριώτη της. Ετσι , η συνέντευξη του Μάριου Τόκα έκανε το γύρο της Ελλάδας.

Εκτοτε δεθήκαμε με το σεμνό άνδρα με αυτή τη σιωπηρή σχέση της αλληλοεκτίμησης , γιατί βρήκε γενναιοδωρία στην πράξη μου. Εγώ έφυγα στο Μόντρεαλ ακολουθώντας τη ζωή μου. Εκείνος έμεινε στην Ελλάδα μεγαλουργώντας με τις επόμενες δουλειές του απο τα Λαδάδικα μέχρι την Εθνική Μοναξιά και βάλε. Εγώ χόρευα ζεμπέκικα βαρειά με τα τραγούδια του εδώ στα ξένα. Αγαπημένο μου «Μοναδική Και Σπάνια» με τη φωνή του Μητροπάνου. Εκείνος μου άφηνε μηνύματα στον τηλεφωνητή πως σε κάθε συναυλία του περίμεναν τα εισιτήριά μου. Κι ας ήμουν απούσα.

Ο προϊστάμενός μου είναι διευθυντής σε ένα μεγάλης κυκλοφορίας έντυπο σήμερα. Και κάθε που βρισκόμαστε μου ζητάει συγγνώμη για εκείνη την απρέπειά του. Και δημοσιεύει διθυραμβικά κομμάτια για τα βιβλία μου. Τώρα με πιστεύει.

Κι ο Μάριος άφησε τη σφραγίδα του στη μουσική σκηνή της Ελλάδας με τις μουσικές του αλλά και με τη σεμνότητά σου. Για μένα είναι παναταχού παρών κι ας μην τον έχω συναντήσει σχεδόν μια εικοσαετία τώρα. Θα τον χορεύω και θα τον τραγουδώ. Ο Μάριος πάντα θα είναι φίλος μου γιατί τα χώματα δεν θα σκεπάσουν ποτέ την ύπαρξή του! Ούτε και το μεγάλο ταλέντο του!

Friday, May 2, 2008

Στο Λονδίνο πέφτουν χοντρές οι στάλες

Διήγημα της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη απο τις Αγορές του Κόσμου

Αφιερωμένο στην Πηνελόπη, επειδή στην Αγγλία επιμένει να βρέχει και τις άνοιξες!

Κάθε χρόνο τη στέλνει στο Λονδίνο για ψώνια. Της δίνει μετρητά και κάρτες να πάει με τις φίλες της στα λαμπερά μαγαζιά να ξεφύγει απο τη ρουτίνα της, να κόψει απο την καθημερινότητα που της πλαδαρεύει το πρόσωπο και τις σκέψεις, όπως της κοπανάει εκείνος στους θυμούς του επάνω.

Και η Αγγελική περισσότερο απο υπακοή παρά απο διάθεση τραβάει για την αγγλική πρωτεύουσα που τη μάγευε απο παιδί. Δεν ξέρει γιατί, αλλά αυτή η συγκρατημένη φύση των Εγγλέζων, η καμπαρντίνα, η αιώνια πάλη με τη βροχή κρατώντας μια ομπρέλλα στο χέρι τη γοητεύει. Αλλωστε, η βροχή είναι τόσο λίγη και αποσπασματική στις μέρες της Αθήνας, που την απολαμβάνει εδώ έστω κι αν τη δυσκολεύει στους περιπάτους και τις αγορές της. Θεωρεί πως το Λονδίνο με τη μελαγχολία του ταιριάζει στην ψυχοσύνθεσή της. Απολαμβάνει κάθε πρωί το στοίχημα με τα σύννεφα, «θα βρέξει δεν θα βρέξει...» Και πάντα βρέχει, είναι δεδομένο.

Φόρεσε την καμπαρντίνα της και γλύστρησε στο δρόμο αφήνοντας πίσω της το ακριβό ξενοδοχείο. Είχε προλάβει να πιεί λίγες σταγόνες εγγλέζικο τσάι για να αρχίσει τη μέρα της με την ιεροτελεστεία που ταιριάζει στην πόλη. Κατευθύνθηκε προς το πάρκο περνώντας απο φαρδειά πεζοδρόμια, τα οποία οι άνθρωποι με τάξη κι ευγένεια αξιοποιοποιούσαν τάζοντας θαρρείς το περπάτημα ως αυτοσκοπό παρά ως μέσο μιάς διαδρομής. Δεν παύει ποτέ ν’ απολαμβάνει την ηρεμία και την τάξη τους ακόμη και τις ώρες της αιχμής. Τίποτε δεν ταρακουνάει τις ήρεμες φάτσες τους, ούτε η βροχή δεν καταφέρνει να τσαλακώσει τα κοστούμια των ανδρών.Και οι γυναίκες με την ίδια ανέκφραστη κομψότητα οδεύουν αδιάφορες απο τις χοντρές στάλες. Μόνο το προξενείο της Πολωνίας ασφυκτιά απο μια ουρά ανθρώπων που φτάνει μέχρι τη γωνία και στρίβει πίσω απ αυτήν. «Θα περιμένουν για βίζα» σκέφτεται η Αγγελική και μια βαρειά λύπηση της πλακώνει την καρδιά καθώς αναλογίζεται τους ανθρώπους της προσφυγιάς, που θυσιάζουν πατρίδα και αξιοπρέπεια για ένα κομμάτι ψωμί.

Αγοράζει ένα εισιτήριο για το δυόροφο τουριστικό λεωφορείο. Οσα χρόνια κι αν έρχεται στη βρεταννική πρωτεύουσα , δε θα σταματήσει να διαθέτει έστω και μια μέρα για τουρισμό στο Λονδίνο. Οι κασσάνδρες ορύονται πως η πόλη βρίσκεται σε μαρασμό, πως μια αίσθηση απώλειας και ξεπεσμού την κυριεύουν. Αλλά όπου κι αν κοιτάξει η Αγγελική παρατηρεί την ευταξία και την καθαριότητα να κυριαρχούν όπως τότε που πρωτοήρθε φοιτήτρια ακόμη κι ερωτευμένη με τον άντρα της.

Μιά φάλτσα νότα απο πνευστό τη βγάζει ξαφνικά απο τις σκέψεις της. Κοιτάζει έξω στην Οξφορντ Στρίτ. Γίνεται πανηγύρι απο ένα αλήτη που μάταια προσπαθεί να δώσει ήχο στο κουρασμένο παλιό σαξόφωνο. Ο κόσμος περπατάει περισσότερο βιαστικός εδώ κάτω . Κάποιοι σταματούν στις πάμπ για μια μπύρα στην καρδιά του μεσημεριού. Κι αυτές οι μπυραρίες είναι έργα τέχνης, συλλογίζεται. Οι εικόνες της βαρειάς τους επίπλωσης με τα Τίφανυ φώτα της αποσπούν το νού απο τα τεκταινόμενα. Είχε ακούσει πως υπήρχαν και πάμπ με μεθυσμένους κι αλητήριους, με ξεδοντιαμσένα καθίσματα στο Γουέστ Εντ αλλά εκείνη δεν είχε δεί ποτέ ούτε μια σταγόνα αθλιότητας στην καθώς πρέπει πολιτεία.

Το λεωφορείο στρίβει στην πλατεία Πικαντίλλυ. Η Αγγελική πιάνει τον εαυτό της ν’ αναπολεί την πιό πλυσύχναστη πλατεία του Λονδίνου απο τα χρόνια της μαθητείας της Φροντιστήρια Στρατηγάκη, όπου η κυρία αγγλικού τους έδειχνε με περηφάνεια τις φωτογραφίες τονίζοντας «This is a square. This is Picadilly square”. Χαμογελάει στις αναμνήσεις της που έχτισαν αυτή την αγάπη της για την εγγλέζικη πρωτεύουσα.

Κατεβαίνει στη Regency. Περπατάει αργά στο μεγαλόπρεπο ημιστρόγγυλο δρόμο με τις υπέροχες βιτρίνες. Στέκεται μπροστά απο το Burberry´s όχι με διάθεση να ψωνίσει αλλά να χορτάσει το μάτι της εικόνες απο τις καμπαρντίνες που δεν θα φορέσει στην Ελλάδα. Ο γαλανόλευκος ουρανός δεν επιτρέπει τα αδιάβροχα, οι ασυννέφιαστες μέρες της Αθήνας δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως πρόκειται για μια περιττή ματαιότητα. Κι όμως η Αγγελική τις φορούσε τις καμπαρντίνες τις κυριακές τα απογεύματα, που έβγαιναν ζευγάρια στου Φιλοπάππου και την κολάκευαν οι φίλες με τα βλέμματα. Ενιωθε γελοία κι αταίριαστη τώρα που το σκεφτόταν παρόλο που απολάμβανε το ατίθασσο ύφασμα με την καρό φόδρα και τη σφιχτή ζώνη στη μέση. Θα τις καταργήσει εντελώς με την επιστροφή της.

Η αγάπη της για τις καμπαρτνίνες μεγάλωσε μέσα απο τα ταξίδια που έκαναν με τον Αχιλλέα όταν πρωτοπαντρεύτηκαν. Τώρα εκείνος δεν έχει καιρό για ταξίδια. Ολο απασχολημένος με τις επιχειρήσεις του βρίσκεται. Ξυπνάει και κοιμάται με ένα κινητό στο χέρι. Η Αγγελική σιγά-σιγά με τις τρείς γέννες και το μεγάλωμα των παιδιών πήρε δευτερεύουσα θέση στη ζωή του. Οι δουλειές του άρχισαν να σημαίνουν πολύ περισσότερα απο την παρουσία της στο σπίτι. Αλλωστε, ερχόταν πάντα αργά κι έφευγε νωρίς το πρωί. Είχε καταντήσει μιά σκιά της συνύπαρξής τους.

Γι αυτό κάθε χρόνο τής χαρίζει αυτό το εισιτήρο στο Λονδίνο σαν απο μια βαθειά υποχρεώση να της θυμίζει ότι τη νοιάζεται και της προσφέρει. Κι εκείνη έρχεται στο ραντεβού με την πόλη για να τον απαλλάξει απο το μαρασμό τους έστω και για λίγες μέρες. Ν’ αγοράσει και μιά Burberry´s να την καταχώσει στη ντουλάπα της για ποιά έξοδο αλήθεια; Εχουν πάψει απο καιρό να βγαίνουν της Κυριακής τα απογεύματα. Εκείνος όταν έρχεται στο σπίτι κουρνιάζει στον καναπέ μπροστά απο στην τηλεόραση. Κι εκέινη έχει πάψει να τού παραπονιέται πως δεν της δίνει σημασία. Πώς να εκβιάσει τη συμμετοχή του στην κοινή ζωή τους αφού είναι μακράν ;

Βουλιάζει στο κάθισμα του τουριστικού λεωφορείου. Το βλέμμα της πλανιέται στα γοτθικά κτίρια, στο Κοινοβούλιο που κάθεται πάνω ακριβώς απο τον Τάμεση, αναλλοίωτο απο τους αιώνες να θυμίζει πως η Αγγλία υπεράνω όλων στεγάζει την εξουσία . Πάντα τον ίδιο συλλογισμό της προκαλεί τούτη η θέα. Η Γέφυρα του Λονδίνου με το κρυμμένο θησυαροφυλάκιο της Βασίλισσας της φέρνει μια παραμυθένια νοσταλγία.

Δε νιώθει τη διάθεση να κατεβεί να πάει να θαυμάσει τον καθεδρικό ναό, παρότι κάποτε χωνόταν σ’ όλους τους ναούς της πόλης ανακαλύπτοντας με δέος ένα Θεό που έστεκε ψηλά , αυστηρός τιμωρός κι επιβλέπων. Από τα χρόνια που συνειδητοποίησε την εγγύτητα της ορθοδοξίας, την απλότητα της πίστης της έπαψαν να την εντυπωσιάζουν τα γοτθικά μεγαλεία. Μάλλον δε χωράει πιά σ αυτή τη λογική.

Το λεωφορείο σταματάει μπροστά απο τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ ακριβώς δέκα λεπτά π΄ριν απο την αλλαγή φρουράς. Πετάγεται η Αγγελική σαν ελατήριο απο το κάθισμα και τρέχει να προφτάσει το θέαμα. Είναι το μόνο που τη συγκινεί αναλλοίωτα και δυνατά όσα χρόνια κι αν πέρασαν, όση μοναξιά κι αν σωρεύτηκε στη ψυχή της. Μιά αμερικάνα με αγενείς τρόπους τη σπρώχνει για να πλησιάσει εκείνη. Αλλα η Αγγελική αντιστέκεται, χειρονομεί μέσα στο τουριστικό πλήθος .Σσπρώχνει κι εκείνη για μια θέση μπροστά απο τα στρατιωτάκια της Βασίλισσας.

Αλλοτε ο νούς της έπαιζε με τις φαντασιώσεις γύρω απο το παλάτι και τις ρομαντικές ίντριγκές του .Φανταζόταν έρωτες κάτω απο βαρειές κουρτίνες, πάθη ανομολόγητα και σκοτεινά. Ομως τώρα είχαν έρθει τα πάνω- κάτω. Μόνο για σκάνδαλα και χωρισμούς, για ζωές δυστυχισμένες , για μοναξιές πιό βαρειές απο τη δική της ,διάβαζες στις εφημερίδες. Πίσω απο τις βαρειές πόρτες κρυβόταν δυστυχία , πόνος, ψέμματα και ραδιουργίες.

Η Αγγελική ιδρώνει, εκνευρίζεται. Αλλά καταφέρνει να σπάσει τον κλοιό και να βρεθεί μπροστά απο τα συντονισμένα βήματα των φρουρών του Μπάκιγχαμ με τα ψηλά καπέλα , τις καλτσοδέτες και το ανέκφραστο πρόσωπο. Είναι η κάρτα που αγοράζει κάθε χρόνο απο το Λονδίνο κι ας την πληρώνει χαραμίζοντας την ηρεμία της. Είναι η μοναδική στιγμή που η πόλη χάνει το φλέγμα της κι αυτό γιατί η πλατεία είναι γεμάτη ετερώνυμους τουρίστες.

Παρατηρεί το πλήθος με μια απόσταση σα να μην ανήκει ούτε στο χώρο ούτε στο χρόνο. Δε μπορεί να εντοπίσει πότε ακριβώς άρχισε να χτίζεται αυτή η απόσταση απέναντι στο περιβάλλον ή μάλλον απέναντι στη ζωή της την ίδια. Συχνά νιώθει πως η σκέψη της δεν ανήκει στο κομψό και καλοδιατηρημένο σώμα της, πως εκείνη βρίσκεται μακράν της καθωσπρέπει εμφάνισής της. Τής έρχεται στο νού η σκηνή πριν απο μερικά χρόνια στο σαλόνι. Περίμενε τον Αχιλλέα πώς και πώς να πάνε μαζί στη Λυρική. Είχε ντυθεί φιγουράτα , η καρδιά της σκιρτούσε όπως παλιά τότε που έβγαιναν βόλτα:

-Μά, μού υποσχέθηκες πως θα πηγαίναμε στη Λυρική απόψε. Μού τόχες τάξει απο καιρό. Αγόρασα φουστάνι για την περίσταση, του είπε και κάθησε δίπλα του στον καναπέ προσπαθώντας να τον πείσει με την τρυφερή της στάση.

-Είσαι μια κουφιοκέφαλη Αγγελική, πάντα αυτό ήσουν. Μια ελαφρόμυαλη κοπέλλα που δε μεγάλωσε ποτέ. Η μάλλον μια ώριμη κοκορόμυαλη. Δε σέβεσαι πως εγώ δουλεύω και έχω δικαίωμα να νιώθω κουρασμένος. Εσύ έχεις το χαβά σου».

Τότε της φάνηκε πως βγήκε απο το κοστούμι του εαυτού της. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή πέταξε έξω απο το πετσί της ύπαρξής της. Τόλμησε να σηκωθεί και να φύγει. Φόρεσε το ασορτί μαντό της, έρριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και κάλεσε ταξί να την πάει στη Λυρική. Αυτό ήταν το κομβικό σημείο, που απο την ανυπαρξία πέρασε στην ύπαρξη. Εκτοτε η Αγγελική αισθάνεται πως δεν ανήκει πουθενά ούτε στον άντρα της, ούτε στην Αθήνα ούτε στα παιδιά της, ούτε στον ίδιο της παρελθόν.

Ενας σκύλος με λευκά γυαλιά ηλίου στο απέναντι πεζοδρόμιο της αποσπάει την προσοχή. Ο νεαρός κατόχός του έχει μια πινακίδα στο στήθος, που γράφει πως πεινάει. Η Αγγελική ρίχνει ένα πεντόλιρο στο σκουριασμένο πινάκιο και χαζεύει με το σκυλί που αδιαμαρτύρητα στη μέση του Λονδίνου υπό βροχή φοράει τα γυαλιά του ήλιου.Τη διασκεδάζει η ανορθόδοξη εικόνα περισσότερο κι απο τους φρουρούς του Μπάκιγχαμ. Νιώθει ένα γλυκό οίκτο για το καημένο το ζωντανό που το εξευτελίζει ο επαγγελματίας αφέντης του.

Μήπως κι ο δικός της «αφέντης» δεν την εξευτελίζει με την απόλυτη αδιαφορία του; Μήπως δεν την ταπεινώνει η πλήρης αποστασιοποίηση απο την συνύπαρξή τους; Μήπως δεν την αποσυντονίζει η διαπίστωση πως χρόνια τώρα είναι αόρατη στη ζωή του; Ούτε ως αξεσουάρ της κοινωνική τους πραγματικότητας δεν την βλέπει. Πού πήγε ο ενθουσιασμός, ο έρωτας, η λαχτάρα; Ποιός νεκροθάφτης έθαψε τα όνειρά της ; Και γιατί δεν το αντιλήφθηκε εγκαίρως; Αλλά και τί μπορούσε να κάνει για να ανασυνθέσει το πάζλ της ύπαρξής της;

Το μεγαλείο της Λονδρέζικης ατμόσφαιρας την πνίγει τώρα.Ξαφνικά ο ο ήλιος έβγαλε χαμόγελο στον ουρανό, ακυρώνοντας τη διάθεσή της να μελαγχολήσει. Περπατάει ασθμαίνοντας μέχρι που χώνεται στο Χάιντ Πάρκ. Τουλάχιστον εδώ το πράσινο, είναι δυνατό, εκτυφλωτικό, αποπνέει χλωροφύλλη, σκέφεται. Στρώνει την καμπαρντίνα της και κάθεται πάνω στο υγρό γρασίσι κοιτάζοντας καχύπτοντα τον ηλιόλουστο ουρανό...Αν μή τί άλλο, έχει μάθει να εκτιμάει τη μοναξιά της συλλογίζεται κι ένα χαμόγελο ανθίζει στα χείλη της .

Thursday, May 1, 2008

Πιάστε το Μάη!








Καλό μήνα σε όλους. Κι επειδή απεργώ σήμερα , αντεγραψα για το στεφάνι της Πρωτομαγιάς το κάτωθι και το προσφέρω ώς δώρο ανάγνωσης σε όλους.



Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι είναι, σχεδόν, το μοναδικό έθιμο που εξακολουθεί να μας συνδέει με την παραδοσιακή Πρωτομαγιά, μια γιορτή της άνοιξης και της φύσης με πανάρχαιες ρίζες, πλούσια σε εκδηλώσεις σε παλαιότερες εποχές. Στις μέρες μας η Πρωτομαγιά με το μάζεμα των λουλουδιών για το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, ενισχύει τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, από την οποία οι περισσότεροι έχουμε απομακρυνθεί, ζώντας στις πόλεις.

Σύμφωνα με τη διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αικατερίνη Καμηλάκη, το στεφάνι κατασκευαζόταν με βέργα από ευλύγιστο και ανθεκτικό ξύλο κλήματος ή άλλο και στολιζόταν με λουλούδια και κλαδάκια καρποφόρων δέντρων, όπως η αμυγδαλιά, η συκιά και η ροδιά. Ακόμα, το διακοσμούσαν με στάχυα από σιτάρι και κριθάρι, με κρεμμύδι αλλά και σκόρδο για το μάτι. Η χρησιμοποίηση πρασινάδας και όχι τόσο λουλουδιών με σκοπό τη μετάδοση της γονιμότητάς τους ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των μαγιάτικων συνηθειών. Στον αγροτικό χώρο, μάλιστα, δε θεωρείτο απαραίτητο το πλέξιμο στεφανιών. Αρκούσε η τοποθέτηση πάνω από την πόρτα του σπιτιού μιας δέσμης από χλωρά κλαδιά ελιάς, συκιάς, νερατζιάς, πορτοκαλιάς και άλλα μαζί με λουλούδια. Απαραίτητη ήταν, επίσης, η ύπαρξη μεταξύ τους φυτών αποτρεπτικών… του κακού, όπως είναι η τσουκνίδα, το σκόρδο και άλλα.

Σύμφωνα με κείμενο του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Μιχάλη Τιβέριου, το μαγιάτικο κλαδί ή το άνθινο στεφάνι, έχει κατά πάσα πιθανότητα τις ρίζες του στην αρχαιότητα: «Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα τέτοια κλαδιά ή στεφάνια τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι δεν έλειπαν από καμία σημαντική εκδήλωση του δημόσιου, ιδιωτικού και θρησκευτικού βίου. Επιπλέον, είναι αξιοπρόσεκτο ότι μια σημαντική γιορτή ενός μήνα των αρχαίων, του Θαργηλίωνος, που αντιστοιχούσε, περίπου, με το δικό μας Μάιο, περιλάμβανε στα δρώμενά της την κατασκευή ενός κλαδιού ανάλογου με το μαγιάτικο. Το κλαδί αυτό δεν το έφτιαχναν με άνθη, αλλά με κλαδιά οπωροφόρων δέντρων, στα οποία αναρτούσαν κρεμμύδι και σκόρδο».

Στις μέρες μας που έχουμε καθιερώσει στεφάνια από λουλούδια του αγρού ή των κήπων, τα οποία τοποθετούμε για μερικές μέρες στην κύρια είσοδο των σπιτιών μας. Δύσκολα μπορεί, πια, να ανιχνευτεί συμβολισμός στο σύγχρονο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, κατά το Μιχάλη Τιβέριο, αφού για τους περισσότερους δεν αποτελεί, ίσως, τίποτα περισσότερο από μια όμορφη και μυρωδάτη σύνθεση λουλουδιών, χωρίς να παραπέμπει σε συσχετισμούς σύμφωνα με τους οποίους «χαρίζει» στους ενοίκους ενός σπιτιού υγεία, καλή τύχη, ειρήνη, ευτυχία και ευφορία. Σίγουρα, όμως, η κατασκευή του χαρίζει ευφορία σε μεγάλους και μικρούς, που ξεφεύγοντας από τις πόλεις αναζητούν τη χαρά της άνοιξης στην ολάνθιστη φύση.

Monday, April 28, 2008

Πούρα Αβάνας για τη γιορτή της Μέλισσας

















Αυτό το πόστ είναι αφιερωμένο στη Μελισσούλα που γιόρταζε χθές

Η Μελισσούλα γλύστρησε στην καθημερινότητά μου διακριτικά, μέσα απο τη διάδραση με τη Δέσποινα. Και την ένιωσα απόλυτα κοντά μου έτσι όπως λατρεύει τα ωραία περιττά πράγματα, έτσι όπως παλεύει να νικήσει την όρεξή της. Την ένιωσα πιότερο αυτό το Πάσχα, που δεν ήθελε να το περάσει μακριά απο την οικογένειά της κι όμως το πέρασε με γέλιο και κέφι!

Χθές ήταν η γιορτή της και ώ! της σύμπτωσης. Κατέφθασε με το ταχυδρομείο το «Ημερολόγιο Αβάνας», το δικό μου βιβλίο. Η Μελισσούλα το ρούφηξε κι έγραψε τα ωραιότερα. Ενιωσα σα να ήμουν δίπλα της, σα να γιορτάζαμε μαζί του Αη Γιωργιού.

Τελικά, αυτή η μπλογκογειτονιά μου αποδεικνύει κάθε μέρα πως η ζωή μπορεί να χαμογελάει πέρα μακριά στη Λωζάννη. Πως οι άνθρωποι της μπλογκόσφαιρας είναι πιο αληθινοί απο τους χειροπιαστούς γύρω μας.

Κι επειδή της χρωστάω ένα δώρο της Μελισσούλας μου, της προσφέρω ένα απο τα πούρα των πολύχρωμων κουτιών που έχω φέρει απο την Αβάνα. Να το καπνίσουμε εξ αποστάσεως να δούμε τον αναθρώσκοντα καπνό ν’ ανεβαίνει ως τον ουρανό καλύπτοντας την απόσταση : Μόντρεαλ-Λωζάννη.

Χρόνια Πολλά Μελισσούλα μου, Ολα να σου χαμογελούν στη ζωή σου!

Με αγάπη

Ιουστίνη


Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το υπέροχο κομμάτι της Μελισσούλας

http://georgias11.blogspot.com/


Αλλά επειδή δεν κρατιέμαι , το αναδημοσιεύω με την άδειά της.



Η Αβάνα της Ιουστίνης

Της Μέλισσας

http://georgias11.blogspot.com/

την παρήγγειλα την προηγούμενη εβδομάδα από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη. Την περίμενα πως και πως και κάθε μέρα όταν επέστρεφα στο σπίτι ξεκλείδωνα με λαχτάρα το γραμματοκιβώτιο και ήλπιζα να βρω εκεί το φάκελο που θα την έκρυβε μέσα του. Σήμερα το πρωί, ξύπνησα 20 λεπτά αργότερα απ' ότι θα έπρεπε για να ετοιμαστώ και να φύγω για το γραφείο. It's just another manic Monday σκέφτηκα και χαμογέλασα γιατί ταιριάζει αυτό το τραγούδι στο χουζούρικο χαρακτήρα μου. Στα τυφλά σχεδόν ντύθηκα, χτένισα πρόχειρα τα μαλλιά μου δεν βαφτηκα καν πήρα την τσάντα μου και βγήκα από το σπίτι. Περπατώντας προς το αυτοκίνητο συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει την κάρτα εισόδου για το γραφείο. Γύρισα πίσω τρέχοντας και έψαχνα τις τσάντες που είχα κρατήσει τελευταία και τις καπαρντίνες να τη βρω. Πάνω στην ώρα έρχεται και ο Rodolphe ο επιστάτης μας να με ρωτήσει αν με πειράζει να δείξει το σπίτι σε κάποιο υποψήφιο ενοικιαστή ενώ εγώ θα έλειπα. Μια που τον βρήκα του ζήτησα να μου αλλάξει τη λάμπα στην κουζίνα γιατί το σπίτι είναι ψηλοτάβανο και δεν φτάνω ούτε με σκάλα! Τη στιγμή που έφευγε ο Rodolphe χτυπάει το κουδούνι μου ο ταχυδρόμος. Έχω γράμμα σκέφτηκα και μάλιστα συστημένο. Μου δίνει ένα φάκελο κίτρινο με φυσαλίδες. Στη θέση του αποστολέα η σφραγίδα των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη. Βάζω γρήγορα γρήγορα μια υπογραφή και μπαίνω στο σπίτι ξανά. Ανοίγω γρήγορα το φάκελο και μέσα κρυβόταν ένα βιβλίο στα χρώματα της Κούβας. Η φωτογραφία του εξώφυλλου υπέροχη. Το ξεφυλλίζω στα γρήγορα και σκέφτομαι ότι αν δεν είχα αργήσει θα πήγαινα με το τρένο στη δουλειά για να μπορέσω να το διαβάσω. Αλλά πάλι αν δεν είχα αργήσει δεν θα ήμουν εκεί για να το παραλάβω και θα περνούσαμε ακόμα ένα βράδυ χώρια... Γύρισα σπίτι το βράδυ κι αφού είχαν ησυχάσει και τα τηλέφωνα κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ μου και ξεκίνησα να διαβάζω. Σε κατακλύζουν άπειρα συναισθήματα με την ανάγνωση γιατί απλά η Ιουστίνη μας, καταφέρνει με το δικό της μοναδικό τρόπο να μεταφέρει στον αναγνώστη της, ολοζώντανα τα δικά της συναισθήματα. Απόγνωση, θλίψη, πόνο, λατρεία, θαυμασμό, γοητεία συναισθήματα που όλοι μας λίγο πολύ έχουμε νοιώσει σε διάφορες στιγμές της ζωής μας. Με συνεπαίρνει. Αδύνατον να σταματήσω. Η περιγραφή των δικών της εικόνων είναι όσο πρέπει λεπτομερής έτσι ώστε να μας δώσει την αίσθηση αλλά να αφήσει και τη φαντασία μας να ταξιδέψει ως τη δική της Αβάνα. Ακούω τις κουβανέζικες μουσικές, μυρίζω τα φοινικόδεντρα και τις μπανανιές, περπατώ νοερά δίπλα της χαζεύοντας μαγεμένη τους Κουβανούς. Μαθαίνω για τους Έλληνες της Αβάνας και μπροστά μου ξεδιπλώνονται τα ερειπωμένα αλλά και τα πολυτελή κτίρια της πόλης του Φιντέλ καθώς περπατάει και τα χαζεύει σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά. Το διάβασα σχεδόν μονορούφι, έκανα μόνο ένα διάλειμμα για να βάλω ένα ποτηράκι αμαρέττο που ταιριάζει με τόσο με τα πούρα, δεν έχω καπνίσει ποτέ πούρο αλλά νοιώθω ότι τα αρώματά τους ταιριάζουν πολύ. Δεν έχω και πολλές πιθανότητες να βρω ένα δροσερό μοχίτο αυτή την ώρα που μου έχει σπάσει τη μύτη η μυρωδιά της μέντας από το μοχίτο που πίνει στο θρυλικό Νασιονάλ. Έχω διαβάσει όλα της τα βιβλία, και αυτό που μου αρέσει είναι ότι συχνά αναζητώ να ξαναδιαβάσω κομμάτια και να ξαναζωντανέψω τις εικόνες και τα συναισθήματα που τόσο ωραία περιγράφει. Τώρα θέλω ακόμα πιο πολύ να πάω στην Κούβα και να αλητέψω στην Αβάνα της.
Ιουστίνη σ'ευχαριστώ που μου άνοιξες διάπλατα τις πόρτες του μπλογκοσπιτιού σου και σιγά σιγά γνωρίζω τον άνθρωπο που θαυμάζω μέσα από τα βιβλία του.

Monday, April 21, 2008

Πάσχα στη Λευκάδα

Της Ιουστίνης Φραγκούλη









Αφιερωμένο εξαιρετικά στην παιδική μου φίλη Νίνα Θερμού-Κολάκη και σε όλους τους συμμαθητές και συμμαθήτριές μου.

Παρόλο που ο ήλιος έχει βγεί ζεστός και λάμπει στους ουρανούς του Μόντρεαλ φέρνοντας μια ελπίδα άνοιξης, τούτες τις μέρες τις Πασχαλινές ο νούς μου γυρνάει πίσω στη Λευκάδα των λουλουδιών και των αρωμάτων.

Θυμάμαι εκείνα τα ανέμελα παιδικά χρόνια, όταν έκλειναν τα σχολεία παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδας. Κι ορμούσαμε στο σοκάκι παίζοντας μέχρι τελικής πτώσεως λες και δεν θα ερχόταν ποτέ η επόμενη μέρα για να ξαναπαίξουμε. Μας φώναζε η μάννα μου να συμμαζευτούμε για να πάμε στις ακολουθίες της μεγάλης Εβδομάδας κι εμείς παθαίναμε μελαγχολία που μας έκοβε στη μέση της ασυδοσίας.

Κι όμως φορούσαμε τις φουστίτσες μας , γυαλίζαμε τα παππουτσάκια μας και οδεύαμε στην εκκλησιά του πατέρα, θλιμμένες για τη διακοπή του παιχνιδιού. Οταν φτάναμε στο ναό η διάθεσή μας άλλαζε μεμιάς. Είχαμε κιόλας λησμονήσει τη μικρή δυστυχία μας. Παίρναμε στα χέρια το βιβλιαράκι των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας και παρακολουθούσαμε μέσα απο τη λυρική υμνωδία το Θείο Πάθος.

Ο Νυμφίος, τα Ωσαννά, η προδοσία του Ιούδα, η ανηφορική πορεία στο Γολγοθά, η Σταύρωση «Σήμερον κρεμάται επι ξύλου ο εν ύδασιν την γήν κρεμάσας...» , όλες οι σκηνές περνούσαν κινηματογραφικά στις μικρές φαντασίες μας, καθηλώνοντάς μας στους ανεπανάληπτους ύμνους τους τραγικού οδοιπορικού.

Κάθε που επιστρέφαμε τις νύχτες αργά στο σπίτι κλαίγαμε με την Κωνσταντίνα για την αδικία που είχε συμβεί στο θεό μας. Ζούσαμε εκείνες τις στιγμές λές κι ήταν προσωπική μας υπόθεση το Θείο Δράμα. Αναθυμάμαι τα μαξιλαράκια μας υγρά απο τα δάκρυα της πρώιμης συνείδησης πως η ζωή δεν θα μας χαριζόταν αφού δεν χαρίστηκε ούτε στο Χριστό!

Σάββατο του Λαζάρου πάντοτε πηγαίναμε με τον πατέρα μας στο φιγουράτο υποδηματοπωλείο της πόλης να ψωνίσουμε τα καινούρια παπούτσια της Πασχαλιάς. Η Κωνσταντίνα διάλεγε τα πιό περίεργα που υπήρχαν. Εγώ πιό κλασική περιοριζόμουν σε άσπρα με φιογκάκι για να ταιριάζουν με όλα. Το επόμενο ζευγάρι παπουτσιών θα ήταν τα καλοκαιρινά πέδιλα και δεν είχα την πολυτέλεια να μπερδευτώ με σχέδια και χρώματα που δεν ήξερα με τι φοριούνται.

Εκείνη με κορόιδευε χα!χα!χα! που δεν είχα φαντασία. Κι εγώ που δεν θα μπορούσε να φορέσει τα τρίχρωμα παπούτσια της με όλα τα φουστάνια. Αλήθεια, το Πάσχα δεν ραβόμασταν στην αγαπημένη μας μοδίστρα. Αγοράζαμε απο τους Νεωτερισμούς φουστόμπλουζες με ελαφρά ζακετάκια σε απαλά ανοιξιάτικα χρώματα. Ηταν σαν ένας ενδιάμεσος σταθμός πριν απο την καλοκαιρινή κολεξιόν, που είχε πάντα φουστανάκια πρόχειρα κι επίσημα, ραμμένα απο μοδίστρες.

Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η πιό γεμάτη μας μέρα. Απ΄το πρωί στην Αποκαθήλωση μέναμε με τις κυρίες της Εκκλησίας και στολίζαμε τον Επιτάφιο με λουλούδια απο τους κήπους των γυναικών. Με τα μικρά μας χεράκια αποτελούσαμε ένα διαμεσολαβούντα κρίκο μιας αλυσίδας ανάμεσα στα μπουκέτα των λουλουδιών και τα έμπειρα δάκτυλα των κυριών που διακοσμούσαν τον Επιτάφιό μας. Είχαμε αγωνία να γίνει ο καλύτερος, να τον θαυμάσουν όλοι στην περιφορά της Αγοράς.

Τα εγκώμια μας έκαναν να κλαίμε για το θρήνο της Παναγιάς.Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνο πού έδυ σου το Κάλλος; Πού να ξέραμε πως ήταν πρόβα ενός προσωπικού θρήνου που θα άρχιζε με την φυγή της Κωνσταντίνας και θα ίσχυε κάθε στιγμή κατόπιν;

Τη Μεγάλη Πέμπτη η μάννα μας έβαφε τα αυγά και τα στόλιζε στις μεγάλες πιατέλες με περηφάνεια που είχαν βγεί κατακόκκινα χωρίς σημάδια. Το Μεγάλο Σάββατο εκείνη ξυπνούσε απο νωρίς κι έσπαζε το κομμάτι. Μπάμ! ακουγόταν ταυτόχρονα απο όλα τα σπίτια στη γειτονιά ενώ η Φιλαρμονική μας ξύπναγε με το πένθιμο εμβατήριό της.

Το μεσημέρι κατηφορίζαμε με τον πατέρα στην Αγορά για να αγοράσουμε λαμπάδες και σοκολατένια ζωάκια. Ο Αποστόλης διάλεγε ένα απλό γαλάζιο κερί, ενώ εμείς οι δυό παίρναμε τις πιο περίτεχνες και στολισμένες με φιογκάκια και λουλούδια. Ο αδελφός μας αγόραζε το πιό στρουμπουλό αυγό, ενώ εμείς οι δυό κάτι ψιλοδίνικα λαγουδάκια.

Η Ανάσταση μας τρόμαζε με τα μπουρλότα και τις φωτοβολίδες. Τρέχαμε να κρυφτούμε κάτω απο το φουστάνι της μάννας μας. Και οι Κυριακές του Πάσχα ήταν αφιερωμένες στο σπίτι του θείου-Παπανίκου, επειδή εκείνοι έψηναν το αρνί στη σούβλα και του έβαζαν το κόκκινο αυγό στο στόμα.

Πόσο θάθελα να ξαναζήσω αυτές τις μαγικές στιγμές που ασκούν στην ύπαρξή μου μια καταλυτική ηρεμία. Στριφογυρνάνε στη μνήμη μου διαλύοντας τις κατοπινές σκιές της!