ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Wednesday, August 7, 2013

Εφυγε ο άρχοντας της γειτονιάς


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη


Κλεισμένη στο σπίτι τα πρωινά αυτού του δροσερού καλοκαιριού, γράφω, διορθώνω, παιδεύω την πέννα μου με τούτα και με κείνα. Και λαχταρώ τη γειτονιά μου στη Λευκάδα. Κι όμως η γειτονιά μου, πνιγμένη στη ζέστη και την υγρασία, πενθεί την απώλεια του άρχοντά της: Του Βασίλη Κοψιδά (Μπραϊμη) κατά το παρατσούκλι.

Ο Βασίλης ήταν ο ήρως και φόβος των παιδικών μου χρόνων. Ψηλός, ευθυτενής με αγέρωχο περπάτημα, όμορφος με ένα τσουλούφι στα μαλλιά σαν Ελβις Πρίσλεϊ. Ετσι τον έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια και βέβαια η αγαπημένη του και πανέμορφη σύζυγος, η κυρία Αίθρα, συμπλήρωνε το κάδρο της ωραίας νεότητας.

Θυμάμαι ανήμερα Πρωτοχρονιά, που άνοιγε το σπιτικό τους και πέρναγε από κεί ολάκερη η Λευκάδα για να ευχηθεί στον άρχοντα Βασίλη τα «χρόνια πολλά». Και η κυρία Αίθρα με την ωραία της τουαλέτα να σερβίρει τα μπακλαβαδάκια της, τα λικεράκια και τα ξηροκάρπια,  ανταλλάσσοντας κουβέντες με τις κυρίες και τους κυρίους επίσκέπτες της.

Θυμάμαι επίσης, τη μάννα του, τη θειά Παρασκευή με το όνομα, που ήταν ανυφάντρα στον αργαλειό της, να βγαίνει στο πλατύσκαλο να καμαρώσει το γιό της νάρχεται απ΄’ την αγορά για το μεσημεριανό γεύμα. Η θειά Παρασκευή, παρόλο που είχε κι άλλα παιδιά,  την Αννα, τη Μαρία και τον Γιώργο, δεν είχε μάτια παρά μόνο για το Βασίλη της.

Λοιπόν,ο Βασίλης ήταν απίστευτα κοινωνικός με μεγάλη γενναιόδωρη καρδιά κι ένα χιούμορ που έσπαζε κόκκαλα. Εγώ ήμουν μονίμως θύμα αυτού του χιούμορ, απο μικρό κοριτσάκι που πήγαινα στο Μπραϊμέικο και χαιρόμουν να βρίσκομαι στην αγκαλιά της Αννας ή της Μαρίας, να μου βάφουν τα νυχάκια με πολύχρωμα μανόν και η μαμά μου να θυμώνει...

Οταν μ’ έβλεπε ο Βασίλης άρχιζε το πείραγμα, πως δηλαδή τα όμορφα καλοραμμένα φουστανάκια μου από τα χεράκια της Τσίας, προερχόνταν από τα δέματα της αμερικάνικης βοήθειας, καθότι η ενορία του πατέρα μου του παπα-Νίκου,  μοίραζε ρούχα από την Ούντρα στις άπορες οικογένειες.

Ο Βασίλης με έκανε να αντιστέκομαι και να υπερασπίζομαι τα φουστανάκια, που απέκτησα κάνοντας δεκάδες πρόβες στην Τσία και τη Ναυσικά , υφιστάμενη τις τσιμπιές των καρφιτσών σε κάθε πρόβα. Με έκανε να θέλω να βγάλω τα φουστάνια μου και να κυκλοφορώ μόνο με πιτζάμες, καθώς δεν άντεχα άλλο να μου λέει ότι προερχόνταν απ΄την αμερικάνικη βοήθεια. Εκείνες τις φορές μισούσα το γεγονός ότι υπήρχε η Ούντρα, ήθελα να εξαφανιστεί από την εκκλησία μας μιά για πάντα!

Υστερα, όταν στο τέλος της σχολικής χρονιάς έπαιρνα το ενδεικτικό του Δημοτικού Σχολείου (πάντα με άριστα 10), η μαμά έφτιαχνε χαλβά και μοίραζε στη γειτονιά για το καλό. Και μου στόλιζε ένα πιάτο με 6 κομμάτια να το πάω στη δασκάλα μου, την κυρία Ελπίδα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά της στην παιδεία μας.

Ε ! μόλις με έβλεπε να κατηφορίζω με το στολισμένο πιάτο ντυμένο σε κόκκινο  σελοφάν, ο Βασίλης άρχιζε τα πειράγματα: «Α! Τώρα κατάλαβα γιατί πήρες 10 στο σχολείο, γιατί πληρώνεις τη δασκάλα με γλυκά!» Και το φώναζε δυνατά μέσα από το σπίτι του να το ακούσει όλη η γειτονιά. Κι εγώ ντρεπόμουν μέχρι θανάτου, ήθελα να ανοίξει η γή να με καταπιεί εκεί επιτόπου.

Οταν μεγάλωσα λίγο, σταμάτησα να περνώ από το παράθυρό του, έτρεχα από το κάτω μέρος της γειτονιάς, εξετάζοντας τον ορίζοντα κι ελέγχοντας πως δεν υπήρχε πιθανότητα να πέσω επάνω του. Ενας αναστεναγμός ανακούφισης έβγαινε από το λεπτεπίλεπτο σωματάκι μου όταν την γλίτωνα...Ουφ!

Ο Βασίλης συνέχισε τα πειράγματα και όταν πήγα στο Πανεπιστήμιο. Κάθε φορά που επέτρεφα ως φοιτήτρια από την Αθήνα, με τα ωραία φουστανάκια από το Μινιόν ή το Ατενέ, μου έλεγε: «Τα είχες κρύψει από την Ούντρα βλέπω και τώρα τα καλοφοράς!!! Μπράβο η αμερικάνικη βοήθεια και φοιτήτρια ακόμη σε ντύνει και σε ποδαίνει». Φυσικά ήμουν μεγάλη και άτρωτη στο χιούμορ του τώρα κι έτσι γελούσα πιά μέχρι δακρύων...

Ωστόσο, ο Βασίλης δεν σταμάτησε μόνο σε μένα, συνέχισε το πείραγμα και στον Αλέξανδρο, γιατί ήταν υποχρέωσή του να μυήσει και τον «Αμερικάνο» στο καυστικό του χιούμορ. Ο μκρός μου γιός, που πέρασε τα καλοκαίρια του στη γειτονιά της Μιχαήλ Σκένα, δεν ίδρωνε όμως. Ηταν ψύχραιμος παίχτης και δεν έπαιρνε τοις μετρητοίς τα λόγια του.

Ο Βασίλης μας, ο άρχοντας της γειτονιάς, υπέφερε πολύ τους τελευταίους μήνες. Αγόγγυστα οδηγήθηκε στο τέλος, περιστοιχισμένος από την Αίθρα του και τις αγαπημένες αδελφές του, που τον υποστήριξαν όπως εκείνος τις είχε υποστηρίξει σε όλη τη διάρκεια του βίου τους.

Η γειτονιά έχασε τον άρχοντά της, αλλά εκείνος άφησε τα σημάδια του για πάντα στη Λευκάδα και στην οδό Μιχαήλ Σκένα. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάζει τώρα στη γή της αιωνιότητας!

Χαιρετίσματα στην πεταλούδα μου, τη μαμά, και σ’ όσους έφυγαν απο τη γειτονιά κάνοντάς την να μοιάζει φτωχότερη!


Thursday, August 1, 2013

Γενεθλίων τελουμένων...


Τα γενέθλιά μου, 31 Ιουλίου, έπεφταν πάντοτε στην καρδιά του καλοκαιριού κι έτσι ήμουν καταδικασμένη να τα περνάω στη γειτονιά κι όχι στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου μοιράζοντας καραμέλλες στους συμμαθητές μου. Δεν είχα την ευκαιρία να κάνω γκλάμ γενέθλια με προσκλήσεις γιατί όλα τα παιδιά ήταν σκορπισμένα στα πέρατα της Λευκάδας.

Ωστόσο, η μαμά καλούσε τα παιδιά της γειτονιάς και έκανε ένα αυτοσχέδιο πάρτυ στην αυλή μας, φτιάχνοντας χαλβά σιμιγδαλένιο για τη μέρα, προς τιμή  μου και προς τέρψη των μεγάλων. Επίσης, αγόραζε παγωτίνια για το νεαροτερο πλήθος κι έστηνε η καημένη ένα σκηνικό εκ του προχείρου.

Χρόνια μέσα μου έβραζε αυτή η παιδική ζήλεια για τα γενέθλια των άλλων κοριτσιών, που έπεφταν μέσα στη σχολική χρονιά.Τα γενέθλια της Νανάς Ροδοπούλου (κόρης εισαγγελέως) ήταν τα πιό γκλαμουράτα της ταξης. Εκτός της χειροποίητης πρόσκλησης που έφτιαχνε η μαμά της συμμαθήτριας, εκτός από το καταστολισμένο κέικ και τα πολλά παιδάκια στο σπίτι της, φεύγαμε όλα με ένα δωράκι-έκπληξη για το καλό. Α! Τα γενέθλια της Νανάς Ροδοπούλου ήταν αξέχαστα.

Επίσης, η Μόλυ Φλωρίου, κόρη δασκάλων, έκανε ένα σούπερ κοριτσίστικο πάρτυ στην αρχή της εφηβείας μας. Μάλιστα, έβαζε μουσική και χορεύαμε τα κορίτσια.(Εδώ δεν θυμάμαι άλλα αγόρια εκτός του μικρού αδελφού της ή μήπως ήταν η εποχή που μισούσα θανάσιμα το άλλο φύλο;) Ηταν ζηλευτό το πάρτυ των γενεθλίων της γιατί η Μόλυ όπως απέδειξε η ζωή ήταν καμωμένη για ζηλευτές μαζώξεις.

Ετσι, λοιπόν, έμενα παραπονεμένη για το γενέθλιο πάρτυ. Αλλά η ζωή με έφερε στο Μοντρεάλ, όπου η καρδιά του καλοκαιριού κρατάει πολλούς φίλους.

Από το πρωί χθές άρχισαν τα τηλέφωνα να χτυπούν. Αλλά εγώ δεν τα σήκωνα γιατί απολάμβανα τις ευχές στο φέισμπουκ. Υστερα, έκανα τη γνωστή ηλιοθεραπεία μου στην ταράτσα. Χτύπησε το Δεσποινάριον εξ Ουασιγκτώνος στο κινητό και βεβαίως απόλαυσα τις εγκάρδιες ευχές της συνομιλώντας υπό τον ήλιο.

Υστερα, συναντηθήκαμε με την Γιούλα Κισκύρας που είχε κλείσει γεύμα για δύο στο εστιατόριο Μίλος. Ανάμεσα σε κουβέντες και χωρατά απολαύσαμε την υπέροχη τσιπούρα με τα λαχανικά και το παγωτό/ καταϊφι. Η Γιούλα μου χάρισε τη δροσιά της και την αγάπη της.

Το απόγευμα περάσαμε από τη Bijouterie Italienne, για κάποιες δουλειές του Τεντ. Κι εκεί μας περίμενε η οικογένεια των ιδιοκτητών με γλυκά από μια ιταλική ντολτσερία στη Μικρή Ιταλία της Σεντ Λοράν. Με τον Τεντ μοιραστήκαμε  ένα τύπου κόκ γλύκισμα βουτηγμένο σε αρωματικό ποτό. Ηταν μια πραγματική απόλαυση και προπάντων ήταν μια απρόσμενη έκπληξη.

Το βράδυ πέρασε χαλαρά στην αγαπημένη μου πιτσαρία Pizzaiole στο Παλιό Μοντρεάλ με ωραία παρέα, Μαζί μας ο Αλεξανδρίνος με την καλή του, ο συνάδελφος Πάρις Πέτρου και η δασκάλα μας η Μαρία. Το κεράκι καρφώθηκε στην καρδιά ενός τιραμισού που σερβιρίστηκε στο ποτήρι.

Μετά καταπλεύσαμε στην παραλία του λιμανιού και απολαύσαμε τα θεαματικά φωτοβολήματα της Ιταλίας να στολίζουν τους ουρανούς του Μοντρεάλ πανηγυρικά. Επιτέλους  έζησα τα γκλαμουράτα γενέθλια που ονειρευόμουν από παιδί!

Και του χρόνου με υγεία και αισιοδοξία!
Τζουστινάκι !!!
 
 
 Στην πιτσαρία που μοιάζει με μπιστρό. Τεντυ, Πάρις Πέτρου, Αλεξανδρίνος και Λωράνς
 
 Ανάμεσα στα αγόρια που φορούν ριγέ
 Ο Αλέξανδρος με τη δασκάλα των Ελληνικών του, τη Μαρία
 Αγαπημένοι ενώπιον μενού
 Το κεράκι ήρθε στο ποτήρι του τιραμισού
 Το γλυκό του Πάρι ήρθε σε σανίδα γιατί είχαν τελειώσει τα πιάτα...
 Ο Αλεξ τρελλάθηκε με τα σπιτικά γλυκά


 Η παρέα επί της οδού McGill
 Το Τζουστινάκι ντύθηκε σε Ετρο χρώματα καθώς το καλούσε το φουλάρι του Αλεξ

 Η πόλη έμοιαζε ζωγραφιά
 λαμπερή και φωτισμένη



 Πυροτεχνήματα στους ουρανούς επί τοις γενεθλίοις!!!





 Μαράκι, η δασκάλα των Ελληνικών μας
 Στο παγκάκι με αγόρια που φορούσαν το πουκάμισο το θαλασσί!!!
 
Ο Τέντυ με τη δασκάλα μας

Thursday, July 25, 2013

Αλέξης Τσίπρας: Ο Μπεμπέ Λαλά και το παρεάκι του...



Μια και ήρθε στην επικαιρότητα η αγένεια και η απρέπεια του Αλέξη Τσίπρα στον Γερμανό δημοσιογράφο, ήρθε η ώρα να αφηγηθώ την δική μου περιπέτεια με τον Αλέξις, ένα παιδί που έχει ακόμη το μπιμπερό στο στόμα, ανίκανο να απογαλακτισθεί από τα συντροφάκια του πάλαι ποτέ Ρήγα Φεραίου, Συνασπισμού, ΚΚΕ εσωτερικού και άλλων ιών  της αριστερής παθογένειας...

(Και μιλάω για αριστερή παθογένεια εγώ που κάποτε ανήκα σ’ αυτήν ως επίσημο εγγεγραμμένο μέλος, επομένως δικαιούμαι δια να ομιλώ.)

Ολα, λοιπόν, ξεκίνησαν ένα μεσημέρι αρχές του Ιούνη. Συνάντησα ένα φίλο-εξαιρετικό κύριο και υψηλό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ- τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα. Εκεί έπεσε η πρόταση να κάνω μια συνέντευξη στον Αλέξις για την HuffPost.Ο φίλος μου που γνωρίζει το κύρος και το αναγνωστικό εύρος της εφημερίδας ενθουσιάστηκε.

Το αίτημα δεν πέρασε από τους γνωστούς μηχανισμούς της στρουχτούρας της νομεγκλατούρας γι αυτό ήταν εξ υπαρχής καμμένο. Το έπιασα στον αέρα , όταν ο φίλος μου προσπάθησε να με συνδέσει με το γραφείο του Αλέξις μέσω γραμματειακής υποστήριξης.

Οι μέρες κυλούσαν, εγώ θα αναχωρούσα οσονούπω για το Μόντρεαλ... Κανένα  μήνυμα , κανένα τηλεφώνημα από τη γραμματίτσα του Αλέξις. Η οποία περί την Πέμπτη αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει και να με απειλήσει ότι ο Αλέξις ήταν απασχολημένος, τόσο απασχολημένος, με γρίππη, κρύωμα, ταξιδάκια στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσε, δεν γινόταν, ήταν αδύνατον να τον εντοπίσει, να του μιλήσει.

Της εξήγησα της μαμαζελίτσας ότι η συνέντευξη ήταν γραπτή και μόνο μια φωτό χρειαζόμουν για την ταυτοποίηση της συνέντευξης (πως δηλαδή δεν ήταν της κοιλιάς μου!). Η μαμαζελίτσα ωρυόταν ότι ο Αλέξις είναι τόσο μπίζι μα τόσο μπίζι...Κι ότι ο Αλέξις αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη στο CNN, στη  Huff Post θα έδινε;

Στο μεταξύ, είχα στείλει το λιτό, λακωνικό ερωτηματολόγιό μου μέσω μέιλ στο γραφείο του Αλέξις. Η μαμαζελίτσα δεν απάντησε πάλι. Τελικά, τηλεφώνησε την Παρασκευή στο φίλο μου και του είπε ότι μπορούσα να περάσω από τα γραφεία του Συνασπισμού/ ΣΥΡΙΖΑ για εκείνη την περίφημη φωτογραφία.

Πήγαμε λοιπόν στα λερά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ. Δώσαμε ονοματάκια και σκοπό επίσκεψης  στην είσοδο του βρωμικου κτιρίου. Ανεβήκαμε στον ‘υψιστο όροφο όπου βρίσκεται το γραφείο του προέδρου Αλέξις. Πιάτα με αποφάγια έξω από το γραφείο, όπου ειχαν συνωστισθεί διάφοροι κολλητοί , γραμματίτσες και περισπούδαστοι τύποι της ιώδους αριστεράς.

Περιμέναμε πότε θα βγεί ο Αλέξις πίσω απο τις λέξεις να του τραβήξουμε μια φωτογραφία . Μία ώρα πέρασε, ήρθε μια γραμματίτσα και μας πρόσφερε λεμονάδα (όχι την κακή κόκα κόλα του καπιταλισμού). Υστερα, πέρασε κι άλλη κι άλλη ώρα και ήρθε ο φίλος μου να μου ζητήσει ταπεινά συγγνώμη γιατί ο πρόεδρος Αλέξις δεν μπορούσε να φωτογραφηθεί, ένιωθε χάλια, αχτένιστος, φορούσε ένα απλό μακό, δεν ήταν προετοιμασμένος να συναντήσει μια δημοσιογράφο από την καπιταλιστική Βόρεια Αμερική (την οποία μόλις είχε επισκεφθεί εν χορδαίς και οργάνοις).

Αναχώρησα για το σπίτι μου, αφού πέρασα να αγοράσω ένα μικρό κατιτίς για τον γιό μου από την όμορφη Αθηνα. Και είπα, πόσο μπεμπε λαλα είναι αυτό το τυπάκι, που βρίσκεται μάλιστα στην αξιωματική αντιπολίτευση. Και απέσυρα τις ερωτήσεις μου και το αίτημα για συνέντευξη γαυτοστιγμεί και παραχρήμα με μέιλ, γιατί με μπεμπέδες δεν έχω κάτι να πώ.

Συνέλληνες σοβαρευτείτε, επιτέλους. Αν είστε κομμουνιστές ψηφίστε ΚΚΕ. Ο Αλέξις είναι ακόμη στα σπάργανα και τον κουνάνε στην κούνια του κάτι γελοίοι τυπάδες και τύπισσες από ένα παρεάκι-αχταρμά!

Τζουστινάκι

Wednesday, July 24, 2013

Le Macaron Grec με την υπογραφή της Δέσποινας Αντύπα

Le Macaron Grec με την υπογραφή της Δέσποινας ...

Η συνάδελφος Δέσποινα Αντύπα το καλοσκέφθηκε και αποφάσισε να δώσει στα μακαρόν της την ονομασία που τους ταιριάζει. Ετσι η σελίδα της Δέσποινας τώρα ονομάζεται Le Macaron Grec, ένα βαφτίσι απροπό γιά  τον τόπο και τα υλικά κατασκευής των υπέροχων γαλλικών της γλυκών... Με φρούτα του δάσους, αγριοκέρασα και σύκα, με μαστίχα και άλλα καλούδια η Δέσποινα επανέρχεται δυναμικάστο στερέωμα  με τις δροσερές  καλοκαιρινές γεύσεις των μακαρόν της.Λατρεύουμε τα ελληνικά μακαρόν της Δέσποινάς μας!!!
Όλες οι γεύσεις αλλά και η δυνατότητα παραγγελίας γίνονται μέσα από τη σελίδα του
Τα μακαρόν της Δέσποινας ξεχωρίζουν όχι μόνο για τη φρεσκάδα τους αλλά για το πάντρεμα των γεύσεων!
 

Le Petit Macaron par une Grande Patisseure!

Μπορεί η Ελλάδα να βρίσκεται στην έξαρση των αμερικανοειδών κάπκεικς με τις χιλιάδες θερμίδες, αλλά η Ευρώπη ονειρεύεται και γεύεται τα περίφημα μακαρόν, εκ Γαλλίας ορμώμενα. Είναι μικρά γλυκίσματα με λεπτεπίλεπτη γεύση παρμένη από χυμούς σοκολάτας, βανίλιας και φρούτων. Τα μακαρόν έγιναν γνωστά από την περίφημη πατισερί La Duree του Παρισιού.
Τώρα τα μακαρόν γίνονται στην Ελλάδα από τα μαγικά χέρια της Δέσποινας Αντύπα, η οποία τα συσκευάζει σε απίθανα αμπαλάζ. Η ιστορία της Δέσποινας και των μακαρόν είναι βγαλμένη από την Ελληνική κρίση χρέους και την ανεργία, γι αυτό είναι συγκινητική.

Η συνάδελφος Δέσποινα Αντύπα, που έχει εργασθεί ως δημοσιογράφος επί 21 χρόνια, τα τελευταία 15 εκ των οποίων στην Ελευθεροτυπία, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς δουλειά πριν από έναν ακριβώς χρόνο. Το διάστημα που εργαζόταν είχε σπουδάσει για δυο χρόνια ζαχαροπλαστική και όταν έμεινε άνεργη αποφάσισε να δοκιμάσει την τέχνη που έμαθε στην πράξη.

"Επειδή θέλω πάντα να ασχολούμαι με κάτι, ξεκίνησα να φτιάχνω macaron για φίλους και γνωστούς, να τα προσφέρω στο σπίτι όταν έρχονταν για καφέ η να τα πηγαίνω σαν δώρο στις επισκέψεις" μας λέει η ίδια. Και συνεχίζει: "σιγά-σιγά άρχισα να διαπιστώνω ότι άρεσαν πολύ και μου ζητούσαν να τους φτιάξω για να κερνάμε κι εκείνοι τους δικούς τους φίλους. Έτσι αποφάσισα να μάθω όσα περισσότερα μπορούσα για το παραδοσιακό αυτό γαλλικό γλύκισμα. Ξεκοκκάλισα αγγλικά και γαλλικά βιβλία, ξεψάχνισα το Ιντερνετ και έφτιαχνα ατέλειωτες ποσότητες μέρα και νύχτα μέχρι να τελειοποιηθώ. Έχοντας πάντα μέσα μου το γευστικό αποτύπωμα
και τις δομές, προσπαθώντας κάθε φορά να συνδυάσω ένα ξένο στην Ελλάδα γλυκό με δικές μας γευστικές μνήμες και συνήθειες χρησιμοποιώντας μοντέρνες τεχνικές της ζαχαροπλαστικής. Κάπως έτσι πρόεκυψε το macaron με σύκο μαυροδάφνη και τυρί ή το φιστίκι Aιγίνης ή το macaron με φρούτα του δάσους και μους γιαούρτι"

-Πως μπορεί κάποιος να προμηθευτεί τα macaron της; ρωτάμε τη Δέσποινα

"Κάθε παρασκευή γίνεται κατόπιν παραγγελίας" μας απαντάει. "Κυρίως για να μην χάνεται τίποτα από την ποιότητα και την φρεσκάδα τους. Είναι ένα πολύ ευαίσθητο και ντελικάτο γλυκό και θέλει την αντίστοιχη περιποίηση και φροντίδα. Αλλά και για έναν άλλο λόγο που ίσως σε πολλούς φαντάζει κάπως μεταφυσικός. Για μένα έχει σημασία να ξέρω για ποιον φτιάχνω κάτι. Τα λίγα πράγματα που μαθαίνω για τον πελάτη μου όσο συζητάμε την παραγγελία του, για παράδειγμα που μένει, αν δουλεύει, αν έχει μικρά παιδιά, αν είναι άντρας ή γυναίκα, ή η οποιαδήποτε άχρηστη πληροφορία που θα πάρω από εκείνον, σχηματίζει στο μυαλό μου μια εικόνα για αυτόν που για έναν ανεξήγητο ρόλο μετράει στο τελικό αποτέλεσμα. Τα macaron που θα φτιάξω εκείνη την ημέρα θα είναι μόνο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Νομίζω λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που το φαγητό της μαμάς ξεχωρίζει πάντα από ένα ακριβώς ίδιο αλλά αγορασμένο"


Όλες οι γεύσεις αλλά και η δυνατότητα παραγγελίας γίνονται μέσα από τη σελίδα του

Le Macaron Grec στο facebook.

Thursday, July 18, 2013

Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, είναι της Ελένης Γκίκα


Η Ελένη Γκίκα επανέρχεται στην ελληνική λογοτεχνία με ένα νέο πόνημα που αντλεί τον τίτλο του από ένα μουσικό αριστούργημα. «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» γιατί το επανεφηύρε η Ελένη Γκίκα με την γλώσσα της λογοτεχνίας. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της αφήγησης γλυστρούν η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις,το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.

 
Διαβάστε το αποσυρμένοι στη σιωπή σας με την «Ανοιξη»  του Ραβέλ στο μουσικό σας υπόβαθρο!

 

Καλοτάξιδο Ελένη

 

Τζουστινάκι



Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ                                                         

 [Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ]

                                                                               της Ελένης Γκίκα

 

 

 

Σελίδες: 376

Εξώφυλλο: Μαλακό

Διάσταση: 14X21

Τιμή: 15 ευρώ

ISBN: 978-960-219-277-1
              Στην τιμή συμπεριλαμβάνεται Φ.Π.Α.  6,5%
 
 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΕΝΤΗ
www.kalendis.gr
Λ. Βουλιαγμένης 70, 16777 – Ελληνικό
Τηλ.: 2109638790 Fax: 2109638791
 
 


 

 

Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει.

Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.

Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις,

το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.

«Άλεφ» και «Μπεθ», υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου «ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά», για μια αιώνια στιγμή. «Δραπέτες», καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια –για να τ’ αντέξουν− δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: «Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα  είναι πορφυρή».

Είκοσι και ένας οι νεκροί.

Και δύο έγκλειστοι.

Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου «η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή».

Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.

Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.

 

Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ’ όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ.

 Μίνι βιογραφικό

Η  Ε Λ Ε Ν Η  Γ Κ Ι Κ Α γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός στις Εικόνες και στο Έθνος της Κυριακής από το 1983, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν είκοσι οκτώ βιβλία της, μεταξύ των οποίων και τα μυθιστορήματα Οι κούκλες δεν κλαίνε, Το αίνιγμα του Άλλου, Χαίρε παραμύθι μου, Υγρός χρόνος, Πλήθος είμαι, Αιώνια επιστροφή, αρκετά ποιητικά αλλά και παιδικά βιβλία.