Της Ιουστίνης Φραγκούλη
Απο τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου στο λευτικό περιβάλλον της οικογένειάς μου πλανιόταν το όνομα του Νικηφόρου, ως ιεροκήρυκα , ως ρήτορα, ως ανθρώπου που σημάδεψε με το θείο λόγο του και τον ενθουσιασμό του τις νεανικές μέρες των γονιών μου και των άλλων Λευκαδίων.
Στο σπίτι μας όλοι οι φίλοι της οικογένειας, ο μακαριστός παππούς μου παπα-Κώστας Κακαβούλης, ο μακαριστός θείος μου παπα-Νίκος Κακαβούλης μιλούσαν σιγανά για τον εκκλησιαστικό άνδρα, που τη δεκαετία του 50-60 τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του νησιού, οργανώνοντας τα κατηχητικά, τις ομάδες, τους κύκλους της μικρής μου πόλης. Με το νεανικό του ενθουσασμό είχε κατορθώσει να φέρει κοντά στην Εκκλησία τότε όλη τη νεολαία της Λευκάδας.
Οταν το 1968 ο αρχιμανδρίτης Νικηφόρος χειροτονήθηκε σε επίσκοπο Λευκάδος και Ιθάκης απο τον μακαριστό Ιερώνυμο ένα κύμα αισιοδοξίας συνεπήρε το σπιτικό μας αλλά και τη Λευκάδα απ΄άκρη σ΄άκρη. Η οικογένειά μου σύσσωμη μετέβη στην Αθήνα για να παραστεί στη χειροτονία του σεβασμιοτάτου μητροπολίτου Νικηφόρου.
Κι εγώ έμεινα στα μετόπισθεν, ένα κοριτσάκι 10 ετών πικραμένο που δεν θα συμμετείχα σ΄αυτή τη μεγάλη χαρά του σπιτικού και του τόπου μου. Ωστόσο, οι γονείς μου έφεραν τη φωτογραφία της χειροτονίας του, που παραμένει μέχρι σήμερα ανέγγιχτη στο ταπεινό σαλόνι του πατρικού μου στη Λευκάδα.Ούτε ο γάμος του Αποστόλη ή ο δικός μου, ούτε οι βαφτίσεις των παιδιών μας κατόρθωσαν να εκτοπίσουν αυτή την υπέροχη φωτογραφία του κυρού Νικηφόρου, που κοσμεί το σπίτι μας και τις καρδιές μας.
Ηρθε, λοιπόν, εδώ και 40 χρόνια ο μητροπολίτης Νικηφόρος στην ιδιαίτερη πατρίδα μου με μια νεανική φλόγα για να ξυπνήσει τον τόπο, να δώσει νέα πνοή στο ποίμνιό του. Ο προκάτοχός του μητροπολίτης Δωρόθεος, που βρισκόταν σε σύνταξη ήταν ήδη γηραιός και η αυστηρή ποιμαντορία του είχε κουράσει το χριστεπώνυμο πλήθος, που στις αρχές του 70 αναζητούσε ένα ανανεωμένο εκκλησιαστικό λόγο.
Ο μητροπολίτης Νικηφόρος με την ορμή της νιότης του έβαλε δίπλα του στην πρωτοσυγγελεία τον θείο μου μακαριστό παπα-Νίκο Κακαβούλη. Του ανέθεσε να προχωρήσει σε τολμηρά έργα, που θα ενίσχυαν τη νεολαία και θα έδιναν άλλο προφίλ στην εκκλησία της Λευκάδας. Λίγο αργότερα, στην οικονομική και διοικητική διαχείριση όρισε τους παπα-Ηλία Μάλφα και παπα-Σπύρο Γεωργάκη εμπιστευόμενός τους τις καθημερινές διαδικασίες της μητρόπολης. Ο πατέρας μου παπα-Νίκος Φραγκούλης ανέλαβε τη διαχείριση του Γηροκομείου Λευκάδος, χτισμένου απο τον κυρό Δωρόθεο.
Ετσι ξεκίνησαν τα πολλαπλά έργα: οι εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις στο φρύδι της Φανερωμένης με θέα το απόλυτο Ιόνιο , το οικοτροφείο, το μητροπολιτικό μέγαρο.Ο μακαριστός παπα-Νίκος Κακαβούλης είχε αναδυθεί σε ένα αγώνα δρόμου για την ανοικοδόμηση του νέου προσώπου της Μητρόπολης Λευκάδας.
Τα έργα προχωρούσαν, αλλά ο παπα-Κακαβούλης έφυγε νωρίς πριν ολοκληρωθούν οι δρομολογημένες υποθέσεις. Η Μητρόπολη Λευκάδας ορφάνεψε απο την παρουσία του κι ο μητροπολίτης Νικηφόρος πέρασε μια περίοδο στασιμότητας. Εχασε το στήριγμα και την απαντοχή του στη Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης.
Η ζωή προχώρησε , όπως πάντα προχωράει χωρίς να κοιτάζει πίσω. Ο κυρός Νικηφόρος συνεχισε το πνευματικό έργο του οργώνοντας τα χωριά της Λευκάδος και την Ιθάκη , κηρύσσοντας μελίρρητα το λόγο του Θεού. Είχε μια αγάπη για τη νεολαία, την οποία στήριξε μέσα απο το οικοτροφείο αλλά και τις εφηβικές κατασκηνώσεις.
Γενικά ήταν ένας ιεράρχης χαληλών τόνων, χωρίς ευσεβιστικές κορώνες, με διάθεση κατανόησης για τους απλούς ανθρώπους. Δεν είχε στείρο διδακτισμό, άκουγε με προσοχή τους συνομιλητές του.
Συγκέντρωσε γύρω του νέους ανθρώπους- αργότερα και νέους δυναμικούς ιερείς. Στα χρόνια της ποιμαντορίας του έδειξε ταπεινότητα, ευσέβεια στην εκκλησία, δημιουργώντας ένα υγιές κλίμα στα εκλησιαστικά πράγματα , που βαλλόταν απο νέα αήθη ήθη.
Το όνομά του κυκλοφορούσε πάντοτε στο σπίτι μας, καθότι ήταν ο σεβαστός προϊστάμενος του πατέρα μου. Οι δεσμοί με την οικογένειά του και προπάντων με την αδελφή του δεσποινίδα Ασημίνα ενδυναμωνόνταν απο τις επισκέψεις τους στη Λευκάδα.
Ο μητροπολίτης Νικηφόρος ποτέ δεν μου εμφύσησε το δέος και το φόβο, όπως ο προκάτοχός του Δωρόθεος. Παρόλο που με τον δεύτερο με ένωσαν τα ιερά δεσμά της βάφτισής μου απο την αδελφή του Ιουστίνη, ο μακαριστός Δωρόθεος με φόβιζε με το δεσποτισμό του. Ενώ ο μητροπολίτης Νικηφόρος με έκανε να νιώθω οικεία, σα να ανήκα στην ευρύτερη οικογένειά του.
Την τελευταία φορά που τον επισκέφθηκα ήταν τον περασμένο Νοέμβρη στο κρεβάτι του Γηροκομείου, το οποίο επεκτάθηκε επι των ημερών της ποιμεναρχίας του με την πρωτοβουλία και τον κάματο του αγαπημένου πατέρα μου. Ο γηραιός Νικηφόρος βεβαρυμένος σωματικά απο το ατύχημα, έδειχνε ωστόσο μια νεανική ζωντάνια στα μάτια του και στην ψυχή του.
Ακόμη θυμάμαι τις ερωτήσεις του για τον αδελφό μου, το σύζυγό μου και το μικρό μου Αλέξανδρο. Είχαν μια ιδιότυπη σχέση οι δυό τους κι ας τους χώριζαν δύο γενιές. Βρισκόνταν τα καλοκαίρια στη Φανερωμένη και συζητούσαν σαν ίσοι. Ο Αλέξανδρος μου μιλούσε με θαυμασμό για κείνον.
Τώρα ο μειλίχιος Νικηφόρος εκοιμήθη. Μα το μελαγχολικό του βλέμμα, το ασκητικό του πρόσωπο, το ψηλό του παράστημα θα μείνει χαραγμένο για πάντα στη μνήμη όλων των Λευκαδίων. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει κι ας είναι αντάξιός ο διάδοχός του στο μητροπολιτικό θρόνο της Λευκάδας μας.
«Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα να μη ζητήσουνε να βρουν ποιός ήμουν». (Κωνσταντίνος Καβάφης)
Thursday, January 31, 2008
Monday, January 28, 2008
Ο Χριστόδουλος θα λάμπει για Πάντα
Της Ιουστίνης Φραγκούλη
Μετά απο σκληρή πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο μετέστη εις ουρανόν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, επιλέγοντας να αφήσει την τελευταία του πνοή στο μοναχικό κρεβάτι του σπιτιού του αντί στα απρόσωπα μηχανήματα ενός νοσοκομείου.
Ο ιεράρχης που σημάδεψε την εκκλησία και την πολιτεία της Ελλάδας επι μια δεκαετία στο μεταίχμιο του 20ου αιώνα, έδωσε τιτάνειο αγώνα με τη θανατηφόρο νόσο , προσφέροντας παράδειγμα ανδρείας σε όλο το χριστεπώνυμο πλήθος.
Απο την αρχή της περιπέτειάς του επέλεξε να μοιραστεί με το ποίμνιό του την πολυπλοκότητα του καρκίνου που κατέτρωγε τα σωθικά του πάνω απο μια δεκαετία χωρίς να έχει διαγνωσθεί απο το ιατρικό περιβάλλον του. Εκανε δημόσιο το θέμα της υγείας του κι ας γνώριζε πως θα γινόταν βορρά στα στόματα των δημοσιογράφων, των τηλεοπτικών καναλιών και εν τέλει των εκκλησιαστικών αντιπάλων του.
Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρίς, είχαν αρχίσει στα τηλεπαράθυρα οι διαμάχες των θεραπόντων ιατρών του, οι διαξιφισμοί για το χειρισμό της υγείας του αλλά και αυτή καθαυτή η μάχη της διαδοχής. Με στωικότητα ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος αφουγκραζόταν τις αήθειες επιθέσεις εναντίον του απο άλλους ιεράρχες αλλά και τα σενάρια περι της ιατρικής του αγωγής, που ανεξέλγκτα δημοσίευαν επαϊοντες και μη στον περιρρέοντα χώρο.
Στο κρεβάτι του Αρεταίειου, όπου έμεινε πάνω απο δυό μήνες, έχασε τις ελπίδες του για τη ζωή του και ξαφνικά τις ανέκτησε με την πρόταση για μεταμόσχευση απο μεγάλο γιατρό Ανδρέα Τζάκη. Εδωσε τον τελευταίο αγώνα στο Μαϊάμι χάνοντάς τον κι αυτόν μετά απο πολύμηνη αναμονή και απο το επώδυνο χειρουργείο. Τότε , συμβιβασμένος οριστικά και αμετάκλητα με την ιδέα του θανάτου, ζήτησε να επιστρέψει στην κόχη του και να μην ξαναφύγει ποτέ απο κεί πριν απ΄το τέλος.
Η πορεία του
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος το 1998 ανέβηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μετά το μακαριστό Σεραφείμ, του οποίου η μακροχρόνια ασθένεια και νοσηλεία είχε φέρει στασιμότητα στα εκκλησιαστικά πράγματα επι μια πεντεατία και πλέον.
Με τον ενθουσιασμό και τη ζέση του αισιόδοξου χαρακτήρα του, ο Χριστόδουλος, γρήγορα και χωρίς περιστροφές. άρχισε να κάνει τομές στο κοινωνικό πρόσωπο της εκκλησίας, ανοίγοντας την αγκαλιά του στους νέους, τους αδύναμους και τους φτωχούς. Η φράση για τα σκουλαρίκια, τα παντελόνια και τις μίνι φούστες των κοριτσιών έμεινε στην ιστορία, αποδεικνύοντας πως ο νέος εκκλησιαστικός ηγέτης ήταν απαλλαγμένος απο τις αγκυλώσεις του κατεστημένου. Η νεολαία άρχισε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του.
Με το έργο και τη θαλερή του προσωπικότητα κατόρθωσε απο νωρίς να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής δρέποντας τη δόξα των πολιτικών ηγετών της χώρας, που άρχισαν να ανησυχούν για τη δημοτικότητά του. Η πρωτοβουλία της διοργάνωσης συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό, όταν η κυβέρνηση Σημίτη ήθελε άλλους τόνους, σημάδεψε την απαρχή της πολιτικής του κόντρας με το ΠΑΣΟΚ.
Ταυτόχρονα η διαχριστιανική του λάμψη δεν άφηνε τους εκκλησιαστικούς ανταγωνιστές στα πέριξ να κοιμούνται ήσυχοι. Οι συμμαχίες για την κατακρήμνιση του γοήτρου του είχαν αρχίσει να στήνονται απο την πρώτη κιόλας διετία της ποιμαντορίας του.
Δύο μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν την πρώτη πενταετία της αρχιεπισκοπείας του: η σύγκρουση με την κυβέρνηση Κ.Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που ξεκίνησε την άνοιξη του 2000 και απασχόλησε για περίπου δύο χρόνια την κοινή γνώμη. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έσπειρε έναν άγονο θρησκοληπτικό φανατισμό, τον οποίο χρησιμοποίησαν εναντίον του οι πολιτικοί εχθροί του.
Σε μια συγκυρία που ο αρχεπίσκοπος είχε τη δύναμη και τη γοητεία να προτάξει το επιχείρημα της αναγραφής του θρησκεύματος ως ιστορικής αναφοράς των Ελλήνων, έπαιξε το χαρτί του φανατισμού στο έπακρο δημιουργώντας εχθρούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας.
Τότε , το 2001 στο αποκορύφωμα της κρίσης και με την αφορμή της έκδοση του βιογραφικού βιβλίου για τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Σπυρίδωνα υπο τον τίτλο «Η Μοναξιά Ενός Ασυμβίβαστου», είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω και να συζητήσω επι μακρόν μαζί του.
Με έκανε να νιώσω οικεία καθώς γνώριζε τον μακαριστό μητροπολίτη Λευκάδας Δωρόθεο, αδελφό της νονάς μου Ιουστίνης. Στο τέλος της ζεστής και ειλικρινούς μας κουβέντας σα φοβισμένο παιδί με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Φοβάμαι πως θα είμαι ένας διάττων αστήρ». Ο πόλεμος είχε σημάνει σφοδρός, πικρός, ανελέητος εναντίον του και εκείνος το είχε εισπράξει στο ακέραιο.
Ο Χριστόδουλος γεύθηκε τη δεύτερη δύσκολη περίοδο κατα τη μετωπιαία σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για θέματα που αφορούσαν τις Νέες Χώρες. Τούτη η διαμάχη κράτησε ως το 2004 και έληξε μετά την παρέμβαση της υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου.
Ωστόσο, οι πολιτικοί εχθροί του μακαριστού Αρχιεπισκόπου υπέσκαπταν το έδαφος παντοιοτρόπως. Με αφορμή τη σκοτεινή ιστορία του Βαβύλη στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων το 2005, ο αρχιερέας γνώρισε την πιό ανελέητη επίθεση στο πρόσωπό του. Κατηγορήθηκε για αμαρτήματα που μένει ακόμη να αποδειχθούν. Και η προσπάθεια προσανατολίσθηκε μεθοδευμένα στο να φθαρεί το πρόσωπό του και κατ επέκταση το σύγχρονο πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η κοσμική ηγεσία θέλησε να ποδοπατήσει τον ιεράρχη και το πέτυχε ως ένα σημείο απογυμνώνοντάς τον απο φίλους. Στο τραπέζι ρίχθηκε τότε ως καραμέλα η ιδέα του διαχωρισμού εκκλησίας και πολιτείας.
Η ασθένειά του μακαριστού Χριστόδουλου έγινε η γέφυρα για την καταλλαγή της πολιτικής ηγεσίας του τόπου με τον ιεράρχη. Φίλοι κι εθχροί του με γνήσιο ή υποκριτικό ενδιαφέρον δρασκέλισαν τα σκαλοπάτια του νοσοκομείου για να δείξουν το ανθρώπινο ενδιαφέρον τους αλλά και για να καρπωθούν της δημοφιλίας του.
Εκείνος βάδισε το Γολγοθά του με αξιοπρέπεια, πίστη, ευγένεια και ανδρεία. Κι έδωσε απάντηση σε μας τους υπόλοιπους για το ερώτημα του θανάτου, πως δηλαδή μπορεί να είναι ο προθάλαμος της αιωνιότητας στη γειτονιά του ουρανού.
Τώρα ο «Χριστόδουλός μας» θα ξέρει πως δεν υπήρξε ένας διάττων αστήρ, καθώς η λεβεντιά του θα λάμπει στο διηνεκές ανάμεσα στ΄αστέρια του ουρανού. Μια απ΄αυτές τις φωτεινές μαρμαριγές της έναστρης νύχτας σίγουρα θα είναι η δική του! Για Πάντα!
Μετά απο σκληρή πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο μετέστη εις ουρανόν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, επιλέγοντας να αφήσει την τελευταία του πνοή στο μοναχικό κρεβάτι του σπιτιού του αντί στα απρόσωπα μηχανήματα ενός νοσοκομείου.
Ο ιεράρχης που σημάδεψε την εκκλησία και την πολιτεία της Ελλάδας επι μια δεκαετία στο μεταίχμιο του 20ου αιώνα, έδωσε τιτάνειο αγώνα με τη θανατηφόρο νόσο , προσφέροντας παράδειγμα ανδρείας σε όλο το χριστεπώνυμο πλήθος.
Απο την αρχή της περιπέτειάς του επέλεξε να μοιραστεί με το ποίμνιό του την πολυπλοκότητα του καρκίνου που κατέτρωγε τα σωθικά του πάνω απο μια δεκαετία χωρίς να έχει διαγνωσθεί απο το ιατρικό περιβάλλον του. Εκανε δημόσιο το θέμα της υγείας του κι ας γνώριζε πως θα γινόταν βορρά στα στόματα των δημοσιογράφων, των τηλεοπτικών καναλιών και εν τέλει των εκκλησιαστικών αντιπάλων του.
Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρίς, είχαν αρχίσει στα τηλεπαράθυρα οι διαμάχες των θεραπόντων ιατρών του, οι διαξιφισμοί για το χειρισμό της υγείας του αλλά και αυτή καθαυτή η μάχη της διαδοχής. Με στωικότητα ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος αφουγκραζόταν τις αήθειες επιθέσεις εναντίον του απο άλλους ιεράρχες αλλά και τα σενάρια περι της ιατρικής του αγωγής, που ανεξέλγκτα δημοσίευαν επαϊοντες και μη στον περιρρέοντα χώρο.
Στο κρεβάτι του Αρεταίειου, όπου έμεινε πάνω απο δυό μήνες, έχασε τις ελπίδες του για τη ζωή του και ξαφνικά τις ανέκτησε με την πρόταση για μεταμόσχευση απο μεγάλο γιατρό Ανδρέα Τζάκη. Εδωσε τον τελευταίο αγώνα στο Μαϊάμι χάνοντάς τον κι αυτόν μετά απο πολύμηνη αναμονή και απο το επώδυνο χειρουργείο. Τότε , συμβιβασμένος οριστικά και αμετάκλητα με την ιδέα του θανάτου, ζήτησε να επιστρέψει στην κόχη του και να μην ξαναφύγει ποτέ απο κεί πριν απ΄το τέλος.
Η πορεία του
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος το 1998 ανέβηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μετά το μακαριστό Σεραφείμ, του οποίου η μακροχρόνια ασθένεια και νοσηλεία είχε φέρει στασιμότητα στα εκκλησιαστικά πράγματα επι μια πεντεατία και πλέον.
Με τον ενθουσιασμό και τη ζέση του αισιόδοξου χαρακτήρα του, ο Χριστόδουλος, γρήγορα και χωρίς περιστροφές. άρχισε να κάνει τομές στο κοινωνικό πρόσωπο της εκκλησίας, ανοίγοντας την αγκαλιά του στους νέους, τους αδύναμους και τους φτωχούς. Η φράση για τα σκουλαρίκια, τα παντελόνια και τις μίνι φούστες των κοριτσιών έμεινε στην ιστορία, αποδεικνύοντας πως ο νέος εκκλησιαστικός ηγέτης ήταν απαλλαγμένος απο τις αγκυλώσεις του κατεστημένου. Η νεολαία άρχισε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του.
Με το έργο και τη θαλερή του προσωπικότητα κατόρθωσε απο νωρίς να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής δρέποντας τη δόξα των πολιτικών ηγετών της χώρας, που άρχισαν να ανησυχούν για τη δημοτικότητά του. Η πρωτοβουλία της διοργάνωσης συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό, όταν η κυβέρνηση Σημίτη ήθελε άλλους τόνους, σημάδεψε την απαρχή της πολιτικής του κόντρας με το ΠΑΣΟΚ.
Ταυτόχρονα η διαχριστιανική του λάμψη δεν άφηνε τους εκκλησιαστικούς ανταγωνιστές στα πέριξ να κοιμούνται ήσυχοι. Οι συμμαχίες για την κατακρήμνιση του γοήτρου του είχαν αρχίσει να στήνονται απο την πρώτη κιόλας διετία της ποιμαντορίας του.
Δύο μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν την πρώτη πενταετία της αρχιεπισκοπείας του: η σύγκρουση με την κυβέρνηση Κ.Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που ξεκίνησε την άνοιξη του 2000 και απασχόλησε για περίπου δύο χρόνια την κοινή γνώμη. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έσπειρε έναν άγονο θρησκοληπτικό φανατισμό, τον οποίο χρησιμοποίησαν εναντίον του οι πολιτικοί εχθροί του.
Σε μια συγκυρία που ο αρχεπίσκοπος είχε τη δύναμη και τη γοητεία να προτάξει το επιχείρημα της αναγραφής του θρησκεύματος ως ιστορικής αναφοράς των Ελλήνων, έπαιξε το χαρτί του φανατισμού στο έπακρο δημιουργώντας εχθρούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας.
Τότε , το 2001 στο αποκορύφωμα της κρίσης και με την αφορμή της έκδοση του βιογραφικού βιβλίου για τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Σπυρίδωνα υπο τον τίτλο «Η Μοναξιά Ενός Ασυμβίβαστου», είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω και να συζητήσω επι μακρόν μαζί του.
Με έκανε να νιώσω οικεία καθώς γνώριζε τον μακαριστό μητροπολίτη Λευκάδας Δωρόθεο, αδελφό της νονάς μου Ιουστίνης. Στο τέλος της ζεστής και ειλικρινούς μας κουβέντας σα φοβισμένο παιδί με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Φοβάμαι πως θα είμαι ένας διάττων αστήρ». Ο πόλεμος είχε σημάνει σφοδρός, πικρός, ανελέητος εναντίον του και εκείνος το είχε εισπράξει στο ακέραιο.
Ο Χριστόδουλος γεύθηκε τη δεύτερη δύσκολη περίοδο κατα τη μετωπιαία σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για θέματα που αφορούσαν τις Νέες Χώρες. Τούτη η διαμάχη κράτησε ως το 2004 και έληξε μετά την παρέμβαση της υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου.
Ωστόσο, οι πολιτικοί εχθροί του μακαριστού Αρχιεπισκόπου υπέσκαπταν το έδαφος παντοιοτρόπως. Με αφορμή τη σκοτεινή ιστορία του Βαβύλη στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων το 2005, ο αρχιερέας γνώρισε την πιό ανελέητη επίθεση στο πρόσωπό του. Κατηγορήθηκε για αμαρτήματα που μένει ακόμη να αποδειχθούν. Και η προσπάθεια προσανατολίσθηκε μεθοδευμένα στο να φθαρεί το πρόσωπό του και κατ επέκταση το σύγχρονο πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η κοσμική ηγεσία θέλησε να ποδοπατήσει τον ιεράρχη και το πέτυχε ως ένα σημείο απογυμνώνοντάς τον απο φίλους. Στο τραπέζι ρίχθηκε τότε ως καραμέλα η ιδέα του διαχωρισμού εκκλησίας και πολιτείας.
Η ασθένειά του μακαριστού Χριστόδουλου έγινε η γέφυρα για την καταλλαγή της πολιτικής ηγεσίας του τόπου με τον ιεράρχη. Φίλοι κι εθχροί του με γνήσιο ή υποκριτικό ενδιαφέρον δρασκέλισαν τα σκαλοπάτια του νοσοκομείου για να δείξουν το ανθρώπινο ενδιαφέρον τους αλλά και για να καρπωθούν της δημοφιλίας του.
Εκείνος βάδισε το Γολγοθά του με αξιοπρέπεια, πίστη, ευγένεια και ανδρεία. Κι έδωσε απάντηση σε μας τους υπόλοιπους για το ερώτημα του θανάτου, πως δηλαδή μπορεί να είναι ο προθάλαμος της αιωνιότητας στη γειτονιά του ουρανού.
Τώρα ο «Χριστόδουλός μας» θα ξέρει πως δεν υπήρξε ένας διάττων αστήρ, καθώς η λεβεντιά του θα λάμπει στο διηνεκές ανάμεσα στ΄αστέρια του ουρανού. Μια απ΄αυτές τις φωτεινές μαρμαριγές της έναστρης νύχτας σίγουρα θα είναι η δική του! Για Πάντα!
Saturday, January 26, 2008
Χίλλαρυ ή μήπως Μπίλλαρυ;
Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη
Τη Χίλλαρυ, ταπεινωμένη απο το σεξουαλικό σκάνδαλο του προέδρου άντρα της με την Λεβίνσκι, τη γνώρισα στο πάρτυ των γενεθλίων της, παραμονές των εκλογών για τη γερουσία το 1999. Ημουν καλεσμένη του κοινού αγαπημένου φίλου και υποστηρικτή της Τζόν Κατσιματίδη, ο οποίος οργάνωσε διάφορες εκδηλώσεις για την οικονομική υποστήριξη της προεκλογικής της εκστρατείας.
Η πρώτη τότε κυρία των ΗΠΑ μου παραχώρησε συνέντευξη για το περιοδικό της Ελευθεροτυπίας Ε δηλώνοντας αισιόδοξη για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004 , όταν η χώρα μας βαλλόταν πανταχόθεν για καθυστέρηση των έργων υποδομής και για την απειλή της τρομοκρατίας.
Η επαφή μαζί της, ομολογώ, με απογοήτευσε. Το παγωμένο χαμόγελο στα χείλη της, το ψυχρό της βλέμμα, η επαγγελματική της ευπρέπεια ( ακόμη και στο περιθώριο του πάρτυ των δικών της γενεθλίων) με έκαναν να σκεφθώ αυτόματα πως πρόκειται για μια γυναίκα με στοιχημένο νού , με υπολογισμένο το κάθε της βήμα στην πολιτική αρένα. Γρήγορα κατανόησα γιατί η Χίλλαρυ είχε υπομέινει καρτερικά ένα χρόνο νωρίτερα το δημόσιο εξευτελισμό απο το σεξουαλικό σκάνδαλο του συζύγου της: γιατί ήταν φτιαγμένη απο το υλικό του πρέπει και του μή.
Αντίθετα, ο Μπίλ ήταν ένας ζεστός οικοδεσπότης, που σκόρπιζε χαμόγελα στους καλεσμένους των γενεθλίων της συζύγου του. Αν και στη θέση ακόμη του προέδρου της υπερδύναμης ,απο τη ζεστασιά και την οικειότητά του φαινόταν πως ήταν ανθρωποκεντρικός, χαριτωμένος, ανοιχτός στις σχέσεις. Ο πρόεδρος της Αμερικής φάνταζε λιγότερο συντεταγμένος απο τη σύζυγό του που έκανε τότε αρχή στην προσωπική πολιτική της καριέρα με τη μάχη για τη γερουσία, στοχοθετώντας το όνειρο να γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Αμερικής.
Η Χίλλαρυ έκτοτε απέδειξε πως ήταν μια ικανή γερουσιάστρια της Νέας Υόκρης. Πατώντας στην προεδρική θητεία του συζύγου της, αλλά και στην επιτυχημένη δική της παρουσία στην αμερικάνικη γερουσία, αποφάσισε να κατέβει ως υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών, διεκδικώντας την προεδρία έναντι οιουδήποτε κόστους.
Η αρχή φαινόταν ευοίωνη για την ίδια. Το δίπολο Κλίντον-Μπούς φάνηκε να της χαρίζει εύκολους πόντους, καθώς η διοίκηση του Τζόρτζ Μπούς τζούνιορ οδήγησε την Αμερική στη μεγαλύτερη αναξιοπιστία που γνώρισε η χώρα τόσο σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής όσο και στο οικονομικό πεδίο.
Ωστόσο, ένας νεαρός μαύρος, με όμορφη , ξύπνια και αυτοδημιούργητη σύζυγο, με μια αγία οικογένεια, άρχισε ξαφνικά να κλέβει τις εντυπώσεις. Ο χαρισματικός λόγος του Ομπάμα , το ζεστό του βλέμμα, η αιρετική του άποψη για το Ιράκ, άρχισαν να κερδίζουν έδαφος στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Κόμματος και μάλιστα στις πολιτείες των λευκών. Η συντριπτική ήττα της Χίλλαρυ στην Αϊόβα σήμανε το καμπανάκι της αποτυχίας.
Το Νιού Χαμσάιαρ με τα προγνωστικά , που έδειχναν τον Ομπάμα ως νικητή και μάλιστα με θεαματική διαφορά έναντι της αντιπάλου του, κόντεψε να φέρει τη Χίλλαρυ στα όρια της νευρικής κρίσης. Εάν έχανε και τούτο το απόλυτο προπύργιο του φιλελευθερισμού της λευκής ψήφου, ουσιαστικά θα είχε χάσει κάθε ελπίδα να κερδίσει το χρίσμα.
Τότε , επιστράτευσε τον σύζυγό της, τον γλυκομίλητο Μπίλ, παρα τους φόβους των στρατηγών της καμπάνιας της πως θα μπορούσε η παρουσία του να γίνει μπούμερανγκ. Ετσι η Χίλλαρυ ξανάγινε Μπίλλαρυ, όπως την αποκαλεί μια καλή μου φίλη. Ξανάγινε δηλαδή αυτό που υπήρξε πάντα, η σύζυγος του χαρισματικού προέδρου.
Σ΄αυτή την κάλπη του Νιού Χαμσάιαρ έπαιξε και το παιχνίδι των δακρύων. Η Χίλλαρυ έκλαψε εκλιπαρώντας για την ψήφο των γυναικών. Εδειξε πως τα παγωμένα γαλανά μάτια της μπορούσαν να συγκινηθούν απο το φόβο της αποτυχίας.
Σήμερα η Χίλλαρυ συνεχίζει να κερδίζει τις εντυπώσεις και τις κάλπες των προκριματικών εκλογών, παρά το γεγονός πως ψήφισε υπέρ της παραμονής των στρατευμάτων στο Ιράκ και πως σε μια νύχτα άλλαξε ιδέες και πολιτική πάνω στο κρίσιμο θέμα.
Ντύνεται με αυστηρά ταγιέρ για να δείξει πως ξέρει να φοράει παντελόνια και πως ο δυναμισμός της δεν υστερεί των αρσενικών αντιπάλων της. Μοιάζει να ξεχνάει πάλι πως οι ψηφοφόροι θέλουν ν΄ακούσουν λίγη μουσική , να την κοιτάξουν στα μάτια σαν δικιά τους, να αισθανθούν πως είναι η παλιά καλή τους Μπίλλαρυ! Αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει το προνόμιό της έναντι των υπόλοιπων αντιπάλων της!
Τη Χίλλαρυ, ταπεινωμένη απο το σεξουαλικό σκάνδαλο του προέδρου άντρα της με την Λεβίνσκι, τη γνώρισα στο πάρτυ των γενεθλίων της, παραμονές των εκλογών για τη γερουσία το 1999. Ημουν καλεσμένη του κοινού αγαπημένου φίλου και υποστηρικτή της Τζόν Κατσιματίδη, ο οποίος οργάνωσε διάφορες εκδηλώσεις για την οικονομική υποστήριξη της προεκλογικής της εκστρατείας.
Η πρώτη τότε κυρία των ΗΠΑ μου παραχώρησε συνέντευξη για το περιοδικό της Ελευθεροτυπίας Ε δηλώνοντας αισιόδοξη για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004 , όταν η χώρα μας βαλλόταν πανταχόθεν για καθυστέρηση των έργων υποδομής και για την απειλή της τρομοκρατίας.
Η επαφή μαζί της, ομολογώ, με απογοήτευσε. Το παγωμένο χαμόγελο στα χείλη της, το ψυχρό της βλέμμα, η επαγγελματική της ευπρέπεια ( ακόμη και στο περιθώριο του πάρτυ των δικών της γενεθλίων) με έκαναν να σκεφθώ αυτόματα πως πρόκειται για μια γυναίκα με στοιχημένο νού , με υπολογισμένο το κάθε της βήμα στην πολιτική αρένα. Γρήγορα κατανόησα γιατί η Χίλλαρυ είχε υπομέινει καρτερικά ένα χρόνο νωρίτερα το δημόσιο εξευτελισμό απο το σεξουαλικό σκάνδαλο του συζύγου της: γιατί ήταν φτιαγμένη απο το υλικό του πρέπει και του μή.
Αντίθετα, ο Μπίλ ήταν ένας ζεστός οικοδεσπότης, που σκόρπιζε χαμόγελα στους καλεσμένους των γενεθλίων της συζύγου του. Αν και στη θέση ακόμη του προέδρου της υπερδύναμης ,απο τη ζεστασιά και την οικειότητά του φαινόταν πως ήταν ανθρωποκεντρικός, χαριτωμένος, ανοιχτός στις σχέσεις. Ο πρόεδρος της Αμερικής φάνταζε λιγότερο συντεταγμένος απο τη σύζυγό του που έκανε τότε αρχή στην προσωπική πολιτική της καριέρα με τη μάχη για τη γερουσία, στοχοθετώντας το όνειρο να γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Αμερικής.
Η Χίλλαρυ έκτοτε απέδειξε πως ήταν μια ικανή γερουσιάστρια της Νέας Υόκρης. Πατώντας στην προεδρική θητεία του συζύγου της, αλλά και στην επιτυχημένη δική της παρουσία στην αμερικάνικη γερουσία, αποφάσισε να κατέβει ως υποψήφια για το χρίσμα των Δημοκρατικών, διεκδικώντας την προεδρία έναντι οιουδήποτε κόστους.
Η αρχή φαινόταν ευοίωνη για την ίδια. Το δίπολο Κλίντον-Μπούς φάνηκε να της χαρίζει εύκολους πόντους, καθώς η διοίκηση του Τζόρτζ Μπούς τζούνιορ οδήγησε την Αμερική στη μεγαλύτερη αναξιοπιστία που γνώρισε η χώρα τόσο σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής όσο και στο οικονομικό πεδίο.
Ωστόσο, ένας νεαρός μαύρος, με όμορφη , ξύπνια και αυτοδημιούργητη σύζυγο, με μια αγία οικογένεια, άρχισε ξαφνικά να κλέβει τις εντυπώσεις. Ο χαρισματικός λόγος του Ομπάμα , το ζεστό του βλέμμα, η αιρετική του άποψη για το Ιράκ, άρχισαν να κερδίζουν έδαφος στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Κόμματος και μάλιστα στις πολιτείες των λευκών. Η συντριπτική ήττα της Χίλλαρυ στην Αϊόβα σήμανε το καμπανάκι της αποτυχίας.
Το Νιού Χαμσάιαρ με τα προγνωστικά , που έδειχναν τον Ομπάμα ως νικητή και μάλιστα με θεαματική διαφορά έναντι της αντιπάλου του, κόντεψε να φέρει τη Χίλλαρυ στα όρια της νευρικής κρίσης. Εάν έχανε και τούτο το απόλυτο προπύργιο του φιλελευθερισμού της λευκής ψήφου, ουσιαστικά θα είχε χάσει κάθε ελπίδα να κερδίσει το χρίσμα.
Τότε , επιστράτευσε τον σύζυγό της, τον γλυκομίλητο Μπίλ, παρα τους φόβους των στρατηγών της καμπάνιας της πως θα μπορούσε η παρουσία του να γίνει μπούμερανγκ. Ετσι η Χίλλαρυ ξανάγινε Μπίλλαρυ, όπως την αποκαλεί μια καλή μου φίλη. Ξανάγινε δηλαδή αυτό που υπήρξε πάντα, η σύζυγος του χαρισματικού προέδρου.
Σ΄αυτή την κάλπη του Νιού Χαμσάιαρ έπαιξε και το παιχνίδι των δακρύων. Η Χίλλαρυ έκλαψε εκλιπαρώντας για την ψήφο των γυναικών. Εδειξε πως τα παγωμένα γαλανά μάτια της μπορούσαν να συγκινηθούν απο το φόβο της αποτυχίας.
Σήμερα η Χίλλαρυ συνεχίζει να κερδίζει τις εντυπώσεις και τις κάλπες των προκριματικών εκλογών, παρά το γεγονός πως ψήφισε υπέρ της παραμονής των στρατευμάτων στο Ιράκ και πως σε μια νύχτα άλλαξε ιδέες και πολιτική πάνω στο κρίσιμο θέμα.
Ντύνεται με αυστηρά ταγιέρ για να δείξει πως ξέρει να φοράει παντελόνια και πως ο δυναμισμός της δεν υστερεί των αρσενικών αντιπάλων της. Μοιάζει να ξεχνάει πάλι πως οι ψηφοφόροι θέλουν ν΄ακούσουν λίγη μουσική , να την κοιτάξουν στα μάτια σαν δικιά τους, να αισθανθούν πως είναι η παλιά καλή τους Μπίλλαρυ! Αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει το προνόμιό της έναντι των υπόλοιπων αντιπάλων της!
Sunday, January 20, 2008
Οι Βρυξέλλες σου και οι δικές μου
Της Ιουστίνης Φραγκούλη
(Διήγημα απο το βιβλίο μου Στις Αγορές του Κόσμου, Ελληνικά Γράμματα 2004)
Μού γράφεις πως πλήττεις θανάσιμα στις Βρυξέλλες , πως ασφυκτιάς, πως σε πλακώνουν οι ουρανοί που δε λένε να πάρουν ούτε μια τόση δά λιγοστή απόχρωση γαλάζιου σαν αυτού της Αίγινάς μας.
Μού λές πως αυτή η διαρκής απουσία του ήλιου κοντεύει να σε τρελλάνει, πως θέλεις να βρεθείς στο νησί να βρέξεις τη σάρκα σου μέσα στα διάφανα νερά του. Πως θέλεις να μπαρκάρεις στο καϊκι του Αντρέα να πάμε για ψάρεμα έστω κι αν είναι να πιάσουμε σπαράκια, όπως τότε παιδιά με τα σκελετωμένα καλαμίδια στην παραλία του νησιού. Θέλεις,λές, να τα τηγανίσουμε, να βουήξει το σπίτι απ’ την ψαρίλα.
Θέλεις να βρεθείς κατάσαρκα με τον ήλιο μέσ’ στην καρδιά του χειμώνα και να γευτείς βαθειά στους πόρους σου αυτό που ορίστηκε σαν ακλυονίδα μέρα. Πως σού λείπει παράφορα η Ελλάδα. Πως οι λέξεις:έλλειψη, έλλειμμα, μού λείπει, μούλειψε, είναι οι μόνες που αναγνωρίζεις στο ιδιότυπο λεξικό σου.Πως τριγυρνάει ο νούς σε όσα ζήσαμε σε τούτο το νησί όταν μεγαλώναμε ξένοιαστες με το νού στραμμένο μόνο στα μαθήματά μας και στα παιχνίδια μας.
Μού λές πως έπαψες να νιώθεις οποιαδήποτε επιθυμία για την παλέτα με τα χρώματα αφότου έστρεψες την πλάτη στη γή σου. Πως δεν σε συγκινεί τίποτε για ν’ αρχίσεις να ζωγραφίζεις πάλι. Και πως τα ψήγματα των αναμνήσεων που κουβαλάς, για να ενεργοποιηθούν πρέπει ν’ αγγίζουν την Αίγινα δώδεκα μήνες το χρόνο. Μού λές πως στέρεψαν οι αισθήσεις σου και πως τρελλαίνεσαι στην προοπτική ότι μπορεί το χώμα των Βρυξελλών να σκεπάσει το τέλος της ύπαρξής σου, γιατί αυτό δεν είναι ελαφρύ σαν το δικό μας.Εχει βαρύνει αμετάκλητα απο την υγρασία της βροχής, μού γράφεις.
Μού μολογάς πως έφτασες μέχρι τα σκαλοπάτια του ψυχιάτρου να μάθεις πώς σού συμβαίνει να ζείς σε μιά πόλη που τη νιώθεις ξένη, μακρινή, κάδρο μιάς άλλης φωτογραφίας. Πώς είναι δυνατόν να αισθάνεσαι διαρκώς απούσα απ’ τη ζωή σου. Πώς το μυαλό σου διαρκώς σού παίζει αυτό το αδιάκοπο κρυφτούλι με τις παραστάσεις απο την πατρίδα. Πώς δεν σού φτάνουν καριέρα, σπίτι-μεγαλείο, άντρας δίμετρος και δυό παιδιά.
Μού εμπιστεύεσαι πως δεν είναι ικανό αυτό το πλέγμα της κοινωνικής καταξίωσης να σε ολοκληρώσει γιατί εσύ θέλεις ν’ ανοίγεις το παράθυρο και να σού χαμογελούνε ανθισμένες αμυγδαλιές μεσ’ στο Φλεβάρη. Και αντ’ αυτού αντικρύζεις δακρύεντα ουρανό, μού γράφεις, και σπίτια πολυόροφα σ’ ένα αρχιτεκτονικό στύλ που εξακολουθεί να σε ξενίζει. Πως εσύ ήσουν καμωμένη να κατοικείς στο δίπατο πατρικό σου το νεοκλασσικό που έχει ξεθωριάσει απ΄τη φθορά μιά και κανείς δεν το φροντίζει.
Τόσα χρόνια μού απαρριθμείς τα παράπονά σου για τον τόπο όπου διάλεξες να διαπράξεις τη φυγή σου, να κάνεις την καριέρα σου και τη ζωή σου. Κι εγώ τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω προσπαθώντας ν’ ανιχνεύσω πίσω απο τις γραμμές τί σού συμβαίνει. Πολλές φορές τ’ απογεύματα όταν έχω ησυχία ανατρέχω στα γράμματά σου που έχουν αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του παράπονου και της νοσταλγίας. Αλλοτε μού φέρνουν δάκρυα στα μάτια κι άλλοτε προκαλούν την έκρηξή μου. Ομως, έχουν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Να με οδηγούν στην αναζήτηση του τόπου που νιώθεις πως σε φυλακίζει.
Πρέπει, λοιπόν, να σού αποκαλύψω πως όσα χρόνια εσύ μού αράδιαζες τις θυμωμένες σου γραφές για την πόλη σου, εγώ εξερευνούσα μέσα απο βιβλία και ντοκυμαντέρ τις Βρυξέλλες. Και κατάφερα να τις αγαπήσω. Οχι απο αντίδραση αλλά απο μια βαθειά ανάγκη να εξερευνήσω το τοπίο που σε πνίγει, μπήκα στο ταξίδι της πόλης σου.
Κι ανακάλυψα πως είναι μια μικροσκοπική πρωτεύουσα της Ευρώπης, μια αρχιτεκτονική μινιατούρα με πάρκα ολοπράσινα και λιμνούλες στην καρδιά της. Με κτίρια στενά και πολυόροφα που έλκουν την αρχιτεκτονική καταγωγή τους απο το μεσαίωνα. Με μια Grande Place κεντημένη γύρω γύρω απο οικοδομήματα φτιαγμένα περίτεχνα σαν δαντέλλες.
Με στενά δρομάκια όπου ξεπροβάλλουν οι μπυραρίες και τα φίνα εστιατόρια. Οπου σε ατμόσφαιρα πνιγμένη απο λάμπες και βιτρό απολαμβάνεις μπύρα παγωμένη ζωντανή απο το βαρέλι σε όποια απόχρωση και γεύση επιθυμείς. Οπου οι συνδαιτημόνες δεν μιλούν φωναχτά ούτε γελάνε με αναίδεια.
Η μόνη ασχήμια της,διαβάζω και βλέπω στα ντοκυμαντέρ, είναι τα μεγαθήρια της Ευρωπαϊκής διοίκησης που της τρυπούν τα σπλάγχνα και την πληγώνουν. Αλλά κι αυτά συγχωρητέα είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη γιατί υπηρετούν τη νέα εποχή. Κι έτσι είναι πάντα οι νέες εποχές, γεωμετρικές, σημαδεμένες απο την ανάγκη να στεγάσουν κόσμο, να εξοικονομήσουν χρήμα και χώρο.
Πώς γίνεται εγώ να συγχωρώ στην πόλη σου τα ελάχιστα ελαττώματά της κι εσύ να μη βλέπεις ούτε μιά πτυχή της ομορφάδας της; Πώς σού γλυστρούνε απο τα μάτια όλα αυτά που εγώ διακρίνω φευγαλέα στην τηλεόραση ως φόντο ακόμη και των δηλώσεων του Παπανδρέου;
Την ώρα που εσύ μάχεσαι τον ουρανό των Βρυξελλών εγώ προσπαθώ να δώ μια χαραμάδα του, να καταλάβω απο μακριά πώς ζεί ο άλλος κόσμος, ο ευρωπαϊκός, αυτός ο πέρα απο την Αίγινα.
Πολλές φορές αναρρωτιέμαι αν ξέμενες πίσω στην πατρίδα μας πώς θάσουν σήμερα.Περίπου όπως εγώ. Μια καθηγήτρια φιλολογίας διορισμένη στο Λύκειο της Αίγινας με τελειωμένο ενδιαφέρον για το επάγγελμα. Ούτε ένα ποίημα του Καβάφη δεν ξυπνάει το φιλολογικό μου οίστρο πλέον. Εξάντλησα τα αποθέματα της γνώσης μου και της υπομονής μου στους αχάριστους έφηβους που σφυρίζουν όταν μιλάω. Που περιμένουν να γυρίσω το κεφάλι για να χαχανίσουν επιδεικτικά και προσβλητικά.
Παντρεμένη κι αφρατούλα, όπως με λές κι εσύ χαϊδευτικά τα καλοκαίρια όταν έρχεσαι λεπτή και καλοδιατηρημένη με τα κομψά καλοκαιρινά σου συνολάκια, αυτά που αγοράζεις απο την Avenue Louise, που κατα τα άλλα μισείς θανάσιμα. Μυρίζεις Ευρωπαία κι ας προσποιείσαι την Αιγινίτισσα.
Σού τόπα πως ο ήλιος της Αίγινας μού είναι παγερά αδιάφορος; Η μάλλον απίστευτα ενοχλητικός γιατί με καίει όταν διασχίζω τους δρόμους για να κάνω τα ψώνια μου και τις μικροδουλειές μου. Με καταδυναστεύει απο τις αρχές της άνοιξης έτσι όπως ανελέητος προκαλεί σταγόνες ιδρώτα στο δυσκίνητο σώμα μου. Και τις ρυτίδες που μού έχει σκάψει ,τις βλέπεις να βαθαίνουν κάθε καλοκαίρι. Ενώ εσύ έχεις ένα κατάλευκο πρόσωπο με ελάχιστη απόκλιση απο τη νεότητα.
Σού είπα πως και τη θάλασσα έχω πάψει απο χρόνια να την παρατηρώ; Δεν ξέρω ούτε τη μυρωδιά της. Δεν την πλησιάζω ούτε για μια βουτιά. Τη βαριέμαι τη θάλασσα και τη μισώ όταν αγριεύει τους χειμώνηδες οπότε διακόπτεται η συγκοινωνία προς τον Πειραιά. Τότε μόνο διακρίνω το γκρίζο ανατρεπτικό χρώμα της που μού στερεί τη χαρά να επισκεφτώ τα παιδιά μου στην Αθήνα.
Το ξέρεις πως με τα χρόνια δε μού κάνει κέφι να τηγανίζω ψάρια; Αφού δεν είναι του ψαρά, απο το ιχθυοτροφείο τα φέρνουν χαράματα για να μην τους πάρουμε χαμπάρι. Δεν έχουν γεύση κι άλλωστε η καινούρια κουζίνα μας στη μεζονέτα που χτίσαμε με αντιπαροχή πάνω στα ερείπα του πατρικού , δεν επιτρέπει τηγανίσματα. Θα μυρίζει το σπίτι μια βδομάδα. Ούτε να το σκέφτομαι σαν ιδέα, δε θέλω.
Αλήθεια, ξέχασα να σού πώ και για τις αλκυονίδες μέρες. Δεν έρχονται όπως παλιά, απρόσμενες και λαμπερές. Τις φοβίζουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως λέει η μετεωρολογία. Α! Οι αλκυονίδες δεν είναι πλέον ίδιες. Απο το βαρύ χειμώνα ξαφνικά πέφτουμε στο καλοκαίρι. Δεν υπάρχουν μέσες εποχές λένε οι επιστήμονες.
Ξέρεις, ήθελα απο καιρό να σού εκμυστηρευτώ πως όνειρό μου να επισκεφθώ τις Βρυξέλλες. Εσύ δεν μού το πρότεινες ποτέ κι έτσι πάντα ντρεπόμουνα να σ’ το ζήτήσω. Δε θέλω να σού γίνω βάρος. Τα οικονομικά μου κι αυτά δεν ήταν ποτέ ανθηρά για να το αποφασίσω. Ασε που προηγούνταν πάντα οι σπουδές των παιδιών, κι αυτή η ανάγκη του Παύλου να με νιώθει καρφωμένη δίπλα του.
Αλλωστε, πότε να ρθώ κιόλας; Διασταυρώνονται οι μέρες των διακοπών μας. Εσύ δραπετεύεις απο κεί πάντα όταν εγώ είμαι ελεύθερη. Οπότε μοιραία συναντιόμαστε εδώ. Και σ΄ακούω να παραπονιέσαι για τις Βρυξέλλες, ενώ εγώ ονειρεύομαι να τις κατακτήσω έστω και μέσα απο ένα τουριστικό ταξίδι.
Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα γιατί χτυπάει το τηλέφωνο με μανία. Θάναι πάλι κάποια απο τις ανικανοποίητες μανάδες του σχολείου που νιώθει πως το παιδί της έιναι αδικημένο απο τη βαθμολογία. Ετσι γίνεται πάντα μετά την απονομή των βαθμών. Μού σπάνε τα τηλέφωνα για να διαμαρτυρηθούν πως αδίκησα τα βλαστάρια τους. Μερικές φτάνουν μέχρι το διευθυντή και ακούω κι απ’ αυτόν τα εξ αμάξης πως δήθεν είμαι αυστηρή. Πως πρέπει να δείξω μια ελαστικότητα γιατί τα παιδιά έχουν ανάγκη απο επιείκεια.
Αλλά να σού πώ κάτι; Βαρέθηκα με όλους αυτούς τους νεογνούς που δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν τα όμικρον απο τα ωμέγα ούτε στις καταλήξεις των ρημάτων.
Πρασκευούλα μου ή μάλλον Εύη μου επί το ευρωπαϊκότερον, δεν είχα πρόθεση να σε κουράσω με το μονόλογό μου. Αλλά νιώθω πως δεν ανήκω πιά στον τόπο μου. Πως η Αίγινα δεν είναι το νησί των παιδικών μας χρόνων. Εσύ έχεις την πολυτέλεια να την αναπολείς μ’ ένα ρομαντισμό που τον χτίζει η μακρινή και διαρκής απουσία σου. Και οι ελάχιστες επισκέψεις σου μέσα στο χρόνο αναβιώνουν μόνο τις επιλεκτικές αναμνήσεις σου σαν ένα άλλοθι για την φύση σου, που της καλλιεργείς το ανικανοποίητο απο καπρίτσιο πιότερο παρά απο ανάγκη.
Εγώ πάλι πρέπει να σού ομολογήσω πως ο ιστός μου με το παρελθόν έχει δεχτεί ρήγματα. Είναι τα ρήγματα που προκαλεί η συνέχεια και η επαναληπτική καθημερινότητα. Αυτή η πραγματικότητα δυναμιτίζει ακόμη και τον έρωτα. Τον τόπο της γέννησής μας θα λυπόνταν;
Γι αυτό σού λέω . Θέλω να πετάξω. Αρνούμαι να ταφώ στα σκονισμένα κυπαρίσσια της Αίγινας. Οταν έρθει η ώρα μου,θα πώ στον άντρα μου και στα παιδιά μου, να με αποτεφρώσουν και να εκτοξεύσουν τη τέφρα μου προς τον ουρανό. Μπορεί σαν ένα μονοδιάστατο μόριο να φτάσω μέχρι τις Βρυξέλλες. Θέλω να γνωρίσω ποιός είναι ο τόπος που σε πλήγωσε, που στέγνωσε τις αντοχές σου.
Να ξέρεις πάντα πως σε σκέφτομαι και σ΄αγαπώ.
Η φιλενάδα σου
Αγγελική Μουσούρη
Καθηγήτρια Φιλολογίας
Αίγινα 2002
(Διήγημα απο το βιβλίο μου Στις Αγορές του Κόσμου, Ελληνικά Γράμματα 2004)
Μού γράφεις πως πλήττεις θανάσιμα στις Βρυξέλλες , πως ασφυκτιάς, πως σε πλακώνουν οι ουρανοί που δε λένε να πάρουν ούτε μια τόση δά λιγοστή απόχρωση γαλάζιου σαν αυτού της Αίγινάς μας.
Μού λές πως αυτή η διαρκής απουσία του ήλιου κοντεύει να σε τρελλάνει, πως θέλεις να βρεθείς στο νησί να βρέξεις τη σάρκα σου μέσα στα διάφανα νερά του. Πως θέλεις να μπαρκάρεις στο καϊκι του Αντρέα να πάμε για ψάρεμα έστω κι αν είναι να πιάσουμε σπαράκια, όπως τότε παιδιά με τα σκελετωμένα καλαμίδια στην παραλία του νησιού. Θέλεις,λές, να τα τηγανίσουμε, να βουήξει το σπίτι απ’ την ψαρίλα.
Θέλεις να βρεθείς κατάσαρκα με τον ήλιο μέσ’ στην καρδιά του χειμώνα και να γευτείς βαθειά στους πόρους σου αυτό που ορίστηκε σαν ακλυονίδα μέρα. Πως σού λείπει παράφορα η Ελλάδα. Πως οι λέξεις:έλλειψη, έλλειμμα, μού λείπει, μούλειψε, είναι οι μόνες που αναγνωρίζεις στο ιδιότυπο λεξικό σου.Πως τριγυρνάει ο νούς σε όσα ζήσαμε σε τούτο το νησί όταν μεγαλώναμε ξένοιαστες με το νού στραμμένο μόνο στα μαθήματά μας και στα παιχνίδια μας.
Μού λές πως έπαψες να νιώθεις οποιαδήποτε επιθυμία για την παλέτα με τα χρώματα αφότου έστρεψες την πλάτη στη γή σου. Πως δεν σε συγκινεί τίποτε για ν’ αρχίσεις να ζωγραφίζεις πάλι. Και πως τα ψήγματα των αναμνήσεων που κουβαλάς, για να ενεργοποιηθούν πρέπει ν’ αγγίζουν την Αίγινα δώδεκα μήνες το χρόνο. Μού λές πως στέρεψαν οι αισθήσεις σου και πως τρελλαίνεσαι στην προοπτική ότι μπορεί το χώμα των Βρυξελλών να σκεπάσει το τέλος της ύπαρξής σου, γιατί αυτό δεν είναι ελαφρύ σαν το δικό μας.Εχει βαρύνει αμετάκλητα απο την υγρασία της βροχής, μού γράφεις.
Μού μολογάς πως έφτασες μέχρι τα σκαλοπάτια του ψυχιάτρου να μάθεις πώς σού συμβαίνει να ζείς σε μιά πόλη που τη νιώθεις ξένη, μακρινή, κάδρο μιάς άλλης φωτογραφίας. Πώς είναι δυνατόν να αισθάνεσαι διαρκώς απούσα απ’ τη ζωή σου. Πώς το μυαλό σου διαρκώς σού παίζει αυτό το αδιάκοπο κρυφτούλι με τις παραστάσεις απο την πατρίδα. Πώς δεν σού φτάνουν καριέρα, σπίτι-μεγαλείο, άντρας δίμετρος και δυό παιδιά.
Μού εμπιστεύεσαι πως δεν είναι ικανό αυτό το πλέγμα της κοινωνικής καταξίωσης να σε ολοκληρώσει γιατί εσύ θέλεις ν’ ανοίγεις το παράθυρο και να σού χαμογελούνε ανθισμένες αμυγδαλιές μεσ’ στο Φλεβάρη. Και αντ’ αυτού αντικρύζεις δακρύεντα ουρανό, μού γράφεις, και σπίτια πολυόροφα σ’ ένα αρχιτεκτονικό στύλ που εξακολουθεί να σε ξενίζει. Πως εσύ ήσουν καμωμένη να κατοικείς στο δίπατο πατρικό σου το νεοκλασσικό που έχει ξεθωριάσει απ΄τη φθορά μιά και κανείς δεν το φροντίζει.
Τόσα χρόνια μού απαρριθμείς τα παράπονά σου για τον τόπο όπου διάλεξες να διαπράξεις τη φυγή σου, να κάνεις την καριέρα σου και τη ζωή σου. Κι εγώ τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω προσπαθώντας ν’ ανιχνεύσω πίσω απο τις γραμμές τί σού συμβαίνει. Πολλές φορές τ’ απογεύματα όταν έχω ησυχία ανατρέχω στα γράμματά σου που έχουν αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του παράπονου και της νοσταλγίας. Αλλοτε μού φέρνουν δάκρυα στα μάτια κι άλλοτε προκαλούν την έκρηξή μου. Ομως, έχουν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Να με οδηγούν στην αναζήτηση του τόπου που νιώθεις πως σε φυλακίζει.
Πρέπει, λοιπόν, να σού αποκαλύψω πως όσα χρόνια εσύ μού αράδιαζες τις θυμωμένες σου γραφές για την πόλη σου, εγώ εξερευνούσα μέσα απο βιβλία και ντοκυμαντέρ τις Βρυξέλλες. Και κατάφερα να τις αγαπήσω. Οχι απο αντίδραση αλλά απο μια βαθειά ανάγκη να εξερευνήσω το τοπίο που σε πνίγει, μπήκα στο ταξίδι της πόλης σου.
Κι ανακάλυψα πως είναι μια μικροσκοπική πρωτεύουσα της Ευρώπης, μια αρχιτεκτονική μινιατούρα με πάρκα ολοπράσινα και λιμνούλες στην καρδιά της. Με κτίρια στενά και πολυόροφα που έλκουν την αρχιτεκτονική καταγωγή τους απο το μεσαίωνα. Με μια Grande Place κεντημένη γύρω γύρω απο οικοδομήματα φτιαγμένα περίτεχνα σαν δαντέλλες.
Με στενά δρομάκια όπου ξεπροβάλλουν οι μπυραρίες και τα φίνα εστιατόρια. Οπου σε ατμόσφαιρα πνιγμένη απο λάμπες και βιτρό απολαμβάνεις μπύρα παγωμένη ζωντανή απο το βαρέλι σε όποια απόχρωση και γεύση επιθυμείς. Οπου οι συνδαιτημόνες δεν μιλούν φωναχτά ούτε γελάνε με αναίδεια.
Η μόνη ασχήμια της,διαβάζω και βλέπω στα ντοκυμαντέρ, είναι τα μεγαθήρια της Ευρωπαϊκής διοίκησης που της τρυπούν τα σπλάγχνα και την πληγώνουν. Αλλά κι αυτά συγχωρητέα είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη γιατί υπηρετούν τη νέα εποχή. Κι έτσι είναι πάντα οι νέες εποχές, γεωμετρικές, σημαδεμένες απο την ανάγκη να στεγάσουν κόσμο, να εξοικονομήσουν χρήμα και χώρο.
Πώς γίνεται εγώ να συγχωρώ στην πόλη σου τα ελάχιστα ελαττώματά της κι εσύ να μη βλέπεις ούτε μιά πτυχή της ομορφάδας της; Πώς σού γλυστρούνε απο τα μάτια όλα αυτά που εγώ διακρίνω φευγαλέα στην τηλεόραση ως φόντο ακόμη και των δηλώσεων του Παπανδρέου;
Την ώρα που εσύ μάχεσαι τον ουρανό των Βρυξελλών εγώ προσπαθώ να δώ μια χαραμάδα του, να καταλάβω απο μακριά πώς ζεί ο άλλος κόσμος, ο ευρωπαϊκός, αυτός ο πέρα απο την Αίγινα.
Πολλές φορές αναρρωτιέμαι αν ξέμενες πίσω στην πατρίδα μας πώς θάσουν σήμερα.Περίπου όπως εγώ. Μια καθηγήτρια φιλολογίας διορισμένη στο Λύκειο της Αίγινας με τελειωμένο ενδιαφέρον για το επάγγελμα. Ούτε ένα ποίημα του Καβάφη δεν ξυπνάει το φιλολογικό μου οίστρο πλέον. Εξάντλησα τα αποθέματα της γνώσης μου και της υπομονής μου στους αχάριστους έφηβους που σφυρίζουν όταν μιλάω. Που περιμένουν να γυρίσω το κεφάλι για να χαχανίσουν επιδεικτικά και προσβλητικά.
Παντρεμένη κι αφρατούλα, όπως με λές κι εσύ χαϊδευτικά τα καλοκαίρια όταν έρχεσαι λεπτή και καλοδιατηρημένη με τα κομψά καλοκαιρινά σου συνολάκια, αυτά που αγοράζεις απο την Avenue Louise, που κατα τα άλλα μισείς θανάσιμα. Μυρίζεις Ευρωπαία κι ας προσποιείσαι την Αιγινίτισσα.
Σού τόπα πως ο ήλιος της Αίγινας μού είναι παγερά αδιάφορος; Η μάλλον απίστευτα ενοχλητικός γιατί με καίει όταν διασχίζω τους δρόμους για να κάνω τα ψώνια μου και τις μικροδουλειές μου. Με καταδυναστεύει απο τις αρχές της άνοιξης έτσι όπως ανελέητος προκαλεί σταγόνες ιδρώτα στο δυσκίνητο σώμα μου. Και τις ρυτίδες που μού έχει σκάψει ,τις βλέπεις να βαθαίνουν κάθε καλοκαίρι. Ενώ εσύ έχεις ένα κατάλευκο πρόσωπο με ελάχιστη απόκλιση απο τη νεότητα.
Σού είπα πως και τη θάλασσα έχω πάψει απο χρόνια να την παρατηρώ; Δεν ξέρω ούτε τη μυρωδιά της. Δεν την πλησιάζω ούτε για μια βουτιά. Τη βαριέμαι τη θάλασσα και τη μισώ όταν αγριεύει τους χειμώνηδες οπότε διακόπτεται η συγκοινωνία προς τον Πειραιά. Τότε μόνο διακρίνω το γκρίζο ανατρεπτικό χρώμα της που μού στερεί τη χαρά να επισκεφτώ τα παιδιά μου στην Αθήνα.
Το ξέρεις πως με τα χρόνια δε μού κάνει κέφι να τηγανίζω ψάρια; Αφού δεν είναι του ψαρά, απο το ιχθυοτροφείο τα φέρνουν χαράματα για να μην τους πάρουμε χαμπάρι. Δεν έχουν γεύση κι άλλωστε η καινούρια κουζίνα μας στη μεζονέτα που χτίσαμε με αντιπαροχή πάνω στα ερείπα του πατρικού , δεν επιτρέπει τηγανίσματα. Θα μυρίζει το σπίτι μια βδομάδα. Ούτε να το σκέφτομαι σαν ιδέα, δε θέλω.
Αλήθεια, ξέχασα να σού πώ και για τις αλκυονίδες μέρες. Δεν έρχονται όπως παλιά, απρόσμενες και λαμπερές. Τις φοβίζουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως λέει η μετεωρολογία. Α! Οι αλκυονίδες δεν είναι πλέον ίδιες. Απο το βαρύ χειμώνα ξαφνικά πέφτουμε στο καλοκαίρι. Δεν υπάρχουν μέσες εποχές λένε οι επιστήμονες.
Ξέρεις, ήθελα απο καιρό να σού εκμυστηρευτώ πως όνειρό μου να επισκεφθώ τις Βρυξέλλες. Εσύ δεν μού το πρότεινες ποτέ κι έτσι πάντα ντρεπόμουνα να σ’ το ζήτήσω. Δε θέλω να σού γίνω βάρος. Τα οικονομικά μου κι αυτά δεν ήταν ποτέ ανθηρά για να το αποφασίσω. Ασε που προηγούνταν πάντα οι σπουδές των παιδιών, κι αυτή η ανάγκη του Παύλου να με νιώθει καρφωμένη δίπλα του.
Αλλωστε, πότε να ρθώ κιόλας; Διασταυρώνονται οι μέρες των διακοπών μας. Εσύ δραπετεύεις απο κεί πάντα όταν εγώ είμαι ελεύθερη. Οπότε μοιραία συναντιόμαστε εδώ. Και σ΄ακούω να παραπονιέσαι για τις Βρυξέλλες, ενώ εγώ ονειρεύομαι να τις κατακτήσω έστω και μέσα απο ένα τουριστικό ταξίδι.
Πρέπει να σ’ αφήσω τώρα γιατί χτυπάει το τηλέφωνο με μανία. Θάναι πάλι κάποια απο τις ανικανοποίητες μανάδες του σχολείου που νιώθει πως το παιδί της έιναι αδικημένο απο τη βαθμολογία. Ετσι γίνεται πάντα μετά την απονομή των βαθμών. Μού σπάνε τα τηλέφωνα για να διαμαρτυρηθούν πως αδίκησα τα βλαστάρια τους. Μερικές φτάνουν μέχρι το διευθυντή και ακούω κι απ’ αυτόν τα εξ αμάξης πως δήθεν είμαι αυστηρή. Πως πρέπει να δείξω μια ελαστικότητα γιατί τα παιδιά έχουν ανάγκη απο επιείκεια.
Αλλά να σού πώ κάτι; Βαρέθηκα με όλους αυτούς τους νεογνούς που δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν τα όμικρον απο τα ωμέγα ούτε στις καταλήξεις των ρημάτων.
Πρασκευούλα μου ή μάλλον Εύη μου επί το ευρωπαϊκότερον, δεν είχα πρόθεση να σε κουράσω με το μονόλογό μου. Αλλά νιώθω πως δεν ανήκω πιά στον τόπο μου. Πως η Αίγινα δεν είναι το νησί των παιδικών μας χρόνων. Εσύ έχεις την πολυτέλεια να την αναπολείς μ’ ένα ρομαντισμό που τον χτίζει η μακρινή και διαρκής απουσία σου. Και οι ελάχιστες επισκέψεις σου μέσα στο χρόνο αναβιώνουν μόνο τις επιλεκτικές αναμνήσεις σου σαν ένα άλλοθι για την φύση σου, που της καλλιεργείς το ανικανοποίητο απο καπρίτσιο πιότερο παρά απο ανάγκη.
Εγώ πάλι πρέπει να σού ομολογήσω πως ο ιστός μου με το παρελθόν έχει δεχτεί ρήγματα. Είναι τα ρήγματα που προκαλεί η συνέχεια και η επαναληπτική καθημερινότητα. Αυτή η πραγματικότητα δυναμιτίζει ακόμη και τον έρωτα. Τον τόπο της γέννησής μας θα λυπόνταν;
Γι αυτό σού λέω . Θέλω να πετάξω. Αρνούμαι να ταφώ στα σκονισμένα κυπαρίσσια της Αίγινας. Οταν έρθει η ώρα μου,θα πώ στον άντρα μου και στα παιδιά μου, να με αποτεφρώσουν και να εκτοξεύσουν τη τέφρα μου προς τον ουρανό. Μπορεί σαν ένα μονοδιάστατο μόριο να φτάσω μέχρι τις Βρυξέλλες. Θέλω να γνωρίσω ποιός είναι ο τόπος που σε πλήγωσε, που στέγνωσε τις αντοχές σου.
Να ξέρεις πάντα πως σε σκέφτομαι και σ΄αγαπώ.
Η φιλενάδα σου
Αγγελική Μουσούρη
Καθηγήτρια Φιλολογίας
Αίγινα 2002
Wednesday, January 16, 2008
Πρόσκληση σε ποιητικό σαλόνι
Μόλις επέστρεψα απο την πόλη, όπου είχα πάει για δουλειές. Σήμερα πάλι είχε ήλιο και έλαμπαν όλα φωτισμένα απο τα παιχνιδίσματα του χιονιού με τις ηλιαχτίδες. Ομως, φτάνοντας σπίτι, με έπιασε ένας πονοκέφαλος, απ αυτούς τους καταραμένους και ξάπλωσα να τον ξεχάσω. Υστερα σηκώθηκα ξαφνικά και άδικα απο ένα τηλεφώνημα.
Είπα,λοιπόν, να ρίξω μια ματιά στο μπλόγκ να δώ αν είχα καμιά επίσκεψη για τα «χρονιαπολλά». Και πήρα τη μεγαλύτερη χαρά, καθώς η Εαρινή Συμφωνία-Αγγελική Κώττη με είχε καλέσει να καταθέσω το δικό μου αγαπημένο ποίημα στο μπλόγκ μου, σαν ένα παιχνίδι ανάτασης μέσα στην όζουσα και νοσηρή ατμόσφαιρα της πατρίδας.
Λοιπόν, διάλεξα ένα ποίημα του Αγγελου Σικελιανού, γιατί είμαι βαθειά τοπικίστρια- απόλυτη Σικελιανίστρια- κι ας φλερτάρω με Σολωμό και Ρίτσο και Ελύτη».
Είναι απο τη σειρά «Απαντα Αγγελου Σικελιανού VI, Ποιήματα δημοσιευμένα απο τον ποιητή». (Εκδόσεις Ικαρος).
Το αφιερώνω με όλη μου την τρυφερότητα στην Αγγελική Κώττη, που ξέρει να διαβάζει ποιητές! \
Ιουστίνη

ARS MINIMI
Στο ρόδινο θαμπό αντιφέγγισμα
Του κρυσταλλένιου σου καθρέφτη,
Σαν ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ είδα τον ίσκιο σου
Σε λίμνη υδράργυρου να πέφτει.
Και τα νερά του εθολωθήκανε,
και μαγευτήκανε τα βύθια,
και τώρα λίμνη μέσα εγίνηκεν
Απο Ανεράιδας παραμύθια.
Και μες στα κύματα τα πράσινα
Και στο αφρισμένο μέσα λίκνο,
την ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ βλέπω νάρχεται
με τον τραγουδιστή τον κύκνο.
Τώρα δίνω τη σκυτάλη να ποστάρουν απο ένα αγαπημένο τους ποίημα στους:
Δεσποινάριον,
Ζερό,
Roadartist,
Μπάμπη Δερμιτζάκη,
Πένυ που αγαπάει τα Ταξίδια,
Radio Marconi,
Ευαίσθητο ποιητή Γιάννη Αντιόχου
Κήρυκα της ποίησης Βασίλη Ρούβαλη
Αρη Δαβαράκη
Δημήτρη Αθηνάκη
Είπα,λοιπόν, να ρίξω μια ματιά στο μπλόγκ να δώ αν είχα καμιά επίσκεψη για τα «χρονιαπολλά». Και πήρα τη μεγαλύτερη χαρά, καθώς η Εαρινή Συμφωνία-Αγγελική Κώττη με είχε καλέσει να καταθέσω το δικό μου αγαπημένο ποίημα στο μπλόγκ μου, σαν ένα παιχνίδι ανάτασης μέσα στην όζουσα και νοσηρή ατμόσφαιρα της πατρίδας.
Λοιπόν, διάλεξα ένα ποίημα του Αγγελου Σικελιανού, γιατί είμαι βαθειά τοπικίστρια- απόλυτη Σικελιανίστρια- κι ας φλερτάρω με Σολωμό και Ρίτσο και Ελύτη».
Είναι απο τη σειρά «Απαντα Αγγελου Σικελιανού VI, Ποιήματα δημοσιευμένα απο τον ποιητή». (Εκδόσεις Ικαρος).
Το αφιερώνω με όλη μου την τρυφερότητα στην Αγγελική Κώττη, που ξέρει να διαβάζει ποιητές! \
Ιουστίνη
ARS MINIMI
Στο ρόδινο θαμπό αντιφέγγισμα
Του κρυσταλλένιου σου καθρέφτη,
Σαν ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ είδα τον ίσκιο σου
Σε λίμνη υδράργυρου να πέφτει.
Και τα νερά του εθολωθήκανε,
και μαγευτήκανε τα βύθια,
και τώρα λίμνη μέσα εγίνηκεν
Απο Ανεράιδας παραμύθια.
Και μες στα κύματα τα πράσινα
Και στο αφρισμένο μέσα λίκνο,
την ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ βλέπω νάρχεται
με τον τραγουδιστή τον κύκνο.
Τώρα δίνω τη σκυτάλη να ποστάρουν απο ένα αγαπημένο τους ποίημα στους:
Δεσποινάριον,
Ζερό,
Roadartist,
Μπάμπη Δερμιτζάκη,
Πένυ που αγαπάει τα Ταξίδια,
Radio Marconi,
Ευαίσθητο ποιητή Γιάννη Αντιόχου
Κήρυκα της ποίησης Βασίλη Ρούβαλη
Αρη Δαβαράκη
Δημήτρη Αθηνάκη
Subscribe to:
Posts (Atom)