ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Saturday, October 5, 2013

Σωτήρης Θεριανός, ένας διαρκώς μεταλλασσόμενος ζωγράφος



Της Ιουστίνης Φραγκούλη
pure-color-b-thumbtwo-noises-bear-and-bee-thumbpure-color-c-thumbair-a-thumb
 

Ετσι από πάντα τον γνώριζα τον Σωτήρη Θεριανό, γιατί καθόταν εκεί στο σοκάκι του Αη Μηνά στη γειτονιά της Λευκάδας. Και οι παιδικές μνήμες ορίσθηκαν από τα καλημέρα και τα καλησπέρα των γονιών μας. Κι εγώ μικρότερη μέν στην ηλικία, αλλά ο Σωτήρης ήταν συμμαθητής του Νιόνιου γι αυτό οικείος, σχεδόν ξάδερφος κι αυτός. Δικό μου, καταδικό μου παρελθόν και ιστορία.

Και τα χρόνια περνούσαν και ο λεπτεπίλετος γείτονας γινόταν ζωγράφος. Στην αρχή ντροπαλά. Μετά κάτω από την καλλιέργεια του Θόδωρου Στάμου, που αγκάλιασε το ταλέντο πολλών Λευκαδιτόπουλων και τους δίδαξε την τέχνη της ζωγραφικής βουτώντας τους στην αμερικάνικη κουλοτύρα, έδειξε τις ανησυχίες του.

Σήμερα, ο  Σωτήρης Θεριανός, ώριμος πλέον,  άφοβα και τολμηρά παρουσιάζει την τέχνη του, γράφοντας στους καμβάδες τα βαθύτερα ερωτήματά του. Γιατί ο Σωτήρης εκτός από μεταλλασσόμενος καλλιτέχνης, είναι βαθειά πολιτικό άτομο.

Αντί για συνεντεύξεις και αμήχανες ερωτήσεις, παραθέτω εδώ την αυτοπαρουσίαση του ζωγράφου Σωτήρη Θεριανού, που με λίγες επιγραμματικές φράσεις, αυτοβιογραφείται...

ΑΥΤΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Του Σωτήρη Θεριανού

Η ηθική στην τέχνη, είναι ένας δρόμος για τη δημιουργία. Το επιβεβαίωσα για τριανταπέντε χρόνια στα μουσεία όλου του κόσμου. Δουλεύω για να ανακαλύψω το επόμενο βήμα, πιστεύοντας πως η τέχνη είναι η δεύτερη φύση μας. Και για μένα (απάγκειο). Με εκπλήσσει κάθε φορά που, περπατώντας ανάμεσα, μου παρουσιάζονται νέοι δρόμοι, χωρίς να τους ακολουθώ (Είναι οι σειρήνες). Είμαι ευχαριστημένος παρατηρητής, κάνω τη δουλειά μου ανενόχλητος πια. Έχω ησυχάσει μέσα μου. Και τα πράγματα κυλούν σαν το νερό, κι εγώ παίρνω σταγόνες κι ανακατεύω τα χρώματά μου. Χωρίς να το ξέρω, ζήτησα μια καλή ευκαρία για να κατανοήσω την τέχνη κι αυτή μου δόθηκε. Οι δάσκαλοι που ήταν δίπλα μου, ήταν ένα με τη φύση κι εγώ προέρχομαι από κει. Χρειάστηκε να ακούω και να επιλέγω, δεν ήταν δύσκολο τελικά. Ίσως χρειάζονται χίλια χρόνια για να δουλέψω αυτά που μου παρουσιάζονται τόσο φρέσκα. Μα κι αυτό το πρόβλημα το λύνω, αλλάζοντας το χρόνο, κάνοντας τις εικοσιτέσσερις ώρες – σαράντα οχτώ μισάωρα κι έτσι προλαβαίνω κάτι. Η Λευκάδα με συνοδεύει παντού στα ταξίδια μου και στις αναζητήσεις μου. Απάγκειο είναι κι αυτή. Νιώθω όμως πιο ελεύθερος, όταν την αφήνω στο παγκάκι του New York Metropolitan Museum, ή στο Μουσείο του Καϊρου, να περιμένει για λίγο. Νιώθω ότι με αγαπά περισσότερο και χαίρεται να της φέρνω πράγματα νέα μέσα στη δουλειά μου, που με κάνουν χαρούμενο. Οι ιδέες που εισπράττω, ατέρμονες, σαν γραμμές (ΝΕΟΝ), δεν χρειάζεται πια να δώσουν φως, να κάνουν την αναγκαία δουλειά. Αυτό το κάνει ο ήλιος, ολόγραμμα, καθρεφτίζει τη φύση στο νού. Εγώ με φειδώ, κόβω κομμάτια απ’ τις γραμμές κι ετσι έχω φαΐ. Κ’ είναι πολλές

Σωτήρης Θεριανός Λευκάδα, 10 Νοεμβρίου, 2011

https://fbstatic-a.akamaihd.net/rsrc.php/v2/y9/r/jKEcVPZFk-2.gif

 

 

Monday, September 23, 2013

Η ονειρική γραφή της Κατερίνας Μαυρομμάτη


Από όνειρο σε Ονειρο

 

Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις

 

Συγγραφέας: Κατερίνας Μαυρομμάτη

 



«Όταν στα οχτώ την έδωσαν οι γονείς της για μια καλύτερη ζωή, δεν φαντάστηκαν σε ποιές επώδυνες ατραπούς θα την οδηγούσε η μοίρα και πόσο θα τη σημάδευε η μητρική στέρηση?
Από το ερημονήσι του Αιγαίου η Σοφία θα βρεθεί στην πολύβουη Αθήνα, ένα κρύο Φλεβάρη, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ?50. Μια τσεκουριά κόβει την καρδιά της στη μέση. Θα μπορέσει άραγε να ξεφύγει από τη μοίρα της ξυλοδαρμένης υπηρέτριας και να κυνηγήσει τα όνειρά της;
Ποιά θέση θα ?χει στη ζωή της ο Μανώλης, που δε θέλησε ποτέ να ζήσει δίπλα της το μεγάλο έρωτα; Κάτω από τον όγκο και τη βιαιότητα των συναισθημάτων θα σταματήσει να ακονίζει όνειρα?;
Ανάμεσα σε ρόλους άκρως αντιφατικούς μοιράζει τη ζωή της: από τη λάντζα στην τέχνη. Και τότε ο έρωτας?κι όλα πια στην καρδιά της Σοφίας συμμετέχουν σε μια απροσμέτρητη γοήτευση. Χαρταετός τα όνειρά της, υψώνονται στον ουρανό.
Απ? την Αθήνα στο Παρίσι: ντεμπούτο στην ευτυχία. Όταν σκάει το πυροτέχνημα δε μετράς πόσο λίγο κράτησε... Ένας μικρός σαν ταραντούλα πόλεμος πλευρίζει απρόσμενα? Θα ναι η τελευταία πράξη του δράματος το ξεκαθάρισμα των εθνικοτήτων, το μοίρασμα της γης, η ανταλλαγή πληθυσμών;
Μήπως τελικά η Σοφία πληρώνει με τη μοναξιά της επιβίωσης, την ίδια την επιβίωση της μοναξιάς;

 

Ετσι περιγράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της, την τραγική μοίρα μιας οχτάχρονης ηρωίδας η Κατερίνα Μαυρομμάτη, συγγραφέας ορμώμενη από την Κύπρο. Μου έστειλε το ακριβό της δημιούργημα μερικούς μήνες πριν, αλλά πήρε τη σειρά του προς ανάγνωση  καθ΄οδόν προς την Αθήνα.

 

Η υπέροχη γραφή, τα συναισθήματα, οι συγκρούσεις των πολιτισμικών οντοτήτων με συνεπήραν στο μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται στα προπολεμικά χρόνια της Αθήνας και του Αιγαίου.

 

Ο χαρακτήρας της μικρής και άπειρης Σοφίας που λεηλατείται από την κυρία της όταν καταφθάνει άμαθη από το Αιγαίο για να γίνει υπηρετριούλα στην άκαρδη μεγαλοαστή, αναπτύσσεται μέσα από ένα προσωπικό μονόλογο, ο οποίος διατρέχει με τρομερό ρυθμό όλο τον κορμό του έργου.

 

Η Σοφία γίνεται αντικείμενο κακοποίησης από την άτεκνη κυρία της, το τρυφερό πλασματάκι πληρώνει την άρνηση της φύσης να χαρίσει παιδί στο ζεύγος Κυδωνάκη. Σύμμαχος στη ζωή της γίνεται ο Μανώλης, ο Τούρκος που έκανε τις εξωτερικές δουλειές του αστικού νοικοκυριού. Φερμένος με την οικογένειά του στις ανταλλαγές των πληθυσμών το 1924, αγαπάει άφωνα τη Σοφία καθώς γνωρίζει πως δεν έχει δικαίωμα ν΄αγγίξει τη χριστιανή κόρη.

 

Ο Μανώλης γίνεται ο σύμμαχος της Σοφίας στην προσπάθειά της να τελειώσει το σχολείο και να ακολουθήσει σπουδές στο Πανεπιστήμιο μέσα στην κατακραυγή και πίεση της άπονης κυράς της.

 

Η Σοφία στον εκπληκτικό μονόλογό της περιγράφει με μαύρα χρώματα τις μέρες της στις διαταγές της κυρίας Ευαγγελίας Κυδωνάκη: «Ευτυχώς είχε βγάλει ήλιο κι ο ουρανός πήρε να ξανοίγει και να ραντίζει το γαλάζιο του μέσα μου.»,λέει ποιητικά αντιστεκόμενη στην αναπόδραστη μοίρα της.

 

Κι αλλού περιγράφει η Σοφία την ακατάληπτη δυστυχία της: «Κι έτσι αφορμάριστη όπως ήταν η ψυχή μου, έμπαινε όλο το μαράζι μέσα και στριμωχνόταν με βία να πιάσει όλο το χώρο ώσπου να πάρει το σχήμα της θλίψης. Ενα αλλόκοτο σχήμα. Σαν αχιβάδα».

 

Τα χρόνια κυλούν, ο Αλέκος Κυδωνάκης, ο κύριος του σπιτιού και ο Μανώλης ο Τούρκος γίνονται αρρωγοί στην προσπάθεια της μικρής Σοφίας να ξεπεράσει τις διαρκείς ταπεινώσεις, να ξεφύγει προς τα επάνω αποκτώντας εφόδια για τη ζωή. Ο κυρ Αλέκος την βλέπει σαν την κόρη που δεν είχε αποκτήσει γι αυτό τη σμιλεύει να περάσει στη Νομική Αθηνών, ο Μανώλης την αισθάνεται διαρκώς ως  αντικείμενο ενός απραγματοποίητου πόθου. Κι όμως...

 

Η Σοφία ερωτεύεται έναν άλλο άντρα, τον ιδεατό  άντρα, τον Αχιλλέα που σπουδάζει στο Παρίσι. Σμίγει μαζί του, ταξιδεύει στην Γαλλική πρωτεύουσα, πετάει στο σύννεφο του έρωτα. Αλλά προσγειώνεται όταν ο πόλεμος καλεί τον αρραβωνιαστικό της στο μέτωπο της Αλβανίας...

 

Τα όνειρα της Σοφίας συντρίβονται, θρυμματίζονται, πεθαίνουν.Κι όμως η διαφορετικότητα της θρησκείας: εκείνος Μωαμεθανός, εκείνη Χριστιανή, και της παιδείας :εκείνος αμόρφωτος, εκείνη της Νομικής, αφήνουν για πάντα αναπάντητο τον δοτικό έρωτα του Μανώλη. Κι ας λέει η Σοφία στο μονόλογό της: «Εγώ βλαστώ με το ζόρι κι αρνούμαι να βγάλω φυλλωσιά. ..Κι εσύ να μου διαμηνύεις πως η ζωή δεν είναι τόσο κυνική και πως η αγάπη είναι για όλους βατή».

 

Λάτρεψα την αβίαστη γραφή της Κατερίνας Μαυρομμάτη, που είναι σαν ένα διαρκές ποίημα, μια ελεγεία στην ζωή των πλασμάτων που γεννήθηκαν χωρίς προοπτικές και που πορεύονται στο χρόνο αντιπαλεύοντας τα στοιχειά και τις συνθήκες της προδιαγεγραμμένης συντριβής τους.

 

Χαίρομαι που η Κατερίνα Μαυρομμάτη από την Κύπρο τρύπωσε το βιβλίο της κάτω από τη μύτη μου γιατί εμείς οι πολυάσχολοι δεν έχουμε χρόνο να διαβάσουμε τίποτε πέρα από το κατεστημένο. Μένουμε στο δικό μας ομόκεντρο κύκλο αγνοώντας υπέροχα κείμενα και σπουδαίους συγγραφείς.

 

Και είναι τόσο κρίμα, γιατί εκκρεμούν τόσα ταλέντα εκεί στην άγνωστη και συνωστισμένη αγορά της Ελληνικής λογοτεχνίας!

 
Ιουστίνη Φραγκούλη
 

 

Tuesday, September 17, 2013

Τόση απουσία...



Φωτογραφημένη με το μαγικό φακό της Καιτούλας της!!!

Κλείνουν κιόλας εννιά χρόνια από τότε που έφυγες, υποκύπτοντας στη θανατηφόρα ασθένεια. Πάνε τόσα χρόνια που αποφάσισες να μετοικήσεις εις ουρανόν, πετώντας με τα φτερά της Πεταλούδας, αφού καθηλώθηκες στο κρεβάτι για τόσους επώδυνους μήνες...

 
Τα νέα για το τέλος σου με βρήκαν στην κολυμβήθρα της Κούβας, εκεί που άλλοτε αλωνίζαμε ανέμελες κι ανυποψίαστες πως πλησίαζε ο αιώνιος χωρισμός. Με χτύπησαν σαν κεραυνός όταν έψαχνα να σου βρώ τις αυταπάτες μιας εναλλακτικής θεραπείας, που αποδείχθηκε ένα ακόμη ψέμμα στις τόσες μάταιες ελπίδες μας.

 
Σήμερα πέρασα από τον τάφο σου να σου πώ μια καλημέρα. Ηρθα με τα λευκά μου χρυσάνθεμα, αυτά που σου αγοράζει ο πατερούλης όταν έρχεται να σε θυμιάσει, να σου πεί μέσα από τα λόγια της Εκκλησίας πόσο πολύ σε αγαπάει, πόσο του λείπεις, πόσο σε θυμάται...

 
Λείπεις από το Μόντρεαλ και τη Λευκάδα τα καλοκαίρια. Λείπει το γέλιο σου, η ξενοιασιά σου, η τόλμη σου, η μαγκιά σου. Λείπει το βαθύ παραπονεμένο σου βλέμμα, που βάφτηκε μόβ από τότε που έφυγα για Καναδά. Πώς έγινε και βάφτηκε μόβ, σε ρώτησα πολλές φορές κι εσύ απάντηση δεν μούδωσες ποτέ.

 

Με το πέρασμα των χρόνων πίστευα, έλπιζα πως ο πόνος της απώλειάς σου θα μαλάκωνε. Πως οι αναμνήσεις από την κοινή μας ζωή θα υποχωρούσαν, πως το κενό σου θα συμπληρωναν οι νέες εμπειρίες της ζωής μου. Ομως μάταια, αυτή η πληγή δεν κλείνει, είναι συρίγγιο, τρέχει ακόμη όπως τότε που σε έσπρωξαν στο χωμα, στα κατάβαθα της άσπλαγχνης γής , 22 Σεπτεμβρίου 2004...

 
Δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να σε σκέφτομαι, χωρίς να σε αναζητώ, χωρίς να ανατρέχω στα παιδικά μας χρόνια. Θυμάμαι τους τεράστιους φιόγκους που στόλιζαν το λεπτεπίλεπτο κεφαλάκι σου, θυμάμαι τα λευκά σου αδύνατα ποδαράκια, τις μπουκιές που κράταγες στο στόμα με τις ώρες γιατί δεν ηθελες να φάς.

 
Θυμάμαι τα φουστάνια που μας έρραβε η μαμά στην Τσία στο ίδιο χρώμα  κι εγώ τα μισούσα γιατί ήμασταν ασσορτί στην εκκλησία.Κι εσύ τα λάτρευες γιατί ήσουν σαν κι εμένα, μεγάλη δηλαδή. Θυμάμαι που κατάφερες τον μπαμπά να σου αγοράσει παπούτσια με πλατφόρμα την δεκαετία του 70 όταν έγιναν μόδα και κόστιζαν 3,5 δραχμές ο πόντος στου Κουτσούρια.

 
Θυμάμαι που τον έπεισες να σου αγοράσει ένα ζευγάρι κόκκινα μποτάκια με κρίκο στο φερμουάρ και να καμαρώνεις φορώντας τα στο δημοτικό σχολείο. Κι εγώ η άτολμη να φοράω ακόμη τις δερμάτινες μπότες με τα βαρετά κορδόνια χρόνια και χρόνια στο δημοτικό , γυμνάσιο, λύκειο...

 
Θυμάμαι που ερχόσουν στην είσοδο του υπνοδωματίου να με δείς όταν με είχαν σε καραντίνα λόγω ηπατίτιδας. Ησουν το μόνο πλάσμα που τολμούσε να διαβεί το κατώφλι και να με κοιτάξει κατάματα, παρότι οι κανόνες ήταν αυστηροί και δεν έπρεπε να το κάνεις. Ομως εσύ νικούσες τα όχι και τα μή, για να βρίσκεσαι πάντα κοντά μου.

 
Ετσι συνέβη και με τον Καναδά. Εσύ νικούσες την απόσταση. Κάθε Χριστούγεννα και καλοκαίρι που είχες διακοπές από το σχολείο σου, ανέβαινες στο αεροπλάνο και κατέφθανες γεμάτη δώρα για όλους μας. Τελικά μας ανήκες και σου ανήκαμε. Ησουν κομμάτι αναπόσπαστο της οικογένειάς μας, ένα μικρό μεγάλο παιδί...

 
Ο Αλεξανδρίνος σε αποζητάει. Από τότε που έφυγες έχασε το πρόσωπο που εμπιστευόταν περισσότερο στη ζωή του. Κλείστηκε στον εαυτό του, δεν έχει πού να ακουμπήσει τα κρύφια και τα μύχια της καθημερινής αγωνίας του. Ολο μου λέει ότι αν ήσουν μαζί μας τα πράγματα θάταν διαφορετικά, θάταν καλύτερα. Η λύπη δεν θα είχε καθήσει στην ψυχή μας, πιέζοντάς την κάθε λεπτό...Το φώς δεν θάχε χαθεί από τη σκέψη μας, ο ήλιος δεν θάχε φορέσει ανεξίτηλες σκιές...

 
Ξέρω πως προσπαθείς να με παρηγορήσεις, να μου δείξεις πως είσαι κοντά μας, όταν πετάς τριγύρω μας με τα φτερά της πεταλούδας. Σε βλέπω παντού, σε νιώθω, αλλά δεν μου φτάνει αυτό το πέταγμα κι ύστερα το θρόισμα και η φυγή...

 
Πόσο θέλω να ακούσω τη φωνή σου άλλη μια φορά, να μοιραστώ το γέλιο σου, να δώ τα μάτια σου ολοπράσινα σαν τη λιμνοθάλασσα. Μα νάχει φύγει εκείνη η μόβ σκιά του ξενητεμού μου.

 Να θυμάσαι ότι σ΄ αγαπώ και ότι ανάβω το καντηλάκι σου όταν βρίσκομαι  στη Λευκάδα . Ανάβω  τα μυρώδάτα κεριά καθημερινά στον Καναδά και σε όλους τους τόπους που γυρίζω αναζητώντας σε μικρή μου λατρεμένη αδελφή...

 Τόση απουσία πώς χωράει στη ζωή μου;;; Πέσμου πώς;

 Η αδελφή σου Ιουστίνη

 

 
ΥΓ. Η σύνθεση με τις πεταλούδες είναι του λατρεμένου φίλου μου Στράτου Δουκάκη
 

 

 

Tuesday, September 10, 2013

Σίφνος, Οικοδέσποινα της Γεύσης στις Κυκλάδες

Η Σίφνος ανέδειξε τις γεύσεις των Κυκλάδων

της ανταποκρίτριάς μας Ι. Φραγκούλη


Αρατό από την Κύθνο, σκοτύρι με σάλτσα σύκου από την Ίο, κοπανιστή από τη Μύκονο, κόκκορας γεμιστός από τη Σίκινο, λαδένια από την Κίμωλο, αμυγδαλωτά από τη Σύρο και τη Σίφνο ήταν κάποιες από τις δεκάδες λιχουδιές που παρέλασαν στο 7ο Φεστιβάλ Κυκλαδικής Γαστριμαργίας, το οποίο φιλοξενήθηκε από τις 5- 7 Σεπτεμβρίου στον Αρτεμώνα της Σίφνου με τη συμμετοχή 20 κυκλαδίτικων νησιών.

Το φεστιβάλ «Η Σίφνος στρώνει τραπέζι», το οποίο διοργανώθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Σίφνου με τη συμμετοχή του δήμου Σίφνου και της περιφέρειας του Αιγαίου στη μνήμη του μεγάλου Έλληνα σεφ Νίκου Τσελεμεντέ, που κατάγεται από τα Εξάμπελα Σίφνου, ήταν ένας ύμνος στο ταλέντο και τα προϊόντα των νησιών των Κυκλάδων.

Τα περίπτερα των νησιών με τις τοπικές σπεσιαλιτέ, βασισμένες στα κτηνοτροφικά και αγροτικά προϊόντα, προσέφεραν μεζέδες και τουριστικό υλικό για τους επισκέπτες. Επιδείξεις μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής εναλλάσσονταν κατά το τριήμερο του φεστιβάλ προς τέρψη και γνώση των συνδαιτυμόνων της μεγάλης κυκλαδίτικης γιορτής.Τα βράδια κατέληγαν στη μεγάλη πλατεία του Αρτεμώνα, όπου οι Σιφναίοι με τους καλεσμένους και τους επισκέπτες του φεστιβάλ, συμμετείχαν σε ένα μουσικό πανηγύρι με τοπικούς χορού και τραγούδια από τα νησιά των Κυκλάδων.

 Η αναπαράσταση του σιφναίικου γάμου, που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, ξεκινώντας από το σπίτι του Νίκου Τσελεμεντέ για να καταλήξει στην κεντρική πλατεία του Αρτεμώνα, "στεφάνωσε" τις γιορταστικές εκδηλώσεις της κυκλαδίτικης γευσιλαγνείας.

«Οι σύλλογοι στο φεστιβάλ, πέρα από τα παραδοσιακά φαγητά, φέρνουν μαζί τους τον αέρα της πρωτογενούς παραγωγής των κυκλαδίτικων νησιών, που είναι η νέα τάση της ελληνικής οικονομίας. Το φεστιβάλ αναδεικνύει τα τοπικά προϊόντα, προς τα οποία στρέφονται όλο και περισσότερο οι νέοι άνθρωποι στην Ελλάδα της κρίσης» δήλωσε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Σίφνου Μαρία Ναδάλη. «Το Φεστιβάλ Κυκλαδίτικης Κουζίνας γίνεται προς τιμήν του Νίκου Τσελεμεντέ, που κατάγεται από τη Σίφνο και είναι ένα είδωλο στην ελληνική κουζίνα, καθώς έφερε ανατρεπτικές αλλαγές στην ελληνική γαστρονομία με την πείρα και την ιστορία του στη γαλλική σχολή μαγειρικής», επισήμανε.

Ο δήμαρχος Σίφνου Ανδρέας Μπαμπούνης εκφράζει τον ενθουσιασμό του για τη μαζική συμμετοχή των κυκλαδίτικων νησιών στο 7ο Φεστιβάλ Κυκλαδίτικης Κουζίνας που ξεκίνησε το 2006 με την παρουσία, τότε, μόνο πέντε νησιών. «Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε την επικοινωνία και τη δικτύωση ανάμεσα στα νησιά των Κυκλάδων, ενώ κάθε χρόνο προσκαλούμε νησιά εκτός Κυκλάδων για να ενισχύσουμε τη διάδραση των τοπικών πολιτισμών αναδεικνύοντας την τοπική κουζίνα και τα ντόπια προϊόντα τους».

Φέτος τιμώμενο νησί ήταν η Σκιάθος που έφερε μαζί της το καρυδάτο των γιαγιάδων και τη μελόπιτα του γάμου μαζί με τον αέρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.«Σκοπός μας είναι να δώσουμε μια πανευρωπαϊκή χροιά στο φεστιβάλ μας, προσκαλώντας στο μέλλον ευρωπαϊκές χώρες να παρουσιάσουν τις κουζίνες τους» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δήμαρχος.

Η Σίφνος έστρωσε το 7ο τραπέζι προς τιμήν του Νίκου Τσελεμεντέ αναδεικνύοντας το μαγειρικό ταλέντο των κυκλαδίτικων νησιών με τη θερμή ανταπόκριση των δεκάδων επισκεπτών.

Ι. Φραγκούλη
 Το Μυκονιάτικο περίπτερο με τις στολές και τις λιχουδιές
 Στης Απολλωνίας τα δρομάκια
 Ιδιωτική εκκλησιά

 Στο Ηγουμενείο της Μονής ο Σαβασμιώτατος Σύρου και Κυκλάδων Δωρόθεος με τον δήμαρχο Σίφνου Ανδρέα Μπαμπούλη
 Ο Αρτεμώνας με τα αρχοντικά του
 Σίφνος, η λατρεμένη κόρη του Αιγαίου

 Απο το παράθυρό μου έβλεπα ένα και δύο και τρία λευκά σπίτια
 Λάτρεψα εκκλησιές
 Τοπικά προίόντα
 Πλατύς Γιαλός
 Ο παραδοσιακός Σιφναϊικος φούρνος
 Στουρτεμώνα τσ στενά
 Στην αγκαλιά της θάλασσας στο Βαθύ
 Αρχοντικά με ακροκέραμα
 Θάλασσα διάφανη

 Εικονοστάσι
 Η τέχνη της κεραμικής στο μεγαλείο της
 Στις Καμάρες η παραλία είναι όμορφη
 Το Σιφναίικο αρχοντικό έχει ξύλινα έπιπλα κι εργόχειρα και καλούδια

 Το σήμαντρό της δεν χτυπά, δεν έχει ψάλτη ούτε παπά!
Από ψηλά ο Πλατύς Γιαλός με γοήτευσε

Saturday, September 7, 2013

Ελιές Σίφνου, η αγριότητα των βαρβάρων




Βρίσκομαι στην όμορφη Σίφνο που διακρίνεται για την αρχοντιά και τη σεμνότητά της. Είμαι καλεσμένη στο φεστιβάλ κυκλαδικής κουζίνας, που είναι πραγματικά εξαιρετικό.

Χθες ο δρόμος μου με έφερε στο Βαθύ, ένα ψαροχώρι στο μυχό ενός όμορφου κολπίσκου. Σ΄αυτή την περιοχή έχει κτισθεί το συγκρότημα "Ελιές", με αρχιτεκτονική και στύλ που σέβεται απόλυτα το περιβάλλον. Είναι επένδυση του ντόπιου ευπατρίδη Ευγενίδη, απόγονου του γνωστού μεγαλοευεργέτη της Ελλάδας.

Η παραλία ήταν μακριά και δεν υπήρχαν σαιζ λόγκ με ομπρέλες. Ετσι, άραξα στις πρώτες που βρήκα. Ηταν εκείνες του ξενοδοχείου. Θεώρησα ότι με ένα αντίτιμο θα μπορούσα να τις χρησιμοποιήσω. Ωστόσο, αποδείχθηκε λάθος ο υπολογισμός μου.

Ετσι, σε λίγο ένας ευγενικός κύριος από το ξενοδοχείο μου ανακοίνωσε ότι πρέπει να φύγω γιατί μόνον ένοικοι του ξενοδοχείου έχουν διακίωμα στις ξαπλώστρες. Το κατάλαβα και σηκώθηκα να φύγω.

Ενας ευγενής κυριος δίπλα μου εξεπλάγη γιατί το ξενοδοχείο δεν δέχεται στις ξαπλώστρες πελάτες αυτή την εποχή, που υπάρχουν ελάχιστοι ένοικοι. Ενώ ανταλλάσσαμε τις απόψεις μας, μια κυρία όρμησε από τη θάλασσα και άρχισε να ορύεται:

-Δεν έχει δικαίωμα το ξενοδοχείο να έχει ξαπλώστρες πάνω στην παραλία, η παραλία είναι των δημοτών, δεν θέλουμε αυτή την επένδυση που προκάλεσε ανισορροπία στο περιβάλλον.

Η μαινάδα ξάπλωσε στην άμμο ανάμεσα στις καρέκλες του ξενοδοχείου διεκδικώντας τη θέση της στην άμμο.

Ερριξα μια ματιά στο βάθος της αμμοδιάς. Είδα φρικτά κτίσματα ντόπιων που ακουμπόυσαν το κύμα. Σύγκρινα με το συγκρότημα ¨Ελιές" που 'εχει αφήσει μα τεράστια έκταση στην παραλία , ικανή να χωρέσει τις ξαπλώστρες του και τους λουόμενους της περιοχής.

Αυτό το ελληνικό κράτος, πότε θα φτιάξει επιτέλους νόμους να προστατεύει τις σοβαρές επενδύσεις από τους μαινόμενους νεοέλληνες; Πότε οι συμπατριώτες μου θα μάθουν να τιμούν τον τουρισμό, που φέρει έσοδα στα νησιά και τη χώρα μας;

Θλίβομαι και κουράζομαι να σκέφτομαι τα αυτονόητα. Αυτοί στον τουρισμό τί κριβώς κάνου; Δεν θα επρεπε να υπάρχει πολεοδομία του τουρισμού; Κι επιτέλους να επιτραπεί η χρήση των ιδιωτικών παραλιών στους επενδυτές ; Που δεν έχουν την όρεξη να δεχονται με τα λεφτά τους την μήνι των βαρβαρων;;;

 Ιουστίνη Φραγκούλη