Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Friday, December 13, 2013

Englouville, Ma petite ville!!!




Εγκλουβή, το ορεινό χωριό μου

Αν με ρωτήσεις να σου πώ πού έμαθα να πλάθω ιστορίες στο μυαλό μου, θα σου το πώ γιατί το θυμάμαι ολοκάθαρα κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια από την νηπιακή μου ηλικία. Εκείνο το μικρολάγκαδο που άνοιγε ακριβώς κάτω απ΄το μπορντώ παράθυρο του πατρικού σπιτιού στην Εγκλουβή, εκείνο με έκανε να θέλω να τρέχω στο κρεβάτι  μου να ονειρεύομαι. Και να μην ξέρω πώς και τί αλλά να έχω προδιαγράψει μέσα μου εικόνες που κάποτε θα ακουμπούσα στο χαρτί.

Ναι, η Εγκλουβή, ένα ορεινό χωριό της Λευκάδας, τόσο ορεινό και αποκλεισμένο, που σχεδόν το είχε ξεχάσει η δημοσιά, ήταν το χωριό του πατέρα μου. Σχεδόν άγνωστο στους περισσότερους κατοίκους της Λευκάδας γιατί ο δρόμος ήταν δύσβατος και η απομόνωση μεγάλη.

Ομως εμείς ως οικογένεια,  για να δούμε τη γιαγιά και τον παππού, δρόμο παίρναμε δρόμο αφήναμε μέσα στο πράσινο λεωφορείο του ΚΤΕΛ  με τις μυρωδιές του τσιγάρου βυθισμένες αμετάκλητα στα φτηνά πλαστικά καθίσματα. Κι ύστερα από ταρακουνήματα  και δυό ώρες πορεία και στάσεις, φθάναμε επιτέλους στην κόψη του βουνού. Θυμάμαι που η ματιά μου περιπλανιόταν στα τόσα όμορφα μεσόγεια χωριά της διαδρομής. Κι όταν φτάναμε στην στροφή της Καρυάς, θαύμαζα τα επιβλητικά πέτρινα σπίτια της και κάτω στο βάθος το λιβάδι, που φούσκωνε από νερά το χειμώνα κι άδειαζε το καλοκαίρι χαρίζοντας ευφορία στον τόπο.

Το χωριό του πατέρα μου δεν θα το έλεγες εύφορο. Είχε όμως το μοναδικό προνόμιο να διαθέτει μια περιοχή πάνω στο βουνί με το όνομα, όπου οι κάτοικοι είχαν χωράφια κι έσπερναν φακή. Τούτη η σοδειά αλωνιζόνταν κι απόφερνε τον πολυπόθητο  καρπό μιας ποικιλίας  φακής, που είναι λευκή και βράζει τόσο εύκολα. Η Εγκλουβή έχει γίνει γνωστή στα πέρατα του κόσμου για τη φακή της, που ευλογάται κάθε χρόνο στις 7 Αυγούστου στη λειτουργία του Αγίου Δονάτου, προστάτη του χωριού και της φακής μας.

Θέλω να σου πώ ότι στο χωριό οι δρόμοι δεν ήταν τσιμεντένιοι εκείνα τα χρόνια του 60. Ο παππούς μας περίμενε στο λεωφορείο με το θείο Εκτορα και τα δύο άλογα της οικογένειας, ο ένας κρατούσε το Ντορή και ο άλλος τον Ψαρρή. Εδεναν αριστερά και δεξιά στα καπούλια των αλόγων τις αποσκευές της οικογένειας κι ύστερα μας τοποθετούσαν στη σέλλα , εμένα στο Ντορή και τον αδελφό μου στον Ψαρρή. Οι γονείς μου, ο παππούς κι ο θείος περπατούσαν στο γεμάτο πέτρες δρόμο που οδηγούσε στο κάτω μέρος του χωριού, όπου βρισκόταν το λιτό πέτρινο σπίτι μας. Οι οπλές των αλόγων γλυστρούσαν στις μυτερές πέτρες κι εγώ νόμιζα ότι εκεί θα άφηνα την τελευταία μου πνοή. Ομως, ο Ντορής μου ήταν ένα γενναίο άλογο που με έφερνε πάντα στην πόρτα της αυλής χωρίς κανένα απολύτως ατύχημα.

Εκεί λοιπόν, αφού ξεπεζεύαμε έτρεχα επάνω στο δωμάτιο να βγώ στο αγνάντι να να δώ αν το λαγκάδι είχε στα σπλάγχνα του νερό ή αν ήταν ολόστεγνο και μόνο . Το χειμώνα με τις βροχές έβλεπα τα νερά να κατρακυλούν συμπαρασύροντας πέτρες , ενώ το καλοκαίρι οι ογκόλιθοι έμεναν εκτεθειμένοι στον ήλιο της μέρας που άγγιζε τη νύχτα.

Το απόγευμα ερχόνταν οι επισκέψεις. Ναι, οι συγγένισσες από το πάνω χωριό κατέφταναν να δούν τη μαμά, να χαιρετίσουν τον πατερούλη και να χαϊδέψουν εμάς τα παιδάκια, που είχαμε την αίγλη των πρωτευουσιάνων (καθότι ζούσαμε στην πρωτεύουσα του νησιού, τη Λευκάδα). Κι ύστερα μας καλούσαν να ανέβουμε κι εμείς στο επάνω χωριό να τους δούμε , να μας κεράσουν και το κατιτίς μας.

Μετά το μεσημεριανό ύπνο, που ήταν ολόγιομος και χορταστικός λόγω του υψόμετρου, η μαμά μας έντυνε με τα καλά μας κι ανηφορίζαμε προς τα επάνω. Πρώτος σταθμός μας ήταν της Γιούλως και του μπαρμπα Γιάννη, όπου μας φίλευαν τα καλούδια της αγροτιάς τους. Εγώ χανόμουν πάλι κια πάλι στα μεγάλα γαλάζια μάτια της θειά-Γιούλως που ανάλωνε την ομορφιά της και τα νιάτα της καλλιεργώντας τα χωράφια, τρυγώντας τα αμπέλια, αλωνίζοντας τη φακή της παραγωγής της.

Υστερα, οδεύαμε προς τα επάνω σπιτικά, του μπαρμπα Γιώργου (αδελφού του παππού), του μπάρμπα Κωστάγγελου (επίσης αδελφού του παππού) και μετά εγώ παρέκκλινα προς το σπίτι της Μαρίνας μου, της πρωτοξαδέλφης του πατέρα μου που είχε παντρευτεί και είχε δικά της παιδιά, αλλά εμένα με κανάκευε σα νάμουν δική της, επειδή με είχε μεγαλώσει στα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Φέτος, η Μαρίνα εγκατέλειψε τη μάταιη τούτη γή πετώντας στη γειτονιά του ουρανού να συναντήσει τη χαμένη της κορούλα.

Μου άρεσε να βγαίνω εκεί στις αυλές και να κοιτάζω αυτή τη ζωγραφιά που απλωνόταν στα πόδια μου. Σπίτια πέτρινα φυτεμένα ανάμεσα σε δέντρα και πέρα μακριά όσο έφτανε το μάτι πράσινο το χειμώνα, κίτρινη ομορφιά  της ξηρασίας το καλοκαίρι. Αυτή ήταν η Εγκλουβή όπου μεγάλωσε ο πατερούλης, σκεφτόμουν και προσπαθούσα να φανταστώ τα παιδικά του χρόνια.

Οταν τελείωνε το απόγευμα κατηφορίζαμε προς το σπίτι. Το μάτι μου σταματούσε σε κάθε γωνιά του δρόμου, στα πέτρινα σπίτια της ανιδιοτέλειας, στα εγκάρδια χαιρετίσματα των γυναικών. Την άλλη μέρα την αφιερώναμε στη θειά Ελένη, την αδελφή του παππού που ήταν ψηλή καμαρωτή, όμορφη και νοικοκυρά σαν καμία, όπως έλεγε η μαμά. Μας υποδεχόταν με χίλια δύο καλούδια καμωμένα απ΄τα χεράκια της.

Αυτό που με εντυπωσίαζε πάντα στην Εγκλουβή ήταν ότι όλοι συγγενείς μας φίλευαν ένα σακούλι φακή κάθε που φεύγαμε από το σπίτι τους. Κι αυτή η γενναιοδωρία φαίνεται πως δεν έχει εκλείψει από το βουνίσιο μου χωριό.

Πριν από δυό ή τρία χρόνια βρέθηκα στην πλατεία του χωριού κάτω από τον δροσερό της πλάτανο. Ηρθαν οι χωριανοί και με χαιρέτισαν γιατί γνωρίζουν πως παρόλο που αραιά και πού επισκέπτομαι τον τόπο (καθώς το πατρικό μας σπίτι έχει καταστραφεί από σεισμούς και εγκατάλειψη) ήρθαν και στήσαμε κουβέντα υπέροχη για τις μέρες τις παλιές. Και πριν να φύγω μου έφεραν φακή και με φίλεψαν θυμίζοντάς μου πως είμαι μια από εκείνους, μια αληθινή Εγκλουβησάνα που δεν ξεχνώ την καταγωγή μου, που ορίζομαι από τον αγέρωχο ορεινό μου τόπο!
 
Justinaki!!!

 

 

2 comments:

pylaros said...

Αγαπητή μου Ιουστίνη.

Σε θαύμασα!
Ενα απο τα καλύτερά δημοσιεύματα σου, αυθόρμητο γνήσιο ειλικρινές, μου άρεσε τόσο!!!
Μα και μου θύμισε το δικό μου ορεινό χωριό την απομόνωση, τους κακοτράχαλους δρόμους, τους σεισμούς και σήμερα τα ερείπια και ερημιά.

σου εύχουμαι καλά και χαρούμενα Χριστούγεννα..

με αγάπη

Γαβριήλ

Justine Frangouli said...

Πόσα μας ενώνουν Γαβρίλη μου, τα ωραιότερα και τα γνησιότερα. Οι αναμνήσεις απο το γενέθλιο τόπο. Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Καλές Γιορτές με την ωραία οικογένειά σου