ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Tuesday, December 30, 2025

Πίσω από κλειστές πόρτες: Η αθέατη βία στα παιδιά!

 

H Ηλέκτρα Κουτσούκου, νομική σύμβουλος του Ιδρύματος ΕΛΙΖΑ  απαντάει στις ερωτήσεις για την παιδική βία 

 Μια εφ’όλης της ύλης συνέντευξη στην συγγραφέα Ιουστίνη Φραγκούλη – Αργύρη για τις δράσεις, τους στόχους, τις ελλείψεις και τις προσδοκίες του Σωματείου ΕΛΙΖΑ - κατά της κακοποίησης του παιδιού

 

Η κακοποίηση παιδιών παραμένει μια από τις πιο σιωπηλές αλλά και πιο επώδυνες πραγματικότητες της ελληνικής κοινωνίας. Το Σωματείο ΕΛΙΖΑ, με επιστημονική τεκμηρίωση και σταθερή δράση, επιλέγει να σταθεί στην πρώτη γραμμή: στην πρόληψη, στην εκπαίδευση και στην ενδυνάμωση τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων που τα πλαισιώνουν.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Ηλέκτρα Κουτσούκου, νομικός και Διδάκτωρ των Δικαιωμάτων του Παιδιού, εξηγεί τον ρόλο του ΕΛΙΖΑ, τις ανάγκες του συστήματος παιδικής προστασίας και τον τρόπο με τον οποίο η ντροπή και η ενοχή μπορούν να μεταμορφωθούν σε δύναμη για τα παιδιά που έχουν πληγωθεί.

Μια συζήτηση ουσίας, που φωτίζει όχι μόνο το πρόβλημα, αλλά και τις λύσεις που χτίζουν ένα ασφαλέστερο μέλλον για κάθε παιδί.

Ηλέκτρα Κουτσούκου, νομικός, Δρ. των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Επιστημονικά Υπεύθυνη του Σωματείου ΕΛΙΖΑ

 Ποια είναι η φιλοσοφία του Ιδρύματος ΕΛΙΖΑ ως προς την πρόληψη και όχι μόνο την παρέμβαση της κακοποίησης των παιδιών στην Ελλάδα;

 Η φιλοσοφία του ΕΛΙΖΑ επενδύει στην πρόληψη για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών. Δεν εστιάζει μόνο στην παρέμβαση μετά το συμβάν, αλλά στην ενδυνάμωση των παιδιών και στην πλαισίωση, όπως και επιμόρφωση του ενήλικα, προκειμένου να αναγνωρίζεται και να αποτρέπεται η κακοποίηση. Το ΕΛΙΖΑ πιστεύει ότι παιδιά που γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τα όρια του σώματός τους είναι παιδιά πιο ασφαλή.

 Ποιος είναι ο ρόλος και οι στόχοι του Ιδρύματος;

 Ο ρόλος του ΕΛΙΖΑ είναι να ακούει, να προστατεύει και να στηρίζει παιδιά που είναι

θύματα ή κινδυνεύουν από κακοποίηση ή παραμέληση. Στόχος του είναι η ενίσχυση του συστήματος παιδικής προστασίας ως αρωγός της πολιτείας, η πλαισίωση των

επαγγελματιών (εκπαιδευτικών, κοινωνικών λειτουργών, ιατρών, προπονητών κ.ά.) και η πρόληψη μέσα από προγράμματα ενημέρωσης, δράσεις και θεσμικές παρεμβάσεις.

 Ποια είναι η ψυχολογική επίδραση της πρώιμης κακοποίησης στην ταυτότητα και την αυτοεικόνα του παιδιού;

 Η πρώιμη κακοποίηση διαταράσσει βαθιά την αίσθηση ασφάλειας, αυτοεκτίμησης και εμπιστοσύνης του παιδιού προς τον εαυτό του και τον κόσμο. Το παιδί συχνά εσωτερικεύει ενοχή ή ντροπή, ενώ μπορεί να δυσκολεύεται να αναπτύξει σταθερή ταυτότητα και θετική αυτοεικόνα.

 Πώς διαχειρίζεστε την έννοια της “ντροπής” στα παιδιά που έχουν βιώσει τραύμα; Μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη;

 Η “ντροπή”, αλλά πιθανότατα κάποιες φορές και η ενοχή είναι από τα πιο δύσκολασυναισθήματα που ακολουθούν. Στο ΕΛΙΖΑ επιδιώκεται να μετατραπεί σε δύναμη, μέσω της αποδοχής, της ενδυνάμωσης, της απενεχοποίησης και της υποστήριξης του παιδιού ώστε να αντιληφθεί ότι δεν φέρει ευθύνη για ό,τι του συνέβη. Όταν το παιδί κατανοεί ότι δεν φταίει, η ντροπή μπορεί να δώσει τη θέση της στην αυτοπεποίθηση και τη δύναμη για επαναπροσδιορισμό.

 Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της θεραπευτικής σχέσης με ένα παιδί που έχει βιώσει παραμέληση;

 Ένα παιδί που έχει παραμεληθεί, δυσκολεύεται να πιστέψει ότι ο ενήλικας ενδιαφέρεται πραγματικά και φυσικά δε νιώθει ασφάλεια. Η θεραπευτική σχέση χρειάζεται σταθερότητα, υπομονή και συνέπεια, ώστε να δημιουργηθεί ένα ασφαλές περιβάλλον. Ώστε να δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης, η οποία και έχει διαρραγεί για το παιδί, λόγω της παραμέλησής του.

 Πώς εκπαιδεύετε τους φροντιστές και τους επαγγελματίες να αναγνωρίζουν τα“σιωπηλά” σημάδια κακοποίησης;

 Μέσω ειδικών επιμορφωτικών προγραμμάτων, όπως το «Αναγνωρίζω – Προστατεύω», που επιμορφώνει νηπιαγωγούς σε όλη τη χώρα ώστε να μπορούν να εντοπίζουν πρώιμα σημάδια κακοποίησης ή παραμέλησης μέσα στην τάξη. Το ΕΛΙΖΑ κατευθυντήριες οδηγίες έχει επιμορφώσει πάνω από 30.000 επαγγελματίες και φροντιστές ώστε να μπορούν να μιλήσουν ακόμη και για τα «σιωπηλά» σημάδια της κακοποίησης. Παράλληλα, η Γραμμή 10454 (https://eliza.org.gr/oi-draseis-mas/grammi-eliza-10454/ ), όπου οι επαγγελματίες μπορούν να λάβουν καθοδήγηση, χωρίς κόστος, για την αναφορά περιστατικών είναι πάντα εκεί, αν θέλουν να μοιραστούν ένα προβληματισμό για το αν αυτό που βλέπουν είναι ή όχι σιωπηλό σημάδι κακοποίησης.

Υπάρχει χώρος για την τέχνη ή τη δημιουργική έκφραση στην ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών;

 Ναι. Η δημιουργική έκφραση αποτελεί μέσον επικοινωνίας και θεραπείας, ειδικά όταν το παιδί δυσκολεύεται να εκφραστεί λεκτικά. Μέσα από το παιχνίδι, τη ζωγραφική ή το θέατρο, τα παιδιά μπορούν να εξωτερικεύσουν το τραύμα τους με ασφάλεια.

 Πώς αντιμετωπίζετε τις περιπτώσεις όπου το παιδί δεν μπορεί ή δεν θέλει να μιλήσει για όσα έχει βιώσει;

Σε τέτοιες ο επαγγελματίας προσπαθεί να δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας,επιτρέποντας στο παιδί να εκφραστεί με τον δικό του ρυθμό, χωρίς εξαναγκασμό, με βάση τα σχετικά υφιστάμενα πρωτόκολλα. Η εμπιστοσύνη είναι προϋπόθεση για να ανοίξει ο δρόμος της επικοινωνίας.

 Ποια είναι η θέση του Ιδρύματος απέναντι στην επανένταξη του παιδιού στο οικογενειακό περιβάλλον; Υπάρχουν όρια;

 Η επανένταξη εξετάζεται με προτεραιότητα την ασφάλεια. Εάν το οικογενειακό περιβάλλον δεν είναι ασφαλές ή δεν έχουν αντιμετωπιστεί οι αιτίες της κακοποίησης, τότε το ΕΛΙΖΑ θεωρεί ότι πρέπει να προχωρά η επανένταξη, μόνο εφόσον δημιουργηθούν, αν είναι εφικτό, συνθήκες ασφάλειας. Κάθε περίπτωση αξιολογείται διεπιστημονικά, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού και in concreto.

 Πώς προστατεύετε την ψυχική ανθεκτικότητα των επαγγελματιών που εργάζονται με τόσο ευάλωτες ομάδες;

 Το ΕΛΙΖΑ φροντίζει να προσφέρει εποπτεία, ψυχολογική στήριξη και διαρκή επιμόρφωση στους επαγγελματίες του, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται τη συναισθηματική επιβάρυνση. Η φροντίδα εκείνων που φροντίζουν τα παιδιά είναι βασική προϋπόθεση για να μπορούν να στέκονται αποτελεσματικά ως φροντιστές δίπλα στα παιδιά.

 Πώς οραματίζεστε την εξέλιξη της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια; Τι λείπει ακόμα;

 Το όραμα του ΕΛΙΖΑ είναι μια παιδοκεντρική κοινωνία, όπου η προστασία των παιδιών θα αποτελεί προτεραιότητα και θα αλλάξει η κουλτούρα γύρω από τα δικαιώματα των παιδιών και την παιδική προστασία. Απαιτείται ενιαία διεπιστημονική προσέγγιση, ενιαίος μηχανισμός καταγραφής περιστατικών κακοποίησης και ενίσχυση των υπηρεσιών παιδικής προστασίας. Επίσης, χρειάζεται να σπάσει το κοινωνικό στίγμα γύρω από το θέμα.

 Πότε και με ποια αφορμή ιδρύθηκε το ΕΛΙΖΑ;

 Το Σωματείο ΕΛΙΖΑ ιδρύθηκε μετά τον τραγικό θάνατο της μικρής Ελίζας, ενός παιδιού που υπέφερε για χρόνια από κακοποίηση και τελικά έχασε τη ζωή του στη Νέα Υόρκη, αφού κακοποιήθηκε βάναυσα από τη μητέρα του, στην οποία οι αρχές έδωσαν την επιμέλεια. Η περίπτωσή της θεωρήθηκε η χειρότερη υπόθεση παιδικής κακοποίησης που είχε δει το δικαστικό σύστημα της πόλης. Το ‘Iδρυμα δημιουργήθηκε με σκοπό να σπάσει τη σιωπή γύρω από τέτοια φαινόμενα και να μην υπάρξει «άλλη Ελίζα».

 Ποια είναι η αποστολή και το όραμα του ΕΛΙΖΑ;

 Η αποστολή του ΕΛΙΖΑ συνοψίζεται στο μήνυμα που είναι χαραγμένο στην ταφόπλακα της μικρής Ελίζας:

 «World, please look after the children» – «Κόσμε, σε παρακαλώ φρόντισε τα παιδιά». Το ΕΛΙΖΑ έχει ως όραμα να προστατεύει, να στηρίζει και να ενδυναμώνει τα παιδιά, ενισχύοντας το σύστημα παιδικής προστασίας και επιμορφώνοντας επαγγελματίες και γονείς, πάντα με επικουρικό ρόλο σε σχέση με την Πολιτεία. Όραμά του είναι μια κοινωνία που θέτει ως προτεραιότητα την ασφάλεια και τα δικαιώματα των παιδιών.

 Ποια είναι η έκταση του φαινομένου της παιδικής κακοποίησης στην Ελλάδα;

 Η παιδική κακοποίηση στην Ελλάδα παραμένει σοβαρό και διαρκές πρόβλημα. Πολλά περιστατικά δεν καταγγέλλονται ποτέ, γι’ αυτό τα καταγεγραμμένα στοιχεία είναι μόνο η «κορυφή του παγόβουνου». Η Γραμμή ΕΛΙΖΑ 10454 καταγράφει καθημερινά περιστατικά, ωστόσο χρειάζεται ένα Εθνικό Σύστημα Καταγραφής για ακριβή αποτύπωση και καλύτερη διαχείριση του φαινομένου.

 Παρατηρείται αύξηση των περιστατικών ή της ευαισθητοποίησης τα τελευταία χρόνια;

 Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξημένη ευαισθητοποίηση και ενημέρωση, κάτι που οδηγεί και σε περισσότερες αναφορές περιστατικών. Η αύξηση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην περισσότερη κακοποίηση, αλλά καλύτερη αναγνώριση. Ενδεικτικά, μέσω του προγράμματος «Αναγνωρίζω – Προστατεύω» οι νηπιαγωγοί δήλωσαν ότι έμαθαν να αναγνωρίζουν περιπτώσεις που παλαιότερα δεν θα αντιλαμβάνονταν.

 Τι θα θέλατε να αλλάξει θεσμικά ή κοινωνικά ώστε να μειωθεί η παιδική κακοποίηση στην Ελλάδα;

 Χρειάζεται ενιαίος, συνεκτικός μηχανισμός παιδικής προστασίας με σαφείς αρμοδιότητες. Επίσης, υποχρεωτική εκπαίδευση όλων των επαγγελματιών που εργάζονται με παιδιά και ενημέρωση της κοινωνίας ώστε να σπάσει η σιωπή και το στίγμα. Η παιδοκεντρική προσέγγιση πρέπει να καθιερωθεί σε όλες τις δομές και υπηρεσίες.

 Ποιες είναι οι βασικές δράσεις και τα προγράμματα του οργανισμού;

 α. «Αναγνωρίζω – Προστατεύω»: εκπαίδευση νηπιαγωγών στην αναγνώριση και πρόληψη κακοποίησης, με χιλιάδες επιμορφωμένους σε όλη τη χώρα.

β. Μονάδες Φροντίδας για την Ασφάλεια των Παιδιών: λειτουργούν σε νοσοκομεία Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Αλεξανδρούπολης και δημιουργείται στην Πάτρα – για ιατρική εξέταση και διεπιστημονική φροντίδα παιδιών με υποψία κακοποίησης.

γ. «Ασφαλές Άγγιγμα»: πρόγραμμα για παιδιά 5–9 ετών για την πρόληψη της σεξουαλικής κακοποίησης, σε συνεργασία με τον NYSPCC. (New York Society for the Prevention of Cruelty to Children)

δ. Γραμμή ΕΛΙΖΑ 10454: παρέχει ψυχολογική και νομική υποστήριξη σε επαγγελματίες και οικογένειες σχετικά με την διαχείριση υποψίας κακοποίησης παιδιών, καθώς και επιμορφωτικά σεμινάρια.

 Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ΕΛΙΖΑ στην προσπάθεια καταπολέμησης της κακοποίησης;

 Οι βασικές δυσκολίες είναι:

 

Η      Η σιωπή και το στίγμα που συνοδεύουν την κακοποίηση.

 

·         Η υποαναφορά των περιστατικών.

 

·         Οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και σε δομές παιδικής προστασίας.

 

·         Η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.

 

Παρά τις δυσκολίες, το ΕΛΙΖΑ τις μετατρέπει σε κίνητρο για βελτίωση των προγραμμάτων και της πρόληψης.

 

 

H ιστοσελίδα του ΕΛΙΖΑ είναι: www.eliza.org.gr

ΥΓ. Για τους αναγνώστες θα είχε ενδιαφέρον να διαβαστεί η ιστορία της μικρής Ελίζας.

Tuesday, December 16, 2025

Όταν η Ελληνική διπλωματία αναδεικνύει την Ελληνική Ομογένεια του Μοντρεάλ

 


Όταν η Ελληνική διπλωματία αναδεικνύει την Ελληνική Ομογένεια του Μοντρεάλ

 

Έξω το χιόνι σκέπαζε τους δρόμους του Παλιού Μόντρεαλ, χαρίζοντας στην πόλη μια σιωπηλή, σχεδόν τελετουργική γαλήνη. Στο ιστορικό Hotel Nelligan, οι αίθουσες φωτίζονταν ζεστά, σαν να καλούσαν τους παρευρισκόμενους σε μια μυσταγωγία μνήμης και προσδοκίας. Ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας, Νίκος Καραλέκας, είχε συγκεντρώσει τους Έλληνες επιχειρηματίες της διασποράς του Μοντρεάλ για μια πρώτη γνωριμία, αλλά και για να ανοίξει επίσημα τη σεζόν των εορτασμών των 120 χρόνων της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μοντρεάλ (1906-2026).

Ο Γενικός πρόξενος μίλησε για την ευλογία να γνωρίσει από κοντά την Ελληνική παροικία, αυτόν τον ζωντανό ιστό μνήμης και δημιουργίας που κρατάει την Ελλάδα παρούσα στην καρδιά του Καναδά, ενώ έδωσε τα εύσημα στην γραμματέα του Νίκη Αναστασοπούλου-Μητρονίκα για την πολύτιμη βοήθειά της από τη μέρα της εγκατάστασής του στο νέο του θώκο.

Τα λόγια του άνοιξαν μια συζήτηση για την ανάγκη να ενισχυθεί η εικόνα της Κοινότητας, να προβληθεί η δύναμη και η προσφορά της στο κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του Μόντρεαλ. Με ευγένεια και όραμα, εισήγαγε τους παρευρισκόμενους στην Επετειακή Επιτροπή των 120 χρόνων, προσκαλώντας τους να γίνουν συμμέτοχοι σε μια πορεία μνήμης και ελπίδας.

Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη με συγκίνηση και προσμονή. Ο Πρόεδρος της Κοινότητας, Βασίλης Αγγελόπουλος, μίλησε με καθαρότητα για τις προκλήσεις της νέας εποχής, σημειώνοντας πως η Ελληνική Κοινότητα Μείζονος Μοντρεάλ έχει αρχίσει να ελπίζει στο μέλλον τονίζοντας παράλληλα  τη σημασία ενός μελλοντικού προικοδοτικού ταμείου ως θεμέλιου για το μέλλον. Τα λόγια του έμοιαζαν να γεφυρώνουν την ιστορία με την προοπτική, να καλούν τους επιχειρηματίες στην συλλογική  ευθύνη και δράση.

Κι ύστερα, η Πρόεδρος της Επετειακής Επιτροπής, Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, πήρε τον λόγο με φωνή συγκινημένη, γεμάτη πάθος για τον Ελληνισμό των 120 χρόνων. Κάλεσε τους επιχειρηματίες να ανέβουν στο τρένο των γιορτασμών, να μπούν στην κορδέλα της χορηγίας ,να γίνουν συνοδοιπόροι σε αυτήν τη μεγάλη πορεία μνήμης και ελπίδας. Στα χέρια της κρατούσε ένα ντοσιέ, προσεκτικά επιμελημένο από την οργανωτική ομάδα της Επετειακής Επιτροπής των 120 χρόνων (Γιώργο Τσαντρίζο, Κία Νικολάου, Πάρι Πέτρου και την ίδια) που αποκάλυπτε τις εκδηλώσεις της επετειακής χρονιάς· ένα δώρο, μια πρόσκληση, ένα άνοιγμα προς το μέλλον. Η Ιουστίνη Φραγκούλη είπε ότι το Λύκειον των Ελληνίδων Μοντρεάλ ανεβαίνει κιόλας στο τρένο των επετειακών εορτασμών προσφέροντας 20.000 δολάρια χορηγία στο επετειακό έτος.

Ταυτόχρονα παρουσίασε την πρόεδρο της Επιτροπής Προσωπικοτήτων Κωστία Πανταζή καθώς επίσης και τους συνεργάτες της σε αυτό το μακρύ ευοίωνο ταξίδι , τον  εκτελεστικό αντιπρόεδρο Μιχάλη Πατσαντζή και τον Δημήτρη Κατσαούνη, που μαζί με την Βούλα Νεοφωτίστου αποτελούν τον πυρήνα της Επετειακής Επιτροπής των 120 χρόνων.

Ο επίτιμος πρόεδρος της Ερανικής Επιτροπής, Γιώργος Τσίτουρας, στάθηκε μπροστά στο ακροατήριο με βλέμμα φωτεινό, συνεπαρμένος από την τεράστια επιτυχία του πρόσφατου ραδιομαραθωνίου της ΕΚΜΜ. Τα τριακόσιες χιλιάδες δολάρια που συγκεντρώθηκαν δεν ήταν απλώς ένας αριθμός· ήταν η ζωντανή απόδειξη της δύναμης της ελληνικής ψυχής, της αλληλεγγύης και της πίστης στη συνέχεια του Ελληνισμού στο Μόντρεαλ.

Με λόγο γεμάτο πάθος, μίλησε για τα ελληνόφωνα σχολεία «Σωκράτης – Δημοσθένης» και για τα Σαββατιανά, εκεί όπου οι νέες γενιές μαθαίνουν να προφέρουν την ελληνική γλώσσα σαν προσευχή, να κρατούν ζωντανή την παράδοση και να χτίζουν γέφυρες ανάμεσα στην πατρίδα και τη διασπορά. Η φωνή του έτρεμε από συγκίνηση, καθώς τόνιζε πως κάθε δωρεά, κάθε προσφορά, είναι μια επένδυση στο μέλλον, μια υπόσχεση ότι η φλόγα της ελληνικής παιδείας δεν θα σβήσει ποτέ.

Η βραδιά στο Nelligan δεν ήταν απλώς μια συνάντηση. Ήταν μια στιγμή όπου το χιόνι έξω γινόταν σύμβολο καθαρότητας και ανανέωσης, ενώ μέσα, οι φωνές και οι καρδιές ενώνονταν σε μια κοινή υπόσχεση: ότι ο Ελληνισμός του Μόντρεαλ θα συνεχίσει να γράφει ιστορία, με μνήμη, με όραμα, με αγάπη για την πατρίδα και πίστη στη δύναμη του κοινού στόχου: της επιβίωσης του Ελληνισμού.

ΙΦ

Monday, November 17, 2025

Το Πολυτεχνείο Ζεί!

 


Το Πολυτεχνείο Ζεί!

Της Ιουστίνης φραγκούλη-Αργύρη

 

Ήμουν δεκατεσσάρων. Έφηβη. Από τη Δευτέρα Δημοτικού, τουτέστιν το σωτήριον έτος του 1967,  δεν είχα γνωρίσει ελευθερία. Στο σχολείο ποδιές γαλάζιες με λευκό γιακαδάκι και να έχουν καταργηθεί ακόμη και τα Αποκριάτικα πάρτυ στην αυλή του 1ου Δημοτικού. Κι αργότερα στο γυμνάσιο ποδιές μακριές , σοσόνια λευκά, και απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 7 το βράδυ.

Ζούσα σε μια Ελλάδα φιμωμένη, όπου η σιωπή δεν ήταν επιλογή αλλά επιβολή. Η απαγόρευση κυκλοφορίας δεν σήμαινε απλώς να μείνεις σπίτι· σήμαινε να μην κοιτάς ψηλά, να μην σκέφτεσαι ελεύθερα, να μην ονειρεύεσαι.

Ο πατερούλης μου, βαθειά πολιτικοποιημένος -παρότι της συντηρητικής παράταξης-, άνοιγε κάθε βράδυ τη Ντόιτσε Βέλλε. Από εκεί μαθαίναμε τα νέα που δεν τολμούσε να πει η ΥΕΝΕΔ. Ήταν σα να ανοίγαμε ένα παράθυρο στον κόσμο, να ανασαίνουμε λίγο αέρα ελευθερίας μέσα στο πνιγηρό δωμάτιο της χούντας. Κι εγώ, με την καρδιά μου να πάλλεται δυνατά, άκουγα τις φωνές των φοιτητών να διαπερνούν τα σύρματα του ραδιοφώνου και να φτάνουν ως το μεδούλι μου.

«Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». Δεν ήταν σύνθημα. Ήταν κραυγή. Ήταν η φωνή της γενιάς που αρνήθηκε να υποταχθεί. Μια χούφτα φοιτητές, παιδιά σχεδόν, κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο και ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην επταετία της τυραννίας. Και η Χούντα, τυφλή από φόβο, έστειλε ερπύστριες με νεαρούς στρατιώτες συνομήλικους να ισοπεδώσουν τη νιότη σαρώνοντας τα σιδερένια κάγκελα του Πολυτεχνείου και τους φοιτητές της εξέγερσης.

Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό. Θυμάμαι το τρέμουλο στα χέρια μου, το σφίξιμο στο στομάχι, την αίσθηση πως κάτι τραγικό συνέβαινε, κάτι όμως που θα άλλαζε για πάντα την πορεία μας. Δεν ήμουν εκεί, μα ήμουν παρούσα. Με το νου, με την ψυχή, με το σώμα μου που πάλλονταν στους ρυθμούς της εξέγερσης.

Πενήντα δύο χρόνια πέρασαν. Οι φωνές εκείνες, που κάποτε έσκιζαν τον αέρα, σήμερα ακούγονται σαν ψίθυροι. Οι ηγέτες της εξέγερσης ενσωματώθηκαν στην πολιτική ζωή του τόπου, έγιναν Λαλιώτηδες και Δαμανάκισσες. Η αγνότητα εκείνων των ημερών φθάρηκε από την τριβή με την εξουσία.

Η σημερινή γενιά, μεγαλωμένη με ελευθερίες που τότε ήταν όνειρο, δεν γνωρίζει καν ποιους τιμούμε σήμερα. Δεν φταίνε· δεν τους μάθαμε να θυμούνται. Τους δώσαμε ανοριακή ελευθερία να παίζουν με τα κινητά , να βιντεοσκοπούν τους συμμαθητές τους όταν τους δέρνουν, γενικά έχουμε επιτρέψει στην εθνική παιδεία την παρεκτροπή από την σύγχρονη ιστορία της χώρας μας.

Μα εγώ θυμάμαι. Θυμάμαι το Πολυτεχνείο όχι ως κτίριο, αλλά ως σύμβολο. Ως φλόγα που άναψε μέσα στο σκοτάδι και δεν έσβησε ποτέ. Θυμάμαι τους φοιτητές όχι ως ήρωες, αλλά ως ανθρώπους που τόλμησαν. Που είπαν «όχι» όταν όλοι έλεγαν «ναι». Που ύψωσαν τη φωνή τους και την έκαναν σεισμό.

Σήμερα, 17 Νοέμβρη, καταθέτω νοερά ένα στεφάνι. Όχι από λουλούδια, αλλά από λέξεις. Από λέξεις που δεν ξεχνούν. Από λέξεις που αντιστέκονται. Γιατί η μνήμη είναι πράξη. Και η πράξη είναι απόρροια πολιτικής και ηθικής ευθύνης.

Αιωνία η μνήμη όλων αυτών που ξεκίνησαν το ξήλωμα της Χούντας. Αιωνία η αγρύπνια μας. Για να μην ξαναζήσουμε τη σιωπή. Για να μην ξαναδούμε ερπύστριες να ισοπεδώνουν την ελπίδα, τη νιότη, τη σπίθα της αντίστασης.


Wednesday, November 5, 2025

Θανάσης Σίδερης, ο Πρίγκηπας των χρωμάτων και των ήχων!

 


Θανάσης Σίδερης, ο Πρίγκηπας των χρωμάτων και των ήχων

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Στη Λευκάδα, εκεί όπου το φως έχει μνήμη και τα σοκάκια ψιθυρίζουν ιστορίες, έζησε ένας άνθρωπος που δεν χώρεσε ποτέ σε τίτλους. Ο Θανάσης Σίδερης δεν ήταν απλώς ζωγράφος, μουσικός, αγιογράφος, σκηνογράφος. Ήταν φορέας μιας παράδοσης που δεν έμεινε στο παρελθόν — την ανέπνεε, την ανανέωνε, την πρόσφερε.

‘Ομορφος με την κλασική ένοια του όρου, είχε έντονα ζυγωματικά και καταγάλανα μάτια που καθρέφτιζαν τη θάλασσα. Ήταν και παρέμεινε καλλονός μέχρι το τέλος, «ζωγραφισμένος με την ομορφιά του Σιδερέικου», όπως συνήθιζε να λέει η μαμά μου.

Απόγονος των ζωγράφων Σίδερη, με ρίζες στους Δοξαρά και Γαζή, κουβαλούσε στο αίμα του την τέχνη της Επτανήσου και και την ευθύνη της. ‘Ηταν απόγονος των ζωγράφων και αγιογράφων της Αναγέννησης. Μα δεν αρκέστηκε στην κληρονομιά. Την έπλασε ξανά, με τα δικά του χρώματα, με τους δικούς του ήχους.

 Ίδρυσε την Αγιομαυρίτικη Παρέα για να κρατήσει ζωντανή την επτανησιακή καντάδα. ¨Επαιζε καντάδες σε γιορτές, σε συναυλίες, σε μαγαζιά  κι έβγαζε αυτή την φωνή τη γλυκειά, τη νοσταλγική που συνέπαιρνε τον κόσμο, έχοντας δικό της ηχόχρωμα. Με το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό, με τη ριγέ ασπρόμαυρη μπλούζα, την ψάθα στο κεφάλι μαζί με τους υπόλοιπους της παρέας, όταν τραγούδούσαν θύμιζαν τους γονδολιέρηδες της Βενετίας.

Ο Θανάσης Σίδερης, έδωσε πνοή σε εικόνες, σκηνικά, τοιχογραφίες, μουσικές. Και όλα αυτά, όχι από φιλοδοξία, αλλά από αγάπη. Για τον τόπο, για την ομορφιά, για τη μνήμη. Ο Θανάσης έγινε ένα με τον τόπο του, έγινε συνώνυμος της Λευκάδας και των πολλαπλών χαρισμάτων  της.

Η μορφή του, πάντα με το ποδήλατο στο κέντρο της πόλης ή στην Κουζούντελη , ήταν σύμβολο της Λευκάδας. Ένας περιπατητής του φωτός, ένας τεχνίτης της ψυχής. Στον «Ορφέα» υπήρξε σύμβουλος και συνοδοιπόρος. Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας, το αρχείο του φυλάσσεται σαν ιερό κειμήλιο. Στις καρδιές όσων τον γνώρισαν, παραμένει ζωντανός.

Ο Θανάσης Σίδερης ήταν ο αγαπημένος ζωγράφος του πατερούλη. Σε εκείνον ανέθετε τον επαναχρωματισμό των Αγίων Αναργύρων ‘διότι μόνο «ένας Θανάσης Σίδερης ήξερε από επτανησιακή αναγενεννησιακή τέχνη και την τιμούσε», όπως συνήθιζε να λέει. Ακόμη και για τον χρωματισμό του αστικού σπιτιού μας, τον Θανάση επέλεξε. Με τα χρώματα ο πατερούλης δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλον. Μόνο τον Σίδερη με την βαριά κληρονομιά και ιστορία στην τέχνη.

Και τη Μεγάλη Παρασκευή ο Θανάσης Σίδερης έσμιγε με την χορωδία του Πάνου του Ορφανού νστην εκκλησία μας και κορυφωνόταν η ψαλμωδία των εγκωμίων με τον πατερούλη να κάνει τα κρεσέντα του και να σείεται η αγορά από ήχους και αρώματα του Επιταφίου.

Ο Θανάσης Σίδερης δεν έφυγε. Απλώς πέρασε στην άλλη όχθη του φωτός. Εκεί όπου οι ήχοι δεν σβήνουν και τα χρώματα δεν ξεθωριάζουν. Εκεί όπου οι ψυχές των δημιουργών συνεχίζουν να ζωγραφίζουν τον κόσμο, όχι με πινέλα, αλλά με ανάσες.

Και η Λευκάδα απέμεινε λίγο πιο σιωπηλή. Οι καντάδες έχουν μια νότα λιγότερη. Οι εικόνες στις εκκλησίες μοιάζουν να τον ψάχνουν. Το ποδήλατο, ακίνητο. Μα η μνήμη του, ζωντανή. Σαν φλόγα που δεν σβήνει, σαν χρώμα που δεν ξεθωριάζει, σαν ήχος που δεν παύει.

Ο πρίγκηπας των χρωμάτων και των ήχων δεν πέθανε. Απλώς γύρισε πίσω στο φως που τον γέννησε.

Το μόνο που με έχει λυπήσει είναι ότι έτσι πολυάσχολη που είμαι στη Λευκάδα, δεν κατόρθωσα να του πάρω μια συνέντευξη εφ όλης της ύλης. Να μου αφηγηθεί όσα έζησε, κι άκουσε, όσα δημιούργησε.

Αιωνία του η μνήμη. Και ας είναι το έργο του φάρος για όσους συνεχίζουν να πιστεύουν πως η τέχνη είναι τρόπος ζωής — και η ζωή, μια πράξη αγάπης.

Wednesday, October 22, 2025

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια ταξιδεύει τώρα ο Διονύσης Σαββόπουλος

 


Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια ταξιδεύει τώρα ο Διονύσης Σαββόπουλος

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Ήταν ένα απόγευμα στην Αθήνα, στο σπίτι του ξαδέλφου μου του Κώστα Κακαβούλη (Κωτσομότσου), όταν άκουσα για πρώτη φορά το «Φορτηγό». Θα ήταν 7 χρόνια αφότου κυκλοφόρησε ο δίσκος (1966) κι εγώ θα ήμουν τότε στην αρχή της εφηβείας μου (1973). Από το Βιετνάμ, μέχρι τα Κορίτσια, μέχρι τη Συννεφούλα, μέχρι το Μη μιλάς άλλο γι αγάπη, ήρθαν τα τραγούδια και φώλιασαν στο μυαλό και την καρδιά μου. Για μένα το επαρχιωτάκι, ήταν μια αποκάλυψη στην Αθήνα αυτή η μουσική πρόταση που έμελλε να με ακολουθήσει σε όλη τη ζωή μου. Η φωνή του Σαββόπουλου έμοιαζε να βγαίνει από κάποιο υπόγειο της ψυχής, εκεί όπου η ιστορία, η ποίηση και η αμφισβήτηση σμίγουν. Οι στίχοι του δεν ήταν απλά  λόγια με συνθήματα· μιλούσαν. Και μιλούσαν σε μένα.

Από εκείνη τη στιγμή, τον ακολούθησα με μια βαθειά θρησκευτικότητα, με μια απίστευτη προσήλωση. Ειχε γίνει ο προφήτης μου. Κάθε δίσκος του ήταν ένα κεφάλαιο στο προσωπικό εικονοστάσι των βιωμάτων μου. «Το Περιβόλι του Τρελού», «Η Ρεζέρβα», «Βρώμικο Ψωμί», «Τα Τραπεζάκια Έξω» — δεν ήταν απλώς μουσικά έργα· ήταν πνευματικά τοπία, όπου η Ελλάδα συναντούσε τον εαυτό της, άλλοτε με θυμό, άλλοτε με τρυφερότητα, πάντα με φόντο την άκαμπτη πραγματικότητα, που μπορούσε να είναι τα πάντα (τρύγος, θέρος, πόλεμος, ειρήνη).

Ο Σαββόπουλος δεν ήταν ποτέ απλώς τραγουδοποιός. Ήταν ο μύστης μιας εποχής που πάλευε να βρει το νόημά της. Με λόγο που έσταζε φιλοσοφία, ειρωνεία και αγάπη για τον τόπο, με λατρεία αλλά και με βλασφημία ενίοτε μας έμαθε να ακούμε πίσω από τις λέξεις. Να διαβάζουμε την Ιστορία μέσα από το τραγούδι. Να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τον μύθο.

Στις συναυλίες του ή στις μπουάτ όπου είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω ζωντανά τη μουσική του όταν πηγαινοερχόμουν στην Ελλάδα ένιωθα πως η πατρίδα μου ήταν εκεί: Όχι η γεωγραφική· η υπαρξιακή. Η Ελλάδα του Καραγκιόζη και του Καζαντζάκη, του Θεοδωράκη και του Ρίτσου, του χωριού και της πόλης, του παλιού και του καινούργιου. Κι εκείνος, με το μυωπικό βλέμμα του πίσω από τα χοντρά γυαλιά του έμοιαζε να μας καθοδηγεί σε μια εσωτερικότητα που δεν ήταν μόνο της στιγμής αλλά της διαχρονικότητας.

Ο Σαββόπουλος σημάδεψε τη γενιά μας γιατί δεν μας χάιδεψε. Μας προκάλεσε. Μας έβαλε να σκεφτούμε, να θυμώσουμε, να αγαπήσουμε. Και πάνω απ’ όλα, να τραγουδήσουμε. Όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να θυμόμαστε.

Θα γράψω για μερικά από τα τραγούδια του που πάνω τον εαυτό μου να τα σιγοτραγουδάω μέχρι σήμερα σε έκείνο το άβατο κομμάτι του μυαλού μου, όταν σιγούν οι σκέψεις μου:

«Είδα την Άννα κάποτε»

Ένα τραγούδι-εικόνα, μια εσωτερική κινηματογραφική σκηνή. Η Άννα δεν είναι απλώς πρόσωπο· είναι σύμβολο της χαμένης αθωότητας, της εφηβικής λαχτάρας, της πολιτικής αφύπνισης. Ο Σαββόπουλος την είδε «κάποτε» — κι εμείς την βλέπουμε πάντα, σαν φάντασμα μιας εποχής που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο με βλέμματα και πορείες. Το τραγούδι αυτό με έκανε να καταλάβω πως η μνήμη δεν είναι παρελθόν· είναι παρόν που επιμένει.

 «Βρώμικο Ψωμί»

Από τα πιο σπαρακτικά του έργα. Ένα τραγούδι που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Μιλά για την Ελλάδα της παρακμής, της διαφθοράς, της απελπισίας. Όμως μέσα από τη βρωμιά, αναδύεται η ανάγκη για κάθαρση. Το άκουσα σε μια περίοδο που όλα γύρω μου έμοιαζαν να καταρρέουν. Και όμως, η φωνή του Σαββόπουλου με κράτησε όρθια. Το «βρώμικο ψωμί» είναι η αλήθεια που πρέπει να φάμε για να ζήσουμε.

«Για τα παιδιά που χάθηκαν»

Ένα παραμύθι για τους χαμένους. Για εκείνους που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν, να αγαπήσουν, να σωθούν. Οι στίχοι του μιλούν για παιδιά που χάθηκαν «στο στοιχειωμένο δάσος», «στου δράκου το πηγάδι», «στις αγορές της Αφρικής» — μια παγκόσμια Ωδή στους αδικημένους, στους ξεχασμένους, στους αόρατους. Το τραγούδι αυτό με συγκλόνισε. Με έκανε να δω τον κόσμο αλλιώς. Να νιώσω πως η τέχνη μπορεί να είναι μνημόσυνο και προσευχή.

Κωλλοέλληνες

Δεν είναι εύκολο να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη όταν ο καθρέφτης είναι σπασμένος. Ο Σαββόπουλος, με το τραγούδι «Κωλοέλληνες», δεν μας χάρισε έναν ύμνο· μας πέταξε έναν καθρέφτη στα μούτρα. Και μας έβαλε ωμά χωρίς οίκτο να κοιταχτούμε με τον προβολέα στραμμένο στη συλλογική μας πραγματικότητα.

Οι στίχοι του είναι ωμοί, σχεδόν βλάσφημοι. Μιλούν για «κράτος ασυστόλων και πεσμένων κώλων», για «μαλλιαρούς Ελλαδίτες» και «θλιβερές πορδές». Δεν είναι απλώς σάτιρα· είναι κραυγή. Μια κραυγή που βγαίνει από τα σπλάχνα ενός ανθρώπου που αγάπησε βαθιά την Ελλάδα — και γι’ αυτό την κατηγορεί. Γιατί μόνο όποιος αγαπά, μπορεί να πονά τόσο.

Το «Κωλοέλληνες» είναι ένα τραγούδι-καθαρτήριο. Δεν τραγουδιέται· είναι άυπνο εγερτήριο σε στρατώνα. Είναι η στιγμή που ο καλλιτέχνης γίνεται μάντης, και η μουσική γίνεται μαστίγιο. Όχι για να τιμωρήσει, αλλά για να αφυπνίσει.

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια

Η συνεργασία του Διονύση Σαββόπουλου με τη Σωτηρία Μπέλλου υπήρξε μια από τις πιο συγκλονιστικές και ιστορικές συναντήσεις στην ελληνική μουσική. Δύο κόσμοι φαινομενικά ασύμβατοι — η ρεμπέτικη ψυχή της Μπέλλου και η πολιτικοποιημένη, ποιητική φωνή του Σαββόπουλου — ενώθηκαν στο τραγούδι «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» το 1972, εν μέσω δικτατορίας.

Η συνεργασία τους δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν μια πράξη αντίστασης, μια γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, μια υπενθύμιση πως η τέχνη μπορεί να μιλήσει εκεί που η Ιστορία σωπαίνει. Ο Σαββόπουλος, με τον λόγο του που έσταζε μνήμη και ειρωνεία, και η Μπέλλου, με την φωνή της που κουβαλούσε τον πόνο και την περηφάνια του λαού, έφτιαξαν μαζί ένα τραγούδι που δεν είναι απλώς διαχρονικό· είναι διαχρονισμός.

Θα μπορούσα να γράφω για ώρες, για κάθε τραγούδι του Διονύση, που έχει καθίσει στη μνήμη και την βιωτή μου, αποτελώντας μέρος της προσωπικής μου ανάπτυξης και καλλιέργειας.  Κάθε φορά που ακούω το «Φορτηγό» όμως -και το ακούω συχνά-, επιστρέφω σ’ εκείνο το απόγευμα στην Αθήνα. Στο σπίτι του ξαδέλφου μου του Κώστα . Εκεί που ξεκίνησαν όλα με τον Σαββόπουλο και δεν θα σβήσουν μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Ή μήπως ο Νιόνιος θα μας παίζει τα τραγούδια του και στα ουράνια;

 

 

Monday, October 20, 2025

Τα Φθινόπωρα του Νιαγάρα

 


Τα Φθινόπωρα του Νιαγάρα

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

 

Ο πατερούλης από την ώρα που ήμασταν παιδιά μας έδειχνε στο viewmaster τους καταρράκτες του Νιαγάρα σαν ένα φυσικό φαινόμενο που τον μάγευε και τον έκανε να υποκλίνεται στη θεία φύση.

Ετσι όταν τον φέραμε στο Μόντρεαλ εκείνο το φθινόπωρο μετά την απώλεια της μαμάς, ο πρώτος μας προορισμός ήταν οι Καταρράκτες , ήταν η πραγμάτωση εκείνου του ονείρου, που είχε πάθος και ορμητικότητα και το σύνθημα ‘πάντα εν σοφία εποίησεν’.

Φθάσαμε λοιπόν στο πολύπόθητο σημείο όπου τα νερά έπεφταν σφαδάζοντας κι εκείνος έμεινε αμίλητος να καμαρώνει την ακατάπαυστη δύναμη της φύσης. Το φθινόπωρο είχε ντύσει το τοπίο με χρώματα που δεν ζωγραφίζονται — μόνο βιώνονται. Χρυσοκόκκινα φύλλα  ήταν στρωμένα παντού ορίζοντας ένας πολύχρωμο χαλί και ο ουρανός είχε εκείνο το βαθύ γαλάζιο που μοιάζει με υπόσχεση.

Στεκόμασταν εκεί, εγώ και ο παπα Νίκος. Δεν ήταν απλώς ο πατέρας μου. Ήταν ο φάρος μου. Με το ράσο του να ανεμίζει έντονα και το βλέμμα του  βρεγμένο από τα ορμητικά νερά ,έμοιαζε  σαν να συνομιλούσε με τον Θεό. Κρατούσε το καλλιμαύκι του να μην το πάρει ο αέρας και το σκορπίσει στη δύναμη των υδάτων.

«Ο Θεός δεν φωνάζει», μου είπε. «Μιλάει μέσα από το νερό, τα φύλλα, το φως. Αρκεί να έχεις καρδιά να ακούσεις.»

Περπατήσαμε πλάι στους καταρράκτες. Ο ήχος τους ήταν σαν  μια ωδή σε διαρκές κρεσέντο. Το νερό έπεφτε με πάθος, έντονα,σφραγισμένο με θυμό. Σαν να ήξερε πως η πτώση είναι μέρος της πορείας, όχι το τέλος της. Ο πατερούλης μου σταμάτησε σε ένα σημείο όπου το φως έσπαγε πάνω στο νερό και δημιουργούσε ουράνιο τόξο. «Εκεί είναι η υπόσχεση», είπε. «Ότι μετά την πτώση, έρχεται η ανάσταση.»

Καθίσαμε σε έναν ξύλινο πάγκο, με τα νερά να ουρλιάζουν πέφτοντας από ψηλά  και τα φύλλα να φυλλορροούν σε άλλους πιό ήπιους ρυθμούς. Ο παπα Νίκος μου μίλησε για τη Λευκάδα, για τα Θεοφάνεια, για τις στιγμές που αγίαζε τα αστικά σπίτια με το σταυρό στο χέρι και το χαμόγελο στα χείλη. Μου μίλησε για τις νύχτες που ξαγρυπνούσε δίπλα σε άρρωστους, για τις Κυριακές που η λειτουργία ήταν πιο δυνατή κι από το φως του ήλιου.

«Η αγάπη είναι σαν το νερό», μου είπε. «Δεν σταματάει ποτέ. Απλώς αλλάζει μορφή.»

Κοίταξα το πρόσωπό του. Οι ρυτίδες του ήταν σαν χαρακιές μνήμης. Κάθε γραμμή, μια ιστορία. Κάθε βλέμμα, μια ευλογία. Και τότε κατάλαβα: δεν είχε έρθει στους καταρράκτες για να δει την ορμή των νερών. Είχε έρθει για να αποκαλύψει στον ώριμο εαυτό του πως τα πάντα ρεί. Και πως η φυγή της κόρης του και της γυναίκας του ήταν θέλημα Θεού. Κι εγώ πλάι του να ζω την πίστη του, την υπομονή του, την αγάπη του να καθρεφτίζεται σε κάθε σταγόνα.

Ο ήλιος έγερνε, και το φως έγινε πιο ζεστό, πιο βαθύ. Τα φύλλα συνέχισαν να πέφτουν, χορεύοντας, ακολουθώντας τη βουή των υδάτων . Ο παπα Νίκος σηκώθηκε, τίναξε ελαφρά το ράσο του και μου χαμογέλασε. «Πάμε», είπε. «Η ζωή είναι ωραία όταν την περπατάς με πίστη.»

Κι εγώ, παιδί ακόμα στην ψυχή, ένιωσα πως η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι μνήμη. Είναι παρουσία. Είναι ο πατέρας που στέκεται δίπλα σου, σιωπηλός, αλλά πιο δυνατός από κάθε λέξη.

Πάνε δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε φθινόπωρα από τότε που ο πατερούλης μου, ο παπα Νίκος Φραγκούλης, στάθηκε μπροστά στους καταρράκτες του Νιαγάρα. Δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι. Ήταν μια λειτουργία χωρίς ψαλμούς, μια προσευχή χωρίς λόγια, μια συνάντηση με το μεγαλείο της φύσης που μόνο η ψυχή μπορεί να κατανοήσει.

Κάθε φθινόπωρο, επιστρέφω εκεί. Όχι με το σώμα, αλλά  με τις αναμνήσεις . Με τη μνήμη που δεν ξεθωριάζει, με τις εικόνες που δεν ζητούν φωτογραφία για να υπάρξουν. Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω: με το ράσο του να ανεμίζει, το βλέμμα του να χάνεται στο νερό που πέφτει ασυγκράτητο, σαν να συνομιλεί με τον Θεό.

Καληνύχτα αλησμόνητε πατερούλη!

 

 




Tuesday, October 14, 2025

Λευκαδίτικες συνταγές με ιστορία

 


Λευκαδίτικες συνταγές με ιστορία

Όλγα Μανωλίτση, Εκδόσεις Οσελότος, 2025

 

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Σε μια εποχή όπου η γαστρονομία συχνά μετατρέπεται σε θέαμα και η παράδοση σε τουριστικό προϊόν, η Όλγα Μανωλίτση έρχεται να μας θυμίσει ότι η μαγειρική είναι, πρωτίστως, μνήμη. Το βιβλίο της «Λευκαδίτικες συνταγές με ιστορία» δεν είναι απλώς ένα σύνολο τοπικών συνταγών· είναι ένα έργο πολιτισμικής καταγραφής, μια πράξη αγάπης προς τη Λευκάδα και τις γυναίκες που τη μαγείρεψαν.

Η Όλγα μέσα από την αγάπη της για τα φυσικά προϊόντα του τόπου μας αλλά και με μια αισθητική υπέρβαση έχει αναδείξει την παλιά, αυθεντική κουζίνα της Λευκάδας. Συνταγές παλιές και ταυτόχρονα κλασικές φιγουράρουν στο βιβλίο της :τράγιο γιουβέτσι,μπακαλιάρο μπιάνκο, χταπόδι στο φούρνο με μανέστρα, σουπιές μαγειρεμένες με το μελάνι τους ή σουπιές με μάραθο και ντομάτα, χταπόδι κρασάτο φούρνου με πατατούλες, μπομπάρι, γαριδούλα τηγανητή από τη λιμνοθάλασσα της Λευκάδας, μαριδόπιτα (ανοιχτή πίτα με φύλλο, μικρή μαρίδα και ρύζι), καθώς και τα παλαμίδια ή κολιό στο κεραμίδι (που λειτουργεί σαν σκεύος για ψήσιμο στη φωτιά), σοφιγάδο, σοφρίτο, διάφορες σούπες , κουκούτσες, αλμυρίθρες,σαβόρο ,τριανταφυλόξυδο,βοδινό μανέστρα, λαχανόπιτα με μυρωδάτα άγρια χόρτα, μελιτζάνες μαγειρεμένες με γλυκοπατάτες και κυδώνια ρυζόπιτα, η μακαρονόπιτα (με αυγά, γάλα, λάδι και τυρί) , το μπριάμ, μια πίτα από χοντρά πράσινα κολοκύθια.Και φυσικά είναι κορυφαία στην παραδοσιακή λαδόπιτα καθώς και σε πολλά γλυκά του κουταλιού’.

Η λατρεία της Όλγας για τη μαγειρική που ξεκίνησε από μια παρόρμηση να μοιραστεί τις ομορφιές της γεύσης με τους αγαπημένους της  και ιδιαίτερα με την λατρεμένη της εγγονή Φιλίππα, την οδήγησαν στην καταγραφή, αναπαραγωγή και δημιουργία των γεύσεων της Λευκάδας τις οποίες φωτογράφιζε με το κινητό της.

Αυτές οι φωτογραφίες χωρίς προσποίηση και στυλιστικές παρεμβάσεις όπως συμβαίνει στα εμπορικά βιβλία μαγειρικής, αναδείχθηκαν μέσα στο βιβλίο της , που αποτελεί θησαυρό γνώσεων για όλες τις γυναίκες που αναζητούν στην κουζίνα τους παραδοσιακές συνταγές.

Διαβάζοντας τις συνταγές και βλέποντας τις φωτογραφίες θαρρείς πως είσαι στους αγρούς της Λευκάδας και σου έρχεται στη μύτη το άρωμα του θυμαριού, της δάφνης, του βασιλικού, της ματζουράνας... θέλεις επιτόπου να δοκιμάσεις το πιάτο με τις μελιτζάνες, τις ντομάτες, τα τοπικά κρέατα που στα χέρια και στην ψυχή της Όλγας γίνονται έργα καθημερινής μαγειρικής τέχνης. Τα φαγάκια της Όλγας σου θυμίζουν τη μάνα σου που συζητούσε με τη γειτόνισσα τι θα μαγειρέψουν σήμερα βγαίνοντας πρωί στα μπαλκόνια τους να τινάξουν και να λιάσουν τα σεντόνια. Μπόλικο λευκαδίτικο λάδι, βούτυρο Κερκύρας, ξύδι από τριαντάφυλλα και πετιμέζι πλημμυρίζουν τις μνήμες σου μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της.

Η συγγραφέας δεν στήνει ένα γαστρονομικό εγχειρίδιο. Αντιθέτως, ξεδιπλώνει έναν κόσμο όπου η κουζίνα είναι τόπος μετάδοσης αξιών, βιωμάτων και ιστοριών. Κάθε συνταγή συνοδεύεται από ένα αφήγημα — άλλοτε τρυφερό, άλλοτε πικρό, πάντα αληθινό. Η γιαγιά, η μάνα, η γειτόνισσα γίνονται φορείς μιας σοφίας που δεν διδάσκεται σε σχολές αλλά προκύπτει στην καθημερινότητα.

«Η ουσία κρύβεται στην απλότητα, στη σοφία που διδάσκει η ίδια η ζωή – μέσα από τις μικρές χαρές και τις βαθιές λύπες της» γράφει η Μανωλίτση, και αυτή η φράση συνοψίζει το πνεύμα του βιβλίου.

Η γλώσσα της είναι καθαρή, ανεπιτήδευτη, σχεδόν προφορική — σαν να ακούς μια γυναίκα να σου μιλάει στην κουζίνα της, ενώ ανακατεύει το λαδοπίταρο ή σερβίρει φακές με σκορδαλιά. Οι μυρωδιές, οι υφές, οι εποχές περνούν μέσα από τις λέξεις, και ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς· συμμετέχει.

Το βιβλίο είναι επίσης μια πράξη αντίστασης στη λήθη. Ανασύρει από τη σιωπή μορφές που χάθηκαν — γυναίκες φιλόσοφοι της καθημερινότητας, αφανείς ηρωίδες της γεύσης και της φροντίδας. Η Λευκάδα δεν είναι εδώ απλώς ως τόπος· είναι χαρακτήρας, είναι πατρίδα, είναι μήτρα.

Η Όλγα Μανωλίτση δεν γράφει για να εντυπωσιάσει. Γράφει για να θυμίσει. Και το καταφέρνει με τρόπο βαθιά ανθρώπινο, σχεδόν ποιητικό.

Το βιβλίο της είναι μια παρακαταθήκη της παραδοσιακής λευκαδίτικης κουζίνας για τις γενιές που έρχονται. Η αυθεντική κουζίνα της Όλγας Μανωλίτση εναρμονίζεται με την καινούρια εποχή της ελληνικής γαστρονομίας που διακηρύσσει: δεν θέλουμε άλλα «πειραγμένα» ελληνικά φαγάκια. Θέλουμε τα αληθινά , εκείνα των μαμάδων μας.

 


Tuesday, October 7, 2025

Της Ντροπής και της Μνήμης

 


Της Ντροπής και της Μνήμης

 

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

 

Μια συγκινητική εκδήλωση με επίκεντρο το τελευταίο βιβλίο της Κύπριας συγγραφέως Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπης με τίτλο ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ οργανώθηκε την περασμένη Κυριακή από την επίτιμο πρόξενο της Κύπρου στο Μοντρεάλ Βίβιαν Κυριακίδου-Παμέλ, την Επιτροπή Αλληλεγγύης για την Κύπρο και τον Σύλλογο Φίλων της Κύπρου.

Ο μεταφραστής του βιβλίου στα αγγλικά πρέσβης Αχιλλέας Αντωνιάδης αναφέρθηκε στην πολιτική διάσταση του βιβλίου σχετικά με την Αμμόχωστο και τα κατεχόμενα.

Η συγγραφέας μας περιήγησε με συγκινησιακό τρόπο στην πόλη της Αμμοχώστου όπου μεγάλωσε ανέμελη με την οικογένειά της ώσπου της την έκλεψε βίαια η τουρκική εισβολή. Οι αναμνήσεις από το εγκαταλελειμένο πατρικό σπίτι της όταν το ξανά επισκέφθηκε το 2020 έφεραν ανατριχίλα στο κοινό, άλλωστε αυτό είναι το περιεχόμενο των ιστοριών του βιβλίου της. Εικόνες στο εκράν συμπλήρωσαν την ατμόσφαιρα της αφήγησης.

Είχα την τιμή και την περηφάνεια να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα αυτού του εξαιρετικού αναγνώσματος που με πήγε στη χαμένη πατρίδα της Βίβιαν.

Το βιβλίο είναι ένα γερό χαστούκι στους αμνήμονες.

Παρόντες μεταξύ άλλων ήταν ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Νίκος Καραλεκας, ο δικαστής Πίτερ Παμέλ, ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΜΜ Νικόλα Παγώνης και άλλοι πιστοί ακόλουθοί του πολιτισμού!

 

Της Ντροπής

«Ένα βιβλίο με 73 σύντομες ιστορίες, που περιγράφουν την φρίκη της Κατοχής στην Αμμόχωστο· την πόλη που βρίσκεται στο ανατολικότερο σημείο της Κύπρου, καταλυμένη από την τούρκικη στρατιωτική εισβολή του 1974, βιασμένη λεηλατημένη, αλυσοδεμένη. Από το 2020, όταν η Τουρκία επέτρεψε την είσοδο σε συγκεκριμένους δρόμους της πόλης, οι παλιοί της κάτοικοι ψάχνουν να βρουν στα συντρίμμια την παλιά τους ζωή. Η συγγραφέας, πολίτης κι εκείνη αυτού του τραγικού τόπου, αφήνει σκέψεις και αναμνήσεις να γίνουν λέξεις, ιστορίες κι τις αφήνει να πετάξουν ελεύθερα πάνω από την πόλη· κάποτε ακούγονται σαν κραυγές πόνου, άλλοτε σαν νανούρισμα, σαν τα παραμύθια που μας λέγανε στα παιδικά μας χρόνια, κι άλλοτε πάλι, σαν μικρές ευχές, αν μπορούσε ποτέ να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όλα όσα προηγήθηκαν κι όλα όσα ακολούθησαν εκείνη την εισβολή, ήταν, λέει η συγγραφέας, μια μεγάλη ντροπή.» (από την περιγραφή του βιβλίου)

Η Αμμόχωστος λειτουργεί ως συμβολικός τόπος, ενώ η Πράγα ως σκηνικό υπαρξιακής αναζήτησης. Η συγγραφέας συνδυάζει την προσωπική εμπειρία με την λογοτεχνική φαντασία, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό σύμπαν που συνομιλεί με την Ιστορία, τη φιλοσοφία και την τέχνη.

Το βιβλίο αποτελεί μια λογοτεχνική επιστροφή στην Αμμόχωστο, την πόλη-φάντασμα της Κύπρου, που παραμένει πληγή ανοιχτή από την τουρκική εισβολή του 1974. Οι 73 σύντομες ιστορίες της συλλογής, με έκταση μίας ή δύο σελίδων η κάθε μία, αποτυπώνουν τον ψυχικό και ιστορικό αντίκτυπο της προσφυγιάς, της απώλειας και της μνήμης.

Η Αβρααμίδου-Πλουμπή αξιοποιεί ποικιλία αφηγηματικών προσώπων — πρωτοπρόσωπη, τριτοπρόσωπη και δευτεροπρόσωπη αφήγηση — για να δώσει φωνή σε φανταστικά πρόσωπα, όνειρα, εφιάλτες και θραύσματα ζωής. Η γλώσσα της είναι ποιητική, με έντονη συναισθηματική φόρτιση, ενώ οι εικόνες που δημιουργεί είναι συχνά μεταφυσικές, σαν να αιωρούνται πάνω από τον χρόνο και τον τόπο.

Κάθε ιστορία συνοδεύεται από φωτογραφία, προσβάσιμη μέσω QR code, ενισχύοντας τη βιωματική εμπειρία του αναγνώστη και δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα.

Επαναλαμβανόμενες φιγούρες, όπως η γιαγιά Θεοδώρα, ο κύριος Σωκράτης και ο κύριος Σάββας, λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι με προηγούμενα έργα της συγγραφέως, δημιουργώντας ένα λογοτεχνικό σύμπαν που εξελίσσεται και βαθαίνει. Οι ιστορίες διαπνέονται από μοτίβα ντροπής, απώλειας, λεηλασίας, αλλά και ελπίδας.

Ο τίτλος “Της Ντροπής” δεν αναφέρεται μόνο στη γεωπολιτική ντροπή της εισβολής, αλλά και στη συλλογική αμηχανία μπροστά στην εγκατάλειψη, τη λήθη και την αδυναμία επανόρθωσης. Είναι μια κραυγή μνήμης και ταυτόχρονα μια πράξη αντίστασης μέσω της τέχνης.

Η συγγραφέας επιλέγει τη μορφή της μικροϊστορίας — 73 σύντομα κείμενα που λειτουργούν σαν λογοτεχνικά θραύσματα, σαν κομμάτια μνήμης που δεν ακολουθούν γραμμική αφήγηση αλλά κυκλική, υπαινικτική, σχεδόν ονειρική. Η Αμμόχωστος δεν παρουσιάζεται ως τόπος αλλά ως ψυχική κατάσταση: φαντασμαγορική, αόρατη, παρούσα μέσα από την απουσία των ανθρώπων της.

Η χρήση διαφορετικών αφηγηματικών προσώπων (πρώτο, δεύτερο, τρίτο όπως ανέφερα)) δημιουργεί ένα πολυφωνικό σύμπαν, όπου η ντροπή, η απώλεια και η προσφυγιά δεν ανήκουν μόνο σε ένα υποκείμενο αλλά διαχέονται συλλογικά. Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση, ειδικά, λειτουργεί σαν καθρέφτης: ο αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στην ιστορία, να νιώσει την ενοχή, την αμηχανία, την αδυναμία να δράσει.

Η γλώσσα είναι ποιητική, πυκνή, με μεταφορές που δεν εξηγούνται αλλά βιώνονται. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τις ιστορίες μέσω QR code δεν λειτουργούν ως εικονογράφηση αλλά ως επέκταση της μνήμης — σαν να προσπαθεί η συγγραφέας να αποκαταστήσει το βλέμμα εκεί όπου η ιστορία έχει σβήσει.

Ο τίτλος «Της Ντροπής» είναι ήδη μια φιλοσοφική δήλωση. Η ντροπή εδώ δεν είναι απλώς συναίσθημα, αλλά υπαρξιακή συνθήκη. Είναι η ντροπή του επιζώντος, του ανθρώπου που θυμάται όταν οι άλλοι ξεχνούν. Είναι η ντροπή της αδυναμίας να επιστρέψεις, να επανορθώσεις, να αποκαταστήσεις το χαμένο.

Η Αμμόχωστος γίνεται σύμβολο του μη-τόπου: ένας χώρος που υπήρξε αλλά δεν υπάρχει, ένας χρόνος που συνεχίζει να κυλά χωρίς παρόν. Οι ιστορίες δεν προσπαθούν να ανασυστήσουν την πόλη, αλλά να αναδείξουν την αδυναμία της ανασύστασης. Η μνήμη δεν είναι εργαλείο αποκατάστασης αλλά πεδίο σύγκρουσης: ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο πραγματικό και το φαντασιακό.

Η συγγραφέας φαίνεται να συνομιλεί με φιλοσοφικές έννοιες όπως η «οικειότητα του τόπου", η αρνητική θεολογία της απουσίας, και η ερμηνευτική της σιωπής. Η ντροπή δεν είναι μόνο πολιτική ή ιστορική — είναι οντολογική. Είναι η αίσθηση ότι κάτι έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, και η μόνη δυνατότητα να κρατηθεί σε μια κλωστή μνήμης είναι η αφήγηση.

Πρόκειται για ένα έργο πολυδιάστατο που αξίζει να διαβαστεί γιατί συγκινεί με την ειλικρίνεια και την απλότητα των ιστοριών του.Ειναι ένα σπουδαίο βιβλίο που προσπαθεί να μιλήσει σε ώτα μη ακουόντων ...

Τίτλος: Της Ντροπής – 73 Μικρές Βαρωσιώτικες Ιστορίες

       Συγγραφέας: Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλουμπή

       Εκδόσεις: Μελάνι

       Έτος έκδοσης: 2023

       Σελίδες: 168

       Είδος: Ελληνική λογοτεχνία, συλλογή διηγημάτων

 

Γνώρισα τη Βίβιαν και τον σύζυγό της Δημήτρη σε ένα ταξίδι μου στην Πράγα μέσω του κοινού μας φίλου, πρέσβη Ευθύιου Ευθυμιάδη . Δεν είπαμε πολλά εκεί αλλά την παρακολούθούσα μέσα από το έργο της που είναι βαθειά βιωματικό με τη σφραγίδα της Αμμοχώστου, της πατρίδας της στην Κύπρο από όπου την έδιωξε βίαια ο Αττίλας.

 Η Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλουμπή γεννήθηκε το 1958 στην Αμμόχωστο της Κύπρου, πόλη που καθόρισε βαθιά το έργο και την ταυτότητά της. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Στατιστική στο University of Washington στο Σηάτλ των ΗΠΑ.

Εργάστηκε ως στατιστικός στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών και αργότερα ως Γενική Διευθύντρια σε πολυεθνική εταιρεία έρευνας αγοράς. Το 1997 ανέλαβε τη διεύθυνση των δραστηριοτήτων της εταιρείας στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, με έδρα την Πράγα. Το 2000 ίδρυσε μαζί με τον σύζυγό της αναπτυξιακή εταιρεία στον οικοδομικό τομέα στην Πράγα.

 Λογοτεχνικό έργο

Η συγγραφική της πορεία ξεκίνησε με το μυθιστόρημα Όταν θα πέσουν τα μαύρα (2004), το οποίο βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο της Κυπριακής Δημοκρατίας και μεταφράστηκε στα τσέχικα. Ακολούθησαν πολλά και ποικίλα έργα της.

Το έργο της χαρακτηρίζεται από έντονη συναισθηματική φόρτιση, φιλοσοφική εμβάθυνση και ποιητική γλώσσα. Εξερευνά θέματα όπως:

       Η μνήμη και η απώλεια

       Η προσφυγιά και η ντροπή

       Η ταυτότητα και η σιωπή

       Η ιστορική και προσωπική ενοχή

 

 Στιγμιότυπα από την εκδήλωση


Η συγγραφέας Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπη, ο πρέσβης μεταφραστής Αχιλλέας Αντωνιάδης, η επίτιμος πρόξενος της Κύπρου στο Μόντρεαλ Βίβιαν Κυριακόπουλος, ο Γενικός Πρόξενος της ελλάδας στο Μόντρεαλ Νίκος Καραλέκας, η πρόεδρος της Επιτροπής Αλληλεγγύης για την Κύπρο και ο πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων της Κύπρου Αντώνης Νεοκλέους.

Οι συγγραφείς Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπης και η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, γνώριμες από την Πράγα.
Το πάνελ ήταν γένους θηλυκού. Η επίτιμος πρόξενος της Κύπρου Βίβιαν Κυριακόπουλος, η τιμώμενη συγγραφέας και η Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

Sunday, September 21, 2025

Αν υπάρχει ουρανός είσαι εκεί....




 Αν υπάρχει ουρανός είσαι εκεί....

Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Γλυκειά μου Πεταλούδα,

Πάνε 21 χρόνια απο εκείνη την αποφράδα μέρα που πέταξες ψηλά στον ουρανό κι άφησες τα σύννεφα να βρέξουν αλύπητα τον τόπο, ποτίζοντας με νερό το δικό σου κενοτάφιο. Η κηδεία σου στη Λευκάδα με εκατοντάδες φίλους και συγγενείς από τα πέρατα της οικουμένης ηχεί ακόμη στα αυτιά μου μέσα από τους ήχους της Φιλαρμονικής που σε συνόδευε  με αργό νεκρώσιμο βηματισμό στην τελευταία σου κατοικία.

Η μαμά, ο μπαμπάς, ο Αποστόλης, εγώ, σέρναμε τα βήματά μας έχοντας πλήρη επίγνωση πως ορφανέψαμε για πάντα εκείνη την ημέρα που αποθέσαμε το άψυχο σώμα σου στην ποτισμένη από το φθινόπωρο γή.

Σήμερα είναι σαν εκείνη τη μέρα, μόνο που είναι ηλιόλουστη αλλά μυρίζει φθινόπωρο. Τα φύλλα αρχίζουν να χορεύουν το αποχαιρετιστήριο βαλς τους, κι εγώ κάθομαι να σου γράψω. Όχι για να σε αποχαιρετήσω — γιατί δεν φεύγεις ποτέ από εκεί που έχεις ριζώσει — αλλά για να σου μιλήσω όπως τότε, όταν οι λέξεις μας ήταν ποτάμια ζωής και όχι μνήμες.

Ήσουν η Πεταλούδα μου. Όχι μόνο γιατί πέταξες ψηλά, αλλά γιατί γεννήθηκες μέσα από τη σιωπή, από την κάμπια της ζωής, και άνθισες. Ήσουν χρώμα σε μονόχρωμο κόσμο. Ήσουν φως σε μέρες που δεν τολμούσαν να ξημερώσουν. Ήσουν το κορίτσι  που δεν φοβήθηκε να αγαπήσει, να δώσει, να χάνεται συχνά για να ξαναβρίσκει τον εαυτό της.

Θυμάμαι τα πρωινά μας στη Λευκάδα, με το φως να μπαίνει από τις γρίλιες και να ζωγραφίζει τα πρόσωπά μας. Θυμάμαι τις κουβέντες μας, τις σιωπές μας, τις μικρές μας επαναστάσεις. Θυμάμαι πώς κρατούσες το φλιτζάνι με τα δύο χέρια, σαν να ήθελες να ζεστάνεις όλο τον κόσμο. Θυμάμαι πώς γελούσες — όχι απλώς με ήχο, αλλά με ψυχή. Γελούσες και εύρισκες χαρά σε κάθε μικρό πράγμα. Πάντα αισιόδοξη και συγχωρητική για τα λάθη των ανθρώπων. Πάντα υπεράνω της σκληρής πραγματικότητας.

Ήσουν πολύχρωμη Πεταλούδα που όταν ήρθε η αρρώστια έχασες τα χρωματιστά φτερά σου. Κι έγινες ασπρόμαυρη. Κι εκεί όμως γελούσες κι έλπιζες πως θα άλλαζε το ριζικό σου, το ριζικό μας. Κι όμως η ασθένεια σε κύλησε άσπλαγχνα στο κρεβάτι, προσπάθησε να σε ταπεινώσει. Μα εσύ λεβέντισσα με το κεφάλι ψηλά ,με στήθος αλαβάστρινο της αντιστεκόσουν. Κι όλο με ρωτούσες αν υπήρχε ελπίδα. Αν υπήρχε ελπίδα να ξαναγίνουν πολύχρωμα τα φτερά σου, να πετάξεις ψηλά...

Στο blog μου σε αποκάλεσα «μονόχρωμη κάμπια που έγινε πολύχρωμη πεταλούδα». Και το πιστεύω. Γιατί είδα την μεταμόρφωσή σου. Είδα πώς η ζωή σε δίδαξε να πετάς, πώς ο πόνος έγινε φτερό, πώς η αγάπη έγινε κατεύθυνση. Εσύ δεν περπάτησες απλώς τη ζωή — την χόρεψες.

Ναι τη χόρεψες τη ζωή, την ταρακούνησες, την ανέτρεψες. Δεν στάθηκες σε μιά δουλειά, σε ένα τόπο, σε μια αγάπη. Πετούσες κι έπαιρνες γύρη που τη μετέφερες εδώ κι εκεί και παραπέρα σα νάσουν μέλισσα. ‘Ησουν η πηγή της ζωής που δεν την κράτησες ζηλόφθονα για σένα. Τη μοίραζες με γενναιοδωρία σε όλους σα νάξερες που δεν θα σου έμενε πολλή ακόμη.

Περάσαμε υπέροχα, συναρπαστικά, γυρίσαμε όλη την Κούβα, την Τζαμάικα, το Σάν Ντομίνικαν. Και ρούφαγες άπληστα τα χρώματα, τις εικόνες, τις μικρές χαρές σαν να μην υπήρχε αύριο. Και το αύριο δεν υπήρχε γιατί του ξέφυγες. Τα φτερά σου είχαν δυναμώσει κι είχες αποφασίσει να πετάξεις ψηλά τινάζοντας όλη την επίγεια σκόνη.

Και τώρα, που το σώμα σου έγινε ανάμνηση, η ψυχή σου είναι παντού. Στο άρωμα του βασιλικού, στο χρώμα του δειλινού, στο φτερούγισμα μιας πεταλούδας που περνά ξαφνικά μπροστά μου και με κοιτάζει — ναι, με κοιτάζει. Είσαι εσύ.

Μικρή μου μόβ βεντάλια, δεν σε θρηνώ. Σε τραγουδώ. Σε γράφω. Σε κουβαλώ. Είσαι το ποίημα που δεν τελειώνει, η σελίδα που δεν γυρίζει, η ανάσα που δεν ξεχνάει να είναι δική σου.

Αν υπάρχει ουρανός, είσαι εκεί. Αν υπάρχει φως, είσαι μέσα του. Αν υπάρχει αγάπη, είσαι η πηγή της.