ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ
Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες στην ωριμότητα, για τη γυναικεία φίλία, για τις ακυρώσεις και τις αναπτερώσεις!

Saturday, March 5, 2022

Παύλος Βαντεβούλης: "Ο Αγώνας Συνεχίζεται"

 


‘Εφυγε μετά από άνιση μάχη με ένα αναπάντεχο ατύχημα ο Παύλος Βαντεβούλης, σύζυγος της Μάγδας Βαντεβούλη και πατέρας του Χρήστου, της Λέξιας και του Θεόδωρου Βαντεβούλη, πεθερός του Αλέξανδρου Αργύρη.

Ο Παύλος Βαντεβούλης ενσάρκωσε το όραμα του Έλληνα Μετανάστη που έφυγε από την Ελλάδα για να κατακτήσει το όνειρό του να μεγαλουργήσει στη γη της επαγγελίας που ονομάζεται Αμερική. Γεννημένος στις 6 Ιανουαρίου 1958 στο ορεινό Μέτσοβο της Ηπείρου ο Παύλος Βαντεβούλης,  γιός του Χρήστου και της Αφέντως, ήταν το μεσαίο αγόρι της Βλάχικης οικογένειας που έφερε με υπερηφάνεια το όνομα και το οικόσημο στο κεφαλοχώρι της Ηπείρου. Μεγάλωσε ανεβαίνοντας στις ανηφοριές του Μετσόβου,παίζοντας στις πλακόστρωτες  αυλές και αντικρύζοντας τα βουνά και τα έλατα της ιδιαίτερης πατρίδας του.

 Με τα μάτια στραμμένα σε ένα κόσμο άγνωστο και μαγικό, αυτόν της μεγάλης Αμέρικας, στις 18 Αυγούστου 1974 έφτασε στο Σικάγο για να βοηθήσει τον πατέρα του που είχε αφιχθεί εκεί μερικά χρόνια νωρίτερα. Ήταν μόλις 16 ετών γι αυτό σπούδασε τεχνικός μηχανολόγος, μαθαίνοντας την τέχνη της λειτουργίας και επισκευής των αιρκοντίσιον, που τότε άρχισαν να γίνονται δημοφιλή.

 Ακούραστος, νέος και διψασμένος για δουλειά, εργάσθηκε σε διάφορες εταιρείες ψύξης και θέρμανσης χώρων αλλά το 1981 άνοιξε την δική του εταιρεία με  την επωνυμία "Multi Zone",προσφέροντας επισκευές για θέρμανση και ψύξη σε πολλές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή του Σικάγο.

 Σε μια από αυτές, στο εστιατόριο του πεθερού του Θεόδωρου Δημηρόπουλου γνώρισε την μέλλουσα γυναίκα του Μάγδα, την οποία ερωτεύθηκε και παντρεύτηκε το 1984. Ο γάμος τους με 500 καλεσμένους έμεινε μυθικός για την εποχή του. Χαμογελούσαν από ευτυχία οι δυό τους, ένα ζευγάρι που έμελλε να μείνει δεμένο για πάντα με τα δεσμά της αγάπης.

 Γρήγορα, ήρθε να προστεθεί στην ευτυχία τους ο πρώτος τους γιός ο Χρήστος, ακολούθησε η χαριτωμένη κόρη τους Λέξια και οκτώ χρόνια αργότερα την οικογένειά τους συμπλήρωσε ο Θοδωράκης τους.

 Ο Παύλος μαζί με τα αδέρφια του εμπνεόμενος από τις εταιρείες παρασκευής τροφίμων και τα εστιατόρια στα οποία δούλευαν πολλοί Έλληνες, ξεκίνησε την περίφημη επιχείρηση La Francaise Bakery το 1983, μια τεράστια εταιρείας παρασκευής προϊόντων φούρνου (κρουασάν, ντέινις, κλπ), η οποία απασχολούσε 500 εργάτες, αποτελώντας μία τεράστια δύναμη στον τομέα των παρασκευασμένων τροφίμων. Η εταιρεία, που παρήγαγε ένα εκατομμύριο προϊόντα φούρνου την ημέρα, πουλήθηκε σε μία από τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες λιανικού εμπορίου της Αμερικής.

 Ο Παύλος συνέχισε την επιχειρηματική του δραστηριότητα με τη γυναίκα του Μάγδα με την οποία άνοιξαν το 2000 ένα εργοστάσιο παρασκευής πανετόνε στο Νιού Τζέρσι υπό την ονομασία Venetian Bakery. ‘Ηταν το πρώτο εργοστάσιο παρασκευής πανετόνε στις ΗΠΑ.

 Το 2010 με το νεαρό γιό του Χρήστο, ο Παύλος δημιούργησε την εταιρεία Metsovo Baking Company, μια νέα μονάδα παρασκευής προϊόντων φούρνου με βάση το ελληνικό γιαούρτι. Το πιό γνωστό προϊόν ήταν τα συσκευασμένα  "Yogo" Cakes, που πουλιόνταν σε όλα τα μεγάλα σουπερμάρκετ της Αμερικής.

 Ο Παύλος ήταν ακούραστος επιχειρηματίας με ένα φωτεινό νου που έβλεπε πέρα από τον ορίζοντα. Δυναμικός και μαχητικός ταυτόχρονα, αποτελούσε τη δύναμη στον τομέα των πωλήσεων, καθώς αγαπούσε τις ανθρώπινες σχέσεις και τις ανθρώπινες ιστορίες. Του άρεσε να κάνει φιλίες, να διοργανώνει μπάρμπεκιου στον κήπο του, να έχει πολλούς καλεσμένους και να απολαμβάνει μαζί τους το καλό φαγητό, το καλό κρασί και τις μοναδικές εμπειρίες του.

 Ο Παύλος έβαζε πάντα την οικογένεια πάνω από όλες τις αξίες της ζωής γι αυτό μαζί με την αγαπημένη Μάγδα του μεγάλωσαν και ανέθρεψαν τρία υπέροχα παιδιά, σπουδαίους πολίτες της κοινωνίας. Τους έμαθαν να σέβονται τη χώρα της γέννησής τους, δηλαδή την Αμερική, αλλά τους έπλασαν περήφανους ΕΛΛΗΝΕΣ.

 Ο ίδιος επίσης στον τομέα της δουλειάς πίστευε στην ιδεολογία της ‘ομαδικής προσπάθειας’ γι αυτό προσκάλεσε πάντοτε στις δουλειές του φίλους και συγγενείς. ‘Ηταν έντιμος, αγαπητός με μια απίστετυη κοινωνική δεξιότητα. Ποτέ δεν υποχωρούσε μπροστά στις αντιξοότητες της ζωής και άφησε παρακαταθήκη στα παιδιά του και στον γαμπρό του το σύνθημα: «Προχωράμε! Ο Αγώνας Συνεχίζεται!»

 Η οικογένεια του Παύλου Βαντεβούλη περιλαμβάνει την μητέρα του Αφέντω, τον πατέρα του Χρήστο, τον μεγάλο του αδελφό Ντίνο και το μικρό του αδελφό Τζίμμη μαζί με τις γυναίκες τους Τούλα και  Τζοάν, αντίστοιχα.

Από την οικογένεια της γυναίκας του ζει η μητέρα της Αργυρώ Δημηρόπουλος, ο αδελφός της Στίβεν καθώς και η γυναίκα του Αρλίν Δημηρόπουλος. Ανήψια και από τις δύο πλευρές συμπληρώνουν την ευρύτερη οικογένεια.

 Ο Παύλος με την κοινωνικότητά του έκανε πολλές κουμπαριές και βάφτισε πολλά παιδιά. Εζησε ένα βίο γεμάτο ταξίδια και εμπειρίες. Λάτρεψε τη ζωή και τις ομορφιές της. Αγάπησε και απάντησε στις προκλήσεις της με κάθε δυνατό τρόπο.

 Πρόσφατα πάντρεψε την κόρη του Λέξια με τον Αλέξανδρο Αργύρη, δικηγόρο στη Νέα Υόρκη και ήταν περήφανος για αυτό. Του άρεσε που ο γαμπρός του προερχόταν από νησί και μάλιστα την πανέμορφη Λευκάδα της δυτικής Ελλάδας.

 Δυστυχώς, ο Παύλος στο πιό ώριμο σημείο της ζωής του αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο. «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».

 Αντίο Παύλο μας, λεβέντη του Μετσόβου και του Σικάγου. ‘Ωσπου να ξανασυναντηθούμε εκεί ψηλά στη γειτονιά του ουρανού!

Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη

Monday, February 21, 2022

Η Λίτσα με το βελούδινο βλέμμα και το βαρύ της το πτυχίο!

 


 Την Κυριακή μέσα στη βαθειά νύχτα η Λίτσα Κακαβούλη, το Λιτσάκι μας, άφησε την τελευταία της πνοή μετά από μια μακρόχρονη και άνιση μάχη με τον καρκίνο. Η Λίτσα έφυγε μέσα στο όμορφο σπίτι της, που έφτιαξε με πολύ μεράκι, περιτριγυρισμένη από την αγάπη της αδελφής της Καιτούλας (με την οποία σχεδόν συγκατοικούσε),του αδελφού της Νιόνιου αλλά και της πρώτης ξαδέφλης και κολλητής της Μαρίας Κακαβούλη-Σουλάκου. Οι υπόλοιποι της οικογένειας την αποχαιρετήσαμε λίγο πριν από το τέλος και πήραμε κάτι από το χαμόγελο της, εκείνο το υπέροχο στραβό χαμόγελό της, να το κουβαλάμε στις αναμνήσεις μιας ζωής που ολοένα σκιαίνει από απουσίες.

Η Λίτσα μας γεννήθηκε τρίτη στη σειρά στην οικογένεια του θείου παπα-Νίκου (μετά το Νιόνιο και τον Κώστα) και ήταν το πρώτο κοριτσάκι της οικογένειας του αδελφού της μητέρας μου (ακολούθησε η Καίτη που συμπλήρωσε την τετράδα). ¨Ηταν ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με ροδαλά μάγουλα και χείλη βυσσινί, που στράβωναν στο χαμόγελο. Τα μάτια της καστανά σκούρα, τα μαλλάκια της επίσης και το πρόσωπό της γελαστό και ευτυχισμένο στα παιδικά της χρόνια.

Μεγαλώσαμε με τα παιδιά του θείου παπα-Νίκου σαν αδέρφια αλλά εγώ ταυτιζόμουν περισσότερο με τα αγόρια που ήταν μεγαλύτερα παρά με τα κορίτσια. Η Λίτσα, η αδελφή μου η Κωνσταντίνα και η Καιτούλα αποτελούσαν πάντα τις μικρές της οικογένειας και τις έβλεπα με μια μικρή υπεροψία, καθότι βιαζόμουν να μεγαλώσω. Άλλωστε, δεν μου άρεσαν τα κοριτσίστικα παιχνίδια κι εκείνες ήταν απασχολημένες με αυτά.

«Οσο για τη Μαρίτσα τη βλέπει να μελαγχολεί και να κλείνεται ολοένα στον εαυτό της. Είναι ευαίσθητη, τρυφερή, εκδηλωτική. Τελείως αντίθετη με τη γυναίκα του που είναι ο κυματοθραύστης των προβλημάτων ολόκληρης της οικογένειας. Πού να της περισσέψει χρόνος της Ματίνας για φιλάκια και χαδάκια; Κι όμως η Μαρίτσα γλυστράει αθόρυβα στη δική του αγκαλιά όταν το φέρει η ώρα. Κι αποζητάει το φιλί της καληνύχτας που ακούει πως δίνει ακόμη η θειά της η Σοφία κάθε βράδυ στα παιδιά της πρίν κοιμηθούν.»

Έτσι περιέγραφα κρυπτογραφημένα την Λίτσα μας στο «Πετάει, Πετάει το Σύννεφο», που είναι το μυθιστόρημα-σάγκα της μητρικής μου οικογένειας Κακαβούλη και η Μαρίτσα αντανακλάει τον ευαίσθητο χαρακτήρα της Λίτσας μας.

 Η Λίτσα μεγάλωνε σχεδόν αθόρυβα συμπιεσμένη ανάμεσα στα αγόρια που είχαν την εφηβεία τους και την Καίτη, που διεκδικούσε φωναχτά την προσοχή της οικογένειας. Έμαθε να υποχωρεί και να κάνει πίσω, έγινε το παιδί που συνήθως σιωπούσε γιατί δεν ήταν συγκρουσιακή και της άρεσε η ηρεμία. Ήταν η ήρεμη δύναμη που συντρίφτηκε στα 17 της χρόνια καθώς ήρθε αντιμέτωπη με την ξαφνική απώλεια του πατέρα της, του αγαπημένου και αλησμόνητου θείου παπα-Νίκου.

 Η Λίτσα έκτοτε πήρε ένα παραπονεμένο βλέμμα. Τα σκούρα μάτια της σαν απο βελούδο πολλές φορές μου φαίνονταν πως έσταζαν δάκρυα κι ας μην μιλούσε. Ο πόνος είχε καρφωθεί στη ματιά της, που ποτέ δεν έφυγε μέχρι το τέλος της ζωής της.Ήταν εκεί διαρκώς παρών συγκατοικώντας με την απορία επίσης ζωγραφισμένη στο ροδαλό της πρόσωπο.

Η Λίτσα μας μπήκε στο Γεωπονικό τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και πέρασε μια όμορφη φοιτητική ζωή στη Θεσσαλονίκη με πολλές εκδρομές , πάρτυ και παρέες. Ωστόσο με το «βαρύ της το πτυχίο»,(όπως συνήθιζε να λέει η αδελφή της μαμάς η θειά Φροσύνη) κατέληξε στη Λευκάδα όπου εργάσθηκε επί πολλά χρόνια στο ΤΑΟΛ ως γεωπόνος, συμβουλεύοντας τους αγρότες για τα λιπάσματα, τα φάρμακα αλλά και τις αγροτοκαλλιέργειες. Η Λίτσα, παρότι υπέφερε στη δουλειά της, ήταν ταγμένη να υπηρετεί τον κάθε αγρότη που είχε απορίες, πηγαίνοντας πολλές φορές επιτόπου στις καλλιέργειες ανά τα βουνά και τους κάμπους, για να διαπιστώσει ασθένειες των σταφυλιών, των ελαιών, των οπωρολαχανικών, των εσπεριδοειδών κλπ και να δώσει τις θεραπευτικές της συμβουλές.Ήταν η γιατρός των κάμπων, ήταν η απαντοχή των αγροτών που τη λάτρευαν και την εμπιστεύονταν για την ειδημοσύνη της.

Η Λίτσα ήταν η αγαπημένη της μαμάς μου και περνούσε κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία να δει τους γονείς μου μαζί με τη θειά Δήμητρα και την Καίτη. Κι ενώ όλοι της έκρυβαν τα γλυκά και τα κουλουράκια η μαμά της έδινε κρυφά και έξτρα αποστομώνοντας όσους προσπαθούσαν να την βάλουν στη δίαιτα. Η Λίτσα ήταν η λατρεμένη της και δεν άφηνε κανένα να την πειράξει ή να την προσβάλει.

Η Λίτσα πέρασε όμορφη ζωή με πολλά ταξίδια και περιπέτειες. Και παρότι έμενα μακριά εκεί στη Μοντρεάλ, δεθήκαμε περισσότερο μετά την φυγή της Πεταλούδας με την οποία επίσης διατηρούσε στενούς δεσμούς. Μου έλεγε τα όμορφα μικρά της μυστικά, τηλεφωνιόμασταν και γελούσαμε πολύ για διάφορα ευτράπελα που συνέβαιναν στην ευρύτερη οικογένειά μας. Ήταν ο σταθερός μου σύνδεσμος με τη Λευκάδα και τη λάτρευα ολοένα περισσότερα καθώς ανακάλυπτα τον υπέροχο διαυγή και γενναιόδωρο χαρακτήρα της.

Η Λίτσα μας χτυπήθηκε τα τελευταία δύο χρόνια από καρκίνο τον οποίο πολέμησε με δύναμη και αξιοπρέπεια. Δυστυχώς, νικήθηκε όπως όλοι μέσα στην οικογένεια που υπέκυψαν στο θεριό. Ήταν, όμως,τυχερή καθώς τα αδέλφια της , η Καίτη, ο Νιόνιος και ο Κώστας, στάθηκαν βράχοι δίπλα της σε όλη αυτή τη δύσκολη περιπέτεια..

Η Λίτσα τώρα απελευθερώθηκε από το βασανισμένο σώμα της. Πάει να συναντήσει στη γειτονιά του ουρανού τον αγαπημένο της πατέρα, την λατρεμένη της μητέρα, την Πεταλούδα μας, την ξαδέλφη μας και συνομήλική της Ντίνα Κακαβούλη καθώς και τον ξάδελφό μας και πατριάρχη των ξαδελφιών, τον Κώστα Σκληρό.

Εκεί θα ξεκουραστεί, απαλλαγμένη από το κουρασμένο της κορμί, θα σμίξει στη χορωδία των αγγέλων και θα μας προσέχει από ψηλά. Εμείς προσθέσαμε ακόμη μια σκιά στη ζωή μας, αλλά μέσα μας θα λάμπει για πάντα το λυπημένο της χαμόγελο...

Καλό ταξίδι Λιτσάκι της καρδιάς μας.  Χαιρετισμούς να πας στους κατοίκους του ουρανού μας! Κι ένα φιλί στην Πεταλούδα μας να δώσεις!

 

   Η ξαδέλφη σου

 

Ιουστίνη








Φωτογραφίες από το αρχείο της οικογένειας και σέλφις

Saturday, February 12, 2022

Ο Πρώτος μου Έρωτας!


Με αφορμή την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου που πέφτει στις 14 Φλεβάρη και γιορτάζεται παγκοσμίως με κόκκινα τριαντάφυλλα και σοκολατάκια, θα σας αφηγηθώ τον πρώτο παιδικό μου έρωτα εκεί στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας!

Εμείς στην οικογένειά μου δεν μιλούσαμε για έρωτες. Μιλούσαμε πάντοτε για αγάπη, αυτή τη χριστιανική αγάπη της υποχώρησης, της καταλλαγής, της συγχώρησης. Η αγάπη ήταν μια καθημερινότητα στο σπίτι μας, μια αγάπη που εκδηλωνόταν με χάδια, φιλιά και λόγια, καθώς η μητέρα μου ήταν απολύτως διαχυτική στις χειρονομίες και στα λόγια.

Αλλά τα μικρά παιδιά απο ένστικτο-απο πλήρες και απόλυτο ένστικτο- οδηγούνται στον έρωτα άνευ προπαίδειας. Ετσι κι εγώ ένιωσα ξαφνικά τον έρωτα στην πρώτη Δημοτικού. Το θυμάμαι σαν τώρα. Επεσα κεραυνοβολημένη στα πατώματα με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά τικ-τακ-τικ.

Ηταν οι πρώτες μέρες του Δημοτικού σχολείου εκεί στη λιθόστρωτη αυλή του κίτρινου σχολικού κτιρίου στο Μαρκά. Και ήμουν κρεμασμένη απο τα κάγκελα προσπαθώντας να εντοπίσω μια συμμαθήτρια. Τα μάτια μου έπεσαν στο καστανόξανθο ψηλόλιγνο αγόρι.

Κατέβηκα και πλησίασα. Εμεινα ακινητοποιημένη απο το ανοιχτό γαλάζιο βλέμμα του, το αμήχανο γέλιο του, τα κάτασπρα δόντια του. Τον κοίταζα σα χαμένη, τελείως παραδομένη σε μια φιγούρα που δεν είχα δεί ποτέ στη σχολική αυλή.

Αυτό το τικ-τακ-τικ με εμπόδιζε να τον πλησιάσω. Αλλά τελικά πήρα το θάρρος και τον έφτασα. Ηταν περικυκλωμένος απο πολλά κορίτσια, κορίτσια που μου έμοιαζαν σαν μικροί εφιάλτες. Τις έκανα στην άκρη, σχεδόν τις έσπρωξα με βία και με μια τεράστια αποφασιστικότητα τον ρώτησα:

-Πώς σε λένε;

-Με λένε Πολύδωρο. Πολύδωρο Διγενή

Είχε μια ελαφριά προφορά σα να μην μιλούσε τέλεια τα ελληνικά. Είχε έρθει μόλις απο την Αμερική με την οικογένειά του, καθώς ο πατέρας του ήταν καρδιολόγος και είχε κάνει μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ. Ετσι μου είπε.

Το τι-τακ-τικ μέσα μου θέριεψε, ακουγόταν σε όλη την αυλή, τα μάτια μου χαμένα στα χείλη του που έμειναν ολόκλειστα γιατί δεν ήξερε να πεί περισσότερα. Δεν ήξερε να πεί κι εμένα αυτή η αφωνία μου θέριευε τον έρωτα. Τον έρωτα που με ταρακουνούσε και δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν.

Τότε το είπα δυνατά και το άκουσαν όλες και όλοι στην αυλή: «Ολα τα κορίτσια της 1ης Δημοτικού είναι ερωτευμένα με τον Πολύδωρο!». Ερωτευμένα είπα κι όμως δεν είχα ξανακούσει αυτή τη λέξη ούτε στο σπίτι μου ούτε πουθενά.

Κι έγινε τεράστια παρεξήγηση απο τα κορίτσια που τον είχαν περικυκλώσει και που στο δικο τους σπίτι είχαν μάθει τί ήταν έρωτας!

Ο Πολύδωρος πήγε στο 2ο Δημοτικο Σχολείο, τουτέστιν δεν ήταν στη δική μου τάξη. Ετσι τον έβλεπα στην αυλή κι αυτός δεν με ξεχώρισε ποτέ ανάμεσα στα άλλα κορίτσια. Πέρασα αδιάφορα τα τέσσερα χρόνια της συνύπαρξής μας στην ίδια αυλή.

Αργότερα χαθήκαμε με τον Πολύδωρο, άλλαξαν και τα αισθητικά μου γούστα. Τώρα μου άρεσαν οι μελαχροινοί, το λιγότερο καστανοί. Είχα μάθει και για τους πόνους του έρωτα.

Το καλοκαίρι του 2010 τον ξαναείδα τον Πολύδωρο στο μπουγατσάδικο του Μακεδόνα στη Λευκάδα. Τον ξαναείδα και τα είπαμε. Του εκμυστηρεύτηκα εκείνον τον πρωτόλειο έρωτα και γελούσε. Γελούσε καλόκαρδα κι αγαπητικά σαν ένας φίλος που αναγνώριζε την κοινή μας ιστορία.

Ο Πολύδωρος μου κίνησε τον έρωτα, αυτό το τικ-τακ-τικ που σου βγάζει τα σωθικά και τα διαλαλεί στην αυλή του σχολείου, στην ψαραγορά του Μαρκά , παντού. Κι εκείνος δεν ακούει και δεν μιλάει, γιατί δεν καταλαβαίνει καλά τα ελληνικά! Γιατί είναι μικρός για να ξέρει τον Ερωτα!

Justinaki


Sunday, January 16, 2022

Θείος Λεωνίδης, κάτοικος ξενητειάς!

 



Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Έφυγε χθες πλήρης ημερών στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας ο τελευταίος αδελφός του πατέρα μου, ο θείος Λεωνίδας Φραγκούλης. Ο θείος Λεωνίδας ή Λεωνίδης όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά οι παππούδες της Εγκλουβής έφυγε πλήρης ημερών μετά απο μακροχρόνια ασθένεια αλλά με αφορμή τον κορωνοϊό...Πάει να συναντήσει την αγαπημένη του γυναίκα την Κατίνα, ένα χρόνο μετά από τον βίαιο και άδικο θάνατό της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Ο θείος Λεωνίδης ήταν ένα αιθέριο πλάσμα, που λες και είχε κατεβεί από τη Σκανδιναυία και όχι από την απομονωμένη Εγκλουβή του ορεινού αποκλεισμού. Με κατάλευκη επιδερμίδα και πράσινα διάφανα μάτια είχε την όψη του αριστοκράτη αστού διαφέροντας από τα υπόλοιπα αδέλφια του. Θα έλεγα πως τη λεπτεπίλεπτη κοψιά του την κληρονόμησε η αδελφή μου  η Κωνσταντίνα μαζί με τα ωραία ζυγωματικά του.

Κι όμως ο θείος Λεωνίδης στην Εγκλουβή έβοσκε πρόβατα, ήταν ο τσομπάνης της αγροτικής οικογένειας του παππού Αποστόλη.Ήταν αυτός που έβγαζε τα πρόβατα από τη στάνη και τα μάντρωνε τη νύχτα κάνοντας προσκεφάλι του την ακατέργαστη φλοκάτα. Η δουλειά ήταν βαρειά και ακατάλληλη για τη λεπτή του φύση και ο πατέρας μου συχνά του έλεγε πως έπρεπε να φύγει στα ξένα να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή.

Η ευκαιρία ήρθε με ένα προξενιό από την Εξάνθεια, ένα άλλο απομονωμένο χωριό της Λευκάδας. Η μέλλουσα γυναίκα του, η θεία Κατίνα Βλάχου είχε στείλει φωτογραφία στα αδέλφια της αναζητώντας γαμπρό από το νησί, «παπούτσι από τον τόπο σου», όπως έλεγαν τότε. Ο θείος Λεωνίδης έστειλε τη δική του φωτογραφία στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας και η Κατίνα που είχε δουλέψει μερικά χρόνια εκεί και είχε κάνει κομπόδεμα είπε το ναι στον άγνωστο γαμπρό.

Έτσι έγινε και βρεθήκαμε μια μέρα μακρινή στην Εξάνθεια, στο σπίτι του αδελφού της κοντά στην πλατεία. Εμείς αγοράσαμε από το ζαχαροπλαστείο ευρωπαϊκά γλυκά (αμυγδαλωτά) και η μαμά έφτιαξε ντόπια λαδόπιτα. Και τα έβαλε σε όμορφες πιατέλες και τα στόλισε με πολύχρωμα σελοφάν και έδεσε φιόγκους με χίλιες ευχές να είναι τυχερός ο Λεωνίδης και να αγαπήσει την Κατίνα και να ευτυχήσει στο γάμο εκεί στα ξένα.

Φτάσαμε με όλη την ευρύτερη οικογένεια στην Εξάνθεια μετά από την ταλαιπωρία στα ελεεινά λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Ήμασταν η πομπή του γαμπρού με τους συμπεθέρους και όλο το χωριό είχει βγει να μας υποδεχτεί. Και μας περίμεναν οι συμπέθεροι και στρώσαμε στο ωραίο σπίτι τους ένα γλέντι τρικούβερτο. Και χόρευε πρώτος ο θείος Λεωνίδης, χόρευε η μαμά, χόρευαν οι συμπέθεροι και εμείς μικρά παιδάκια χοροπηδούσαμε με χαρά γιατί ο θείος Λεωνίδης θα έπαιρνε το υπερωκειάνιο για την Αυστραλία. Και χόρευε ο θείος κρατώντας το λευκό μαντήλι κι έκανε εκείνες τις στροφές του τσάμικου και ίδρωνε και σκουπιζόταν και άλλαζε μαντήλι.  Και παράγγελνε τον Αμάραντο, που ήταν το τραγούδι του. Και δάκρυζε η μαμά και μου φαινόταν παράξενο, γιατί αρραβώνας ήταν αυτός και ήταν ώρα της χαράς και όχι των δακρύων.Και δόστου ευχές για τα «καλορρίζικα» και δόστου να βγαίνουν ένα ένα τα χρυσαφικά που είχε αγοράσει για την άγνωστη νύφη.

Έτσι έφυγε ο θείος Λεωνίδης άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, μετανάστης στην Αυστραλία, όπου τον περίμενε η θεία Κατίνα με τα αδέλφια της, τους αδελφούς Βλάχους. Κι έγινε γρήγορα ο γάμος και μάλιστα τρικούβερτος. Εκείνος φόρεσε γαμπράτικο κοστούμι και εκείνη ένα χαριτωμένο νυφικό με πέπλο και κρατούσε ανθοδέσμη. Μας έστειλαν φωτογραφίες σε όλη την οικογένεια κι εμείς τους καμαρώναμε ευτυχισμένους και λαμπερούς, σε μια μεγάλη φωτογραφία που η γιαγιά την έβαλε στη βιτρίνα του κωμού της κι εμείς την είχαμε για χρόνια στη σερβάντα μας.

Ο θείος Λεωνίδης έστελνε τακτικά γράμματα στον πατέρα μας , μακροσκελή όπου περιέγραφε κάθε πτυχή της ζωής του στην Αυστραλία. Δούλευε σε ένα από τα εστιατόρια του αδελφού της Κατίνας, ήταν πολύ χαρούμενος, έκανε κομπόδεμα , έστειλε και λεφτά να του αγοράσουν λοστάσι στη Λευκάδα.

Σύντομα στη ζωή του ζευγαριού που κυλούσε αρμονικά, προστέθηκε η κόρη τους η Κωνσταντίνα και η μεγάλη τους στεναχώρια ήταν που έχασαν το  δεύτερο νεογέννητο κοριτσάκι τους. Αλλά η ζωή τους προχωρούσε καλά, η Κωνσταντίνα μεγάλωνε και μας έστελαν διαρκώς φωτογραφίες της. Και όταν εκείνη ήταν 9 χρονών αποφάσισαν να έρθουν ένα κολοκαίρι στη Λευκάδα να κάνουν διακοπές και να γνωρίσουμε την ωραία οικογένεια.

Η Κωνσταντίνα ήταν ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που έκλεψε όλη τη δική μας δόξα και όπως τα έλεγε ελληνοαυστραλέζικα τραβούσε την προσοχή όλων. «Τυρόπιτα μαν», φώναζε στην παραλία τον τυροπιτά και κερνούσε όλα τα παιδιά της παρέας. Η αδελφή μου κι εγώ ζηλεύαμε τη δόξα της και δεν βλέπαμε την ώρα να επιστρέψει στην Αυστραλία για να ξαναπάρουμε τη θέση μας στην οικογένεια. Η θεία Κατίνα ήταν υπέροχη και βρήκε σύντομα την αγάπη στην καρδιά μας. Όσο για το θείο Λεωνίδη μας αγόραζε ό,τι θέλαμε στην αγορά κι εγώ προτίμησα μια παιδική τσάντα από του Γατζία.

Τα χρόνια πέρασαν, ο θείος μας τηλεφωνούσε στις Γιορτές και ήταν η χαρά του πατερούλη να τον ακούει πως είχε προοδεύσει, είχε φτιάξει δικό του μαγαζί με Fish n Chips, είχε χτίσει μονοκατοικία σε κεντρικό προάστειο του Σύδνεϋ. Και όταν η κόρη του αποφοίτησε από δασκάλα και παντρεύτηκε τον εκλεκτό της καρδιάς της το Γιάννη Κόσσυβα, άρχισαν να πυκνώνουν τα ταξίδια τους στην Ελλάδα. Και οι γονείς κου ήταν ευτυχισμένοι που τους έβλεπαν και μπορούσαν να περνάνε κάποιους μήνες μαζί τους.

Γνώρισα πραγματικά τη ζωή του θείου Λεωνίδη και της θείας Κατίνας, όταν επισκεφθήκαμε το Σύδννεϋ το 2012. Ο θείος πέταγε στους ουρανούς, μας έκανε τραπέζια, μας πήγαινε παντού και η ξαδέλφη μου η Κωσνταντίνα μας περιποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Εκεί δεθήκαμε με τον άντρα της και τα παιδιά της , την Κατερίνα και το Χρήστο, που άρχισαν έκτοτε τα ταξίδια στην Ελλάδα.

Ο θείος Λεωνίδης όντως είχε προκόψει στην Αυστραλία, είχε κάνει μπίζνες, είχε αγοράσει ακίνητα και ζούσε μια όμορφη και απρόσκοπτη ζωή με τη γυναίκα του, την κόρη του και την οικογένειά της. Τον χάρηκα τόσο πολύ που χαιρόταν να μου χαϊδεύει τα χέρια και να μου λέει πόσο ευτυχισμένος ήταν που τον είχαμε επισκφεφθεί. Κι όλο μου έλεγε πως δεν θα μπορέσει να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα πλέον γιατί ήταν πάνω από 80 και δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. Κι όλο του απαντούσα πως θα τα κατάφερνε να ξαναγυρίσει. «Θα πεθάνω με αυτόν τον καημό, που δεν θα ξαναδώ το πατρικό μου σπίτι, τα βοσκοτόπια, τις ραχούλες», μου επαναλάμβανε συχνά. «Είναι βαρύ φορτίο η ξενητειά», ήταν η μόνιμη επωδός του.

Έφυγα από την Αυστραλία με τη βαθειά ικανοποίηση πως ο θείος Λεωνίδης είχε προκόψει στη ζωή του και στην οικογένεια. Με πονούσε που τον πονούσε η ιδέα πως δεν θα ξαναγυρνούσε ποτέ στην πατρίδα του. Ηταν αυτή η στιγμή που ένιωσα την ξενητειά του βαθειά και αναπόδραστα, την ξενητειά όλων μας.

‘Εκτοτε ασθένησε με Αλζχάιμερς , αλλά τον φρόντιζε η πιστή και αφοσιωμένη Κατίνα του. ‘Ωσπου χρειάστηκε να πάει σε οίκο να τον φροντίζουν γιατροί και νοσοκόμες. Η θεία Κατίνα, κερί αναμμένο, τον επισκεπτόταν καθημερινά γιατί ήταν γερή και δυνατή. Μια μέρα πέρισυ σκοτώθηκε εκείνη σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, έτσι άδικα και αναπάντεχα. Η Κωνσταντίνα και τα παιδιά της τον επισκεπτόνταν συχνά και η μοναχοκόρη του μου έστελνε φωτογραφίες. Το σώμα του είχε μικρύνει, είχε γίνει η σκιά του εαυτού του, αλλά χαμογελούσε όταν την έβλεπε κι ας μην μπορούσε πιά να μιλήσει και να επικοινωνήσει με κανένα.

Στις 28 Δεκεμεβρίου ήταν η τελευταία φορά που άφησαν την Κωνσταντίνα να τον επισκεφθεί. Μετά ο Οίκος Περιποίησης Ηλικωμένων έκλεισε για επισκέπτες. Η κόρη του ήταν απελπισμένη που δεν μπορούσε να τον δει. Ο θείος Λεωνίδης χτυπήθηκε από τον κορωνοϊό και το αδυνατισμένο του κορμί δεν άντεξε.Ήταν η ώρα να πάει να συναντήσει τη γυναίκα που παντρεύτηκε από φωτογραφία και τη λάτρεψε.

Τώρα θα βρίσκεται ήδη με τους αγαπημένους του γονείς, και τα αδέρφια του. Τώρα το σώμα του θα αναπαυθεί εν ειρήνη. Καλό ταξίδι εκεί που πας αγαπημένε θείε Λεωνίδη.

Κωνσταντίνα, να χαίρεσαι που έζησε μια υπέροχη ζωή εκεί στα ξένα, που τόλμησε να αφήσει τη στάνη για το άγνωστο. Να χαίρεσαι που τον περιποιήθηκες μέχρι το τέλος. Είσαι μια άξια κόρη, μια υπέροχη εξαδέλφη και η αγκαλιά μας θα είναι πάντα ανοιχτή για σένα και την οικογένειά σου. Αξιομακάριστος και αείμνηστος να είναι ο θείος Λεωνίδης της ψυχής μας!

 




Monday, January 10, 2022

Θωμάς Λάζαρης και Ηλίας Μπόρσας: Οι αντίθετοι!


Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

Σήμερα γυρίζω πάλι πίσω στα μαθητικά χρόνια στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας όπου ξεκινήσαμε να μαθαίνουμε γράμματα απονήρευτοι και αθώοι από όλα αυτά που θα μας εύρισκαν στην πορεία. Βρεθήκαμε στο προαύλειο του σχολείου, παίξαμε, κυνηγηθήκαμε, γελάσαμε, κλάψαμε. Μάθαμε γράμματα, αριθμητική, ιστορία και αναπτύξαμε μέσα μας τις πρώτες αντοχές στην κοινωνική συνθήκη.

Ο πιό ήσυχος συμμαθητής μας ήταν ο Θωμάς Λάζαρης. Προερχόταν από τα Λαζαράτα αλλά η οικογένειά του είχε κατέβει νωρίς στη Λευκάδα κι έτσι έγινε συμμαθητής μας. Ο Θωμάς ήταν ένα αθόρυβο παιδί που δεν το είχα δει ποτέ να παίζει στην αυλή του σχολείου. Διένυε καθημερινά μια μεγάλη διαδρομή από τη Διασταύρωση μέχρι το Μαρκά αλλά ποτέ δεν άργησε και ποτέ δεν έφτασε στην τάξη μετά το κουδούνι.  Πάντα επιμελής και νουνεχής μου εδινε την εντύπωση ότι ήταν υπερβολικά ώριμος για την ηλικία μας.

Προσωπικά δεν είχα επαφές μαζί του γιατί δεν ήταν ανοιχτός στη συναναστροφή αλλά πολλές φορές με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι είχε απάντηση στα προβλήματα της αριθμητικής.Ήταν μαθηματικό κεφάλι αλλά με μια ιδιαίτερη σεμνότητα που τον έκανε σχεδόν διάφανο. Έκανε τεράστια προσπάθεια να περνάει απαρατήρητος και ο πιό κοντινός του φίλος- αν θυμάμαι καλά- ήταν ο Στέφανος ο Μελάς, ένας συμμαθητής μας που έφυγε νωρίς απο καρκίνο.

Ο Θωμάς σπούδασε οικονομικά και σαν φοιτητές αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο τα καλοκαίρια στην αγορά καθώς έδειχνε μια μεταμελημένη κοινωνικότητα. ‘Αλλωστε, είχαμε κοινούς φίλους. Τότε είδα την βαθειά του έγνοια για τα κοινωνικά ζητήματα, τότε κατάλαβα πως ήταν ένα ξεχωριστό παιδί με ιδιαίτερα προσόντα, που ήθελε στα πρώιμα χρόνια να κρυφτεί από τον καταιγισμό της κοινωνικής ομάδας που δεν γνώριζε.

Πριν απο κάποια χρόνια εκλέχθηκε στο διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου Λευκαδίων της Αθήνας και μάλιστα ανέλαβε την εφημερίδα ΗΧΩ Της ΛΕΥΚΑΔΑΣ. Τότε ο Θωμάς μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράφω στην ιστορική εφημερίδα μας που φιλοξένησε πολλούς εργάτες του λόγου.

Με το Θωμά σήμερα μας συνδέουν και άλλα πρόσωπα,όχι μόνο κοινοί συμμαθητές και φίλοι αλλά και συγγενικά του πρόσωπα που για κάποιον συμπτωματικό λόγο συνδέονται μαζί μου κοινωνικά εδώ στην ξένη. Κι αυτή η σχέση μας ενώνει περισσότερο...

Θα πρέπει να πω ότι ένα απο τους συμμαθητές μας, που ήταν άκρως αντίθετος από τον Θωμά, ήταν ο Ηλίας ο Μπόρσας. Ψηλός και ζωηρός ήταν πάντοτε αυτός που προκαλούσε γέλια σε όλους μας γιατί εύρισκε  κάτι αστείο να μας πει. Και μετά κρυβόταν και χανόταν σα να μην είχε συμβεί τίποτε.

Τον θυμάμαι να κάθεται στη σειρά με τα αγόρια,που βρισκόταν στο δεξί μέρος της τάξης και να τους πειράζει όλους με εκείνο το αθώο ύφος του. Και μπορεί οι άλλοι να έτρωγαν τιμωρία γιατί ξεσπούσαν στα γέλια αλλά αυτός με το πρόσωπο ατάραχο  παρίστανε πως δεν είχε ανακατευθεί στη ζαβολιά.

Ο Ηλίας ήταν γιός του Διονύση Μπόρσα που υπήρξε καλλίφωνος ψάλτης και ήταν πάντα κουρεμένος και χτενισμένος στην τρίχα με μπόλικο μπριόλ. Ο πατέρας του Ηλία έμοιαζε σα να ερχόταν απο τις μέρες του ροκ εντ ρόλ και του Έλβις Πρίστλεϊ μέχρι τα βαθειά του γεράματα. Η μητέρα του ήταν η Βγενιά από την Εγκλουβή και ήταν αγαπημένη φίλη του πατέρα μου. Κάπως,ο παπα-Νίκος  μου υπέβαλε την υποχρέωση να είμαι φιλική προς τον Ηλία γιατί μας έδενε μια κοινή καταγωγή.

Αλλά ο Ηλίας μου ήταν αδιάφορος γιατί ήταν τόσο αγορένιο αγόρι που σε ζάλιζε. Ναί, έπαιζε στα διαλείματα σα να μην υπήρχε αύριο, ίδρωνε, γελούσε, θύμωνε, ηρεμούσε με μια μοναδική διαφάνεια. Όλα του τα συναισθήματα καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό του και πιστεύω ότι ήταν κολλητός με το Θοδωρή τον Μαυρομάτη. Ο Ηλίας και ο Θοδωρής είχαν αυτό το έντονα αγορίστικο ύφος που γινόταν σχεδόν αντιπαθητικό στα κορίτσια. Πίστευαν μόνο στην αριθμητική και περιφρονούσαν την ανάγνωση, την ορθογραφία και τη γραμματική.

Ο Ηλίας πραγματικός θετικός νους σπούδασε Οδοντιατρική στο Αριστοτέλιο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και σήμερα είναι πετυχημένος χειρούργος-οδοντίατρος στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς με τρείς κόρες και ένα εγγονάκι. Τον συναντώ τα καλοκαίρια στη Λευκάδα και είναι απίστευτα φιλικός σα να μην πέρασε μια μέρα από τότε που αφήσαμε τα μαθητικά θρανία του Δημοτικού τραβώντας ο καθένας το δικό του προδιαγεγραμμένο δρόμο.

Ο Θωμάς και ο Ηλίας, δύο αντίθετοι χαρακτήρες, δύο πετυχημένοι συμμαθητές μου, δύο αγόρια που μένουν για πάντα χαραγμένοι στο νού μου. Είμαι τυχερή που μεγάλωσα και έμαθα γράμματα σε μια τέτοια τάξη με τόσο πλούτο αναμνήσεων!