Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Monday, May 9, 2016

Θεία Βγένα: Η Αγρότισσα που ήταν γεννημένη Πριγκηπέσσα!




Φέτος μετράμε διαρκώς θανάτους. Πρόσφατα έφυγε για το μεγάλο ταξίδι η θεία Βγένα Κακαβούλη, γυναίκα τους αδελφού της μαμάς , Μήτσου Κακαβούλη. Εφυγε πλήρης ημερών και όντας η τελευταία νύφη  του παπα-Κώστα Κακαβούλη, έκλεισε τον κύκλο της πρώτης αγχιστείας της μεγάλης εκ Σύβρου οικογένειας.

Η θεία Βγένα ήταν όμορφη με λευκή επιδερμίδα και πράσινα λοξά μάτια. Η ίδια καταγόταν απο το Μαραντοχώρι, αλλά είχε έρθει νύφη στο Σύβρο κι έκτοτε ταυτίστηκε με τον τόπο του συζύγου της, παίρνοντας τα χρώματα αλλά και την ιδιωματική διάλεκτο του χωριού.

Η θεία Βγένα ήταν αγρότισσα, πήγαινε στο μάζεμα των ελιών, στο θερισμό, στον τρύγο και καταπονούσε τα χέρια της με όλες τις δουλειές των χωραφιών.  Γέμιζαν πληγές τα λεπτά της χέρια απο την προσπάθεια να δαμάσει τη γή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε καταλάβει πως δεν ήταν πλασμένη για το χώμα και τις δυσκολίες του. Το ευαίσθητο βλέμμα της δεν με γελούσε απο παιδί πως ήταν καμωμένο για θρόνο πριγκίπισσας κι όχι για σκληρές χειρωνακτικές εργασίες.

Ωστόσο, εκείνη τάχθηκε στην υπηρεσία του άντρα της του θείου Μήτσου, που επίσης ήταν αταίριαστος για τις αγροτικές δουλειές αλλά έμεινε ξωπίσω στο χωριό φροντίζοντας την πατρική γή γιατί κάποιος όφειλε να τιμήσει την περιουσία της οικογένειας. Η θεία Βγένα κι ο θείος Μήτσος ήταν οι αταίριαστοι αγρότες της οικογένειας, άνθρωποι που δούλεψαν τη γή αλλά ποτέ δεν τη δάμασαν γιατί ήταν εύθραυστοι, αριστοκρατικοί, ξένοι με όσα τους προέκυψαν.

Αν με έβαζες σαν παιδάκι να σου πώ , πάντα μέσα μου στεναχωριόμουν που τους έβλεπα να μην ανήκουν, να είναι καμωμένοι για κάτι αδιευκρίνιστο άλλο απο την επαναλαμβανόμενη σκληρή και βαρετή ζωή του χωριού.

Η θεία Βγένα είχε τεράστια υπομονή με όλο το Κακαβουλέικο σόι. Καταφθάναμε σχεδόν εκεί δύο ντουζίνες  εγγόνια του παππού του Παπα-κώστα και 16 παιδιά μαζί με  νύφες και γαμπρούς  κάθε πανηγύρι της Παναγιάς του Σεπτέμβρη και κατακλύζαμε το ωραίο αστικό της σπίτι με στρωματσάδες που έφταναν απο τη μιά άκρη του διαδρόμου στην άλλη. 

Κάναμε ατέλειωτα παιχνίδια, κυνηγητά, κρυφτά, όλα και της τριβελίζαμε την ησυχία και το μυαλό επι τριήμερο και βάλε. Κι εκείνη αγόγγυστα μας ανεχόταν και μας εξυπηρετούσε μαζί με τις μαννάδες μας. Κι έστρωναν οι γυναίκες τις μεγάλες τάβολες του πανηγυριού κι έβραζαν σούπα σε καζάνι κι έψηναν αρνιά στη σούβλα και μας περιποιόνταν κάτω απο την υπομονετική ματιά της θείας Βγένας.

Ναι, η θεία Βγένα έβγαζε κάθε τόσο ένα στεναγμό αλλά ποτέ δεν έκανε κριτική σε κανένα παιδί η μεγάλο. Μας υπέμενε με στωικότητα, με καρτερία όπως υπέμενε όλα τα συμβάντα του βίου της, που είχε πλήρη απόκκλιση απο όσα σαν κορίτσι θα είχε ονειρευτεί.

Η θεία Βγένα έκανε τέσσερα υπέροχα παιδιά, τον Κώστα, τη Ντίνα, τον Πάνο και το Νιόνιο, τέσσερα αγαπημένα πρωτοξάδελφα που κι εκείνα μας ανεχόνταν όταν ορμούσαμε στο σπιτικό τους για το πανηγύρι. Και μας έκαναν χώρο και μας έδιναν προβάδισμα γιατί μας αγαπούσαν και μας θαύμαζαν καθώς ήμασταν τα ξαδέλφια τους απο την πόλη.

Η θεία Βγένα έχασε το θείο Μήτσο πριν απο δέκα και πλέον χρόνια. Κι έγινε η ζωή της περίπλοκη γιατί είχε δυσκολία στο περπάτημα και χρειαζόταν πάντα μια ξένη γυναίκα να την υπηρετεί και να τη βοηθάει. Ομως παρέμενε βασίλισσα στην αυλή του Μπαγανάτου στο Σύβρο και χαιρόταν να την επισκεφτόμαστε τα καλοκαίρια.

Τα τελευταία χρόνια όμως υπέκυψε στη νόσο της αμνησίας. Κι έτσι αναγκάστηκε να πάει μόνιμα στην Αθήνα, όπου με περισσή αφοσίωση τη φρόντιζε η νύφη της η Γιώτα, σύζυγος του γιού της του Κώστα.

Εκεί στην αναπηρική καρέκλα της χαμένη στη λήθη της, μιλούσε για όσα είχε ονειρευτεί και δεν είχε ζήσει ούτε μια μέρα. Ελεγε πως ήταν πριγκιπησσα, πως φορούσε πλουμιστά φουστάνια, πως ένας  πρίγκηπας ντυμένος στα λευκά καβαλώντας ένα αραβικό άτι θα ερχόταν να την πάρει να φύγουν μακριά πολύ μακριά.

Κι έμενε κολλημένη στην αναπηρική καρέκλα της να πλάθει όμορφες αγαπητικές ιστορίες απο αυτές που έβλεπε με μανία στην τηλεόραση. Και τα πράσινα μάτια της δεν μας αναγνώριζαν όταν πηγαίναμε να την επισκεφθούμε αλλά στα χείλη της άνθιζε ένα παραμόνιμο χαμόγελο ευχαρίστησης.

Εχω την αίσθηση πως η θεία  Βγένα -που δεν ήταν των αγρών αλλά της πόλης- τα τελευταία χρόνια της λήθης έζησε με τη φαντασία  της τα πιό ωραία όνειρά της. Κι έφυγε χαρούμενη, ευτυχισμένη, με τα χέρια της  κηλιδιασμένα από τον ήλιο αλλά απείραχτα απο το μόχθο της γής.

Είχαν διαγραφεί οι πληγές, είχε ξεχαστεί η αγροτική της δουλειά. Τα χέρια της έγιναν απαλά  γιατί ποτέ δεν ήταν καμωμένα για το χώμα. Από όλη την ταλαιπωρία μιας ζωής κράτησαν μόνο τις σκιές του ήλιου!

Καλό ταξίδι θεία Βγένα!

 Ιουστίνη

No comments: