Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Το νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα

Friday, May 27, 2016

Ο Στάθης και οι Γοργονίτσες του!



Η τελευταία μας γκλαμουράτη έξοδος ήταν στην Μέντα της Ειρήνης... Ο Στάθης με τα κλασικά του aviation γυαλιά
 
 
Είναι μια δίσεκτη χρονιά, μια χρονιά που μετρώ θανάτους αγαπημένων προσώπων. Πρώτα ο πατερούλης, τώρα ο Στάθης ο Λάζαρης, ο λατρεμένος Γοργονούλης.

Τα νέα του αιφνίδιου θανάτου του με βρήκαν απροετοίμαστη για το κακό.Τον είχα αφήσει μια χαρά,είχε έρθει στην κηδεία του πατερούλη, με έβαλε όπως πάντα στην αγκαλιά του. Ο Στάθης είχε μια τεράστια, απέραντη αγκαλιά για όσους αγαπούσε, μια αγκαλιά που μας κρατούσε προστατευτικά , γελαστά, ανέμελα. Μια αγκαλιά που έλεγες πως θάταν πάντα εκεί να σε περιμένει στη Λευκάδα, στο Μύλο, στη Νικιάνα, στη Μέντα...

Ο Στάθης ήταν δίδυμος με την Ουρανία. Τα θυμάμαι απο τα παιδικά μας χρόνια, οι γονείς τους είχαν στεγνοκαθαριστήριο τους πρώτους καιρούς. Η μαμά πάντα σταματούσε μπροστά απο το μαγαζί και χαιρετούσε με ιδιαίτερη αγάπη τη δική τους μαμά. Η Ουρανία με τα φουντωτά σγουρά μαλλάκια της κι ο Στάθης ψιλοδίνικος και αχαρούλης να τρέχει ζωηρός και απρόβλεπτος.

Ο Στάθης έμελλε να γίνει κολλητός μας στα χρόνια της νεότητας. Οταν φοιτούσε στο Πολυτεχνείο έκανε παρέα με τη Μαριάννα και η Μαριάννα ήταν πάντα μέρος της ζωής μου κι ας ήμασταν σε διαφορετικές σχολές, σε άλλες φάσεις. Ετσι, λοιπόν, τρύπωσε ο Στάθης στην καθημερινότητά μας.

Η Κωνσταντίνα , η Μάριον και η αφεντιά μου ήμασταν ένα ετερόκλητο τρίο που λάτρευε και λατρευόταν απο το Στάθη. Μας αποκαλούσε γοργονίτσες κι εμείς τον αποκαλούσαμε Γοργονούλη. Ναι, Γοργονούλη. Και ο Στάθης το απολάμβανε και δεν παρεξηγιόταν και χαιρόταν και καμάρωνε που ήταν ο Γοργονούλης μας.

Ο Γοργονούλης μας (έτσι τον ξέρουν όλοι στην οικογένειά μου) περνούσε με τη μηχανή του συχνά απο το φοιτητικό διαμέρισμα και μάλιστα μας καλούσε σε βόλτες στην παραλία της Βουλιαγμένης. Το τρικάβαλο ήταν συχνή κατάσταση εκείνες τις αθώες μέρες, όπου τίποτε δεν σκίαζε τον ανοιχτό ορίζοντα της νεανικής αλαζονείας. Η λεωφόρος, η άσφαλτος, η τόλμη, η επικινδυνότητα ήταν μέρος της ελαφράδας με την οποία αντιμετωπίζαμε τη ζωή . Ετσι απλά χωρίς λόγο γινόνταν όλα και τα καταδιασκεδάζαμε σα να κερδίζαμε κάθε μέρα το στοίχημα με τους φόβους και τις αναστολές μας. Ηταν μια νίκη, μια διαρκής και επαναλαμβανόμενη νίκη της άμυαλης νεότητάς μας.

Ο Γοργονούλης ήταν μέρος της κοσμικής μου δραστηριότητας όταν έγραφα για το Αθηνόραμα. Συχνά, ξενυχτούσαμε, χορεύαμε στις ντισκοτέκ, γελούσαμε μέχρι δακρύων. Εκείνος κάπνιζε, έπινε τα ουϊσκάκια του, χαιρόταν τις στιγμές σα νάταν οι τελευταίες. Εγώ με κόκα κόλα λάιτ και με το βαθύ συντηρητισμό μου απλώς παρακολουθούσα όσα συνέβαιναν στον περίγυρο. Κι έγραφα μοδάτα για τα τρέντυ μπάρ της Αθήνας, που με άφηναν αδιάφορη για το ανθρώπινο πλήθος που συγκέντρωναν. Η Μαριάννα (Μάριον στη δική μας γλώσσα), η Κωνσταντίνα, ο Γοργονούλης ήταν οι χαρές μου, οι μοναδικές χαρές της κοσμικότητάς μου.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Στάθης άργησε να πάρει πτυχίο, ήταν δοσμένος σε εκείνη την υπέροχη ζωή του ρίσκου. Τώρα εγώ είχα παντρευτεί, είχα φύγει για τον Καναδά, αλλά τα καλοκαίρια στη Λευκάδα σμίγαμε και  συνεχίζαμε τις ανέμελες κουβέντες. Ο Αλέξανδρος τον αποκαλούσε κι αυτός Γοργονούλη. «Ο Γοργονούλης της μαμάς»!

Οταν έφυγε η Κωνσταντίνα και πέταξε ψηλά στους ουρανούς σαν πεταλούδα, ο Στάθης συγκλονίστηκε. Κάθε φορά που συναντιόμασταν τα μάτια του δάκρυζαν απο τη λύπη και τα σκούπιζε με την ανάποδη της παλάμης του να μη δειχτεί ότι πονούσε. Ηταν τόσο σιωπηλά λυπημένος για τη Γοργονίτσα του που έγινε Πεταλούδα!

Ο Στάθης έγινε μηχανικός και μάλιστα απο τους άριστους. Και δέθηκε με την οικογένεια των Αργύρηδων όταν έφτιαξε το σπίτι απο το σεισμό το 2003. Ηταν γελαστός, άξιος, ενεργητικός και έπαιζε συχνά τάβλι με τον πεθερό μου εκεί στη Νικιάνα με θέα το γαλάζιο πέλαγος.

Ο Στάθης δούλεψε σε μεγάλα έργα στην Κύπρο κι επέστρεψε στη Λευκάδα για να εργασθεί στο εργοτάξιο της αμμόγλωσσας. Ηταν χαρούμενος που είχε γυρίσει στο γενέθλιο τόπο, πετούσε απο ικανοποίηση. Τον συναντούσα αραιά και πού στο νησί. Γελούσε πάντα με κείνο το γάργαρο κοφτό του γέλιο. Γελούσε και μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του όπως τότε που ήμασταν παιδιά.

Ο Στάθης στη σύντομη ζωή του έζησε πυκνά, πολύ πυκνά, έζησε τα ωραία, τα μεγάλα και τα αληθινά. Δεν κιότεψε ούτε στιγμή μπροστά στο φόβο. Δεν θα κιοτέψει ούτε τώρα.

Καλό ταξίδι αγαπημένε μου...

 Τζουστινάκι

 

No comments: